Η στρατηγική νίκη του Αλέξη Τσίπρα

Ιωάννης Μαντζουράνης
2180

Μετά τις επώδυνες και υπεύθυνες επιλογές του Αλέξη Τσίπρα το καλοκαίρι του 2015 και την εκλογική νίκη του Σεπτέμβρη 2015 άρχισε μία δύσκολη πορεία, σταμάτησε η συνεχής χειροτέρευση των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών συνθηκών στη χώρα, περιεσώθη ό,τι ήταν δυνατόν να περισωθεί, αντιμετωπίσθηκε η ανθρωπιστική κρίση, διετηρήθη η κοινωνική συνοχή, προστατεύθηκε η πλειοψηφία των αδυνάτων, μετά από επιτυχείς αξιολογήσεις των δανειστών τελείωσαν τα μνημόνια και τέλος με αργούς αλλά σταθερούς ρυθμούς η Ελλάδα επιστρέφει στην καλούμενη «κανονικότητα», παρά τους οδυρμούς των πολυποίκιλων προφητών της καταστροφολογίας.

Με την επάνοδο του δημόσιου βίου στη ομαλότητα μεταβάλλεται και η δομή και λειτουργία του πολιτικού συστήματος, που προέκυψε μετά την οικονομική κρίση του 2009 και εξαιτίας αυτής. Τα τότε εμφανισθέντα πολιτικά πρόσωπα και κόμματα εμφανίζονται στις πραγματικές διαστάσεις τους και είτε εξαερώνονται είτε αφομοιώνονται από τις επαναδυόμενες δύο μεγάλες παρατάξεις που κινούνται στο παραδοσιακό δίπολο Δεξιά – Αριστερά.
Αυτές οι διεργασίες επιταχύνονται και από τις καταλυτικές συνέπειες της Συμφωνίας των Πρεσπών, που τέμνει το σύνολο του πολιτικού φάσματος.

Εδώ και μερικούς μήνες η θεωρία της στρατηγικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ ευδοκιμεί στο περιβάλλον ορισμένων στελεχών του πάλαι ποτέ κραταιού ΠΑΣΟΚ, που προέρχονται κυρίως από το καλούμενο μπλοκ των εκσυγχρονιστών καθώς και σε φιλικά προς αυτούς ΜΜΕ. Η προφανής αοριστία και ασάφεια της ενλόγω θεωρίας στερούσε από τους εφευρέτες και οπαδούς αυτής οποιαδήποτε δυνατότητα αξιοποίησης στην αντιπαράθεση με το ΣΥΡΙΖΑ και τους πολίτες, που εγκατέλειψαν το ΠΑΣΟΚ, δεν ακολούθησαν τα μεταπασοκικά κομματικά σχήματα, μετοίκησαν εκλογικά στο ΣΥΡΙΖΑ και οικοδομούν μια μονιμότερη πολιτική σχέση με τον Αλέξη Τσίπρα.

Έλλειμμα ουσίας

Το προφανές έλλειμμα ουσίας επεχείρησε να καλύψει ο ευρηματικός Ευάγγελος Βενιζέλος με το εφεύρημα της τριπλής αδυναμίας του Αλέξη Τσίπρα να εμποδίσει:

  • τον σχηματισμό Κυβέρνησης από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τους μελλοντικούς πρόθυμους συμμάχους του
  • την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας και
  • την ολοκλήρωση της αναθεώρησης του Συντάγματος από την επόμενη Βουλή.
    Τότε και μόνον τότε, με τον ΣΥΡΙΖΑ γονυπετή, μπορεί να γίνει συζήτηση για ανασυγκρότηση της μεγάλης δημοκρατικής και προοδευτικής παράταξης.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη αυτού του πολιτικού στόχου είναι η εκλογική συντριβή του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές πρέπει να λάβει ποσοστό ψήφων κάτω ή γύρω από το 20%. Καλώς ή κακώς όμως αυτό δεν προκύπτει ούτε στις πλέον μεθοδολογικά προβληματικές δημοσκοπήσεις, που παραγγέλνουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης και τα φιλικά προς αυτούς ΜΜΕ. Άλλωστε, επειδή τα γεγονότα είναι επίμονα και η πραγματικότητα δύστροπη, συχνά οι πολιτικοί αρνούνται την πραγματικότητα και αντιστέκονται στα γεγονότα, μολονότι είναι τα μόνα μέρη, που μπορεί να βρουν ένα κάποιο ποσοστό ψήφων.

Εφόσον σε κάθε σύγκρουση του επιθυμητού με το πραγματικόν κυριαρχεί η αμείλικτη πραγματικότητα, η θεωρία της στρατηγικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ, παρά την ευδιάκριτη οίηση, που αποπνέει, δεν έχει καμιά τύχη. Και αυτό, γιατί:

  • οι επόμενες βουλευτικές εκλογές είναι αμφίρροπη αναμέτρηση (ντέρμπι) μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ,
  • μέχρι την έκδοση των εκλογικών αποτελεσμάτων δεν υπάρχει ούτε νικητής ούτε ηττημένος,
  • σε κάθε περίπτωση, όμως, είτε νικήσει ο ΣΥΡΙΖΑ είτε πρωτεύσει η ΝΔ, η εκλογική και πολιτική κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ στον χώρο της Αριστεράς, Κεντροαριστεράς και Σοσιαλδημοκρατίας θα είναι αδιαμφισβήτητη, αφού ο έτερος διεκδικητής του ίδιου χώρου, δηλαδή το ΚΙΝΑΛ, θα κινείται σε εκλογικά ποσοστά περί το 5% του εκλογικού σώματος.

Θνησιγενής θεωρία

Εν ολίγοις, η θεωρία της στρατηγικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ είναι θνησιγενής, δεν έχει προοπτική ευδοκίμησης στην πράξη και δεν θα προλάβει ούτε καν να συντριβεί στο σκόπελο της ανελέητης κάλπης. Και αυτό, γιατί η στάση των πολιτικών κομμάτων έναντι της Συμφωνίας των Πρεσπών δρομολογεί ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις. Η τοποθέτηση πολιτικών προσώπων και κομμάτων στο ζήτημα της ρύθμισης των σχέσεων Ελλάδας και Π.Γ.Δ.Μ. (FYROM) καθίσταται κριτήριο αναδιάταξης των πολιτικών δυνάμεων κυρίως στο χώρο της Κεντροαριστεράς, της Σοσιαλδημοκρατίας και του Δημοκρατικού Κέντρου.

Η απόφαση για έναρξη διαπραγματεύσεων με το βόρειο γείτονα και η επίτευξη της Συμφωνίας των Πρεσπών ενέχει ρίσκο και συνεπάγεται πολιτικό κόστος. Ο Αλέξης Τσίπρας επέδειξε πολιτική τόλμη, ανέλαβε το προσωπικό ρίσκο και απεδέχθη το πολιτικό κόστος. Πρόκειται για στοίχημα, που - παρά την σύμφυτη αβεβαιότητα ως προς τα βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα του - λειτουργεί ως καταλύτης τεκτονικών διεργασιών στο πολιτικό τοπίο και εγκαθιστά τον Αλέξη Τσίπρα στο κέντρο των πολιτικών εξελίξεων για τη διαμόρφωση της μεγάλης δημοκρατικής προοδευτικής συμπαράταξης.

Την 13-1-2019 στο Μέγαρο Μουσικής ο Αλέξης Τσίπρας απηύθυνε πρόσκληση για την ανασυγκρότηση της μεγάλης δημοκρατικής προοδευτικής παράταξης, που σε όλες τις δύσκολες φάσεις της ιστορίας του τόπου σήκωσε το βάρος της προάσπισης των εθνικών και λαϊκών συμφερόντων. Η πρόσκληση για ένα μέτωπο κοινής λογικής και εθνικής ευθύνης έχει αποδέκτες όλους όσους αντιμάχονται τις αντιδραστικές και συντηρητικές δυνάμεις, που σήμερα εκφράζονται με εθνικιστική υστερία, ακροδεξιό λαϊκισμό και νεοφιλελεύθερη αναλγησία και είναι είτε ενεργοί πολίτες, είτε κομματικά στελέχη, είτε πολιτικές συλλογικότητες, είτε πολιτικά κόμματα.

Αυτό το γενικό προσκλητήριο δεν επιτρέπει ούτε αποκλεισμούς ούτε ηγεμονισμούς, πλην όμως δεν χωρά τους πάντες και τα πάντα, αφού προκύπτει ως αναπόφευκτη συνέπεια των ορατών κινδύνων παλινόρθωσης των πολιτικών δυνάμεων, που οδήγησαν την Ελλάδα στη πρόσφατη κρίση με τις καταστροφικές συνέπειες για την μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών.
Εφόσον η πολιτική δεν είναι άθλημα αριστοκρατών, προνόμιο ολίγων εκλεκτών, τιμάριο κληρονόμων, αλλά είναι πεδίο αντιπαράθεσης ιδεών και σύγκρουσης συμφερόντων, όπου οι πολίτες έχουν δικαίωμα και καθήκον συμμετοχής, η ανταπόκριση σε αυτό το προσκλητήριο είναι και δημοκρατική υποχρέωση και πατριωτικό καθήκον.


Πηγή: HotDoc