Το απωθημένο τραύμα της Κίνας

Πέτρος Παπακωνσταντίνου
273
Το απωθημένο τραύμα της Κίνας, Πέτρος Παπακωνσταντίνου

Στις 4 Ιουνίου του 1989, στρατιώτες και τεθωρακισμένα έπνιξαν στο αίμα τη μεγαλύτερη εξέγερση που γνώρισε ποτέ η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας στην κεντρική πλατεία Τιενανμέν του Πεκίνου. Η συμπλήρωση τριάντα χρόνων από τα τραγικά γεγονότα τροφοδότησε αφιερώματα και αναλύσεις σε όλον τον κόσμο εκτός από την Κίνα, όπου η επέτειος πέρασε απαρατήρητη. Προφανώς, η αυστηρή λογοκρισία έπαιξε τον ρόλο της, αλλά αυτή είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι οι περισσότεροι από τους παλιούς αντικαθεστωτικούς, μεσόκοποι πια, έχουν επιστρέψει στην Κίνα και συμβιβαστεί με την ηγεσία της, ενώ οι νεότερες γενιές προτάσσουν τις σπουδές και τον πλουτισμό έναντι των αγώνων για ελευθερία και δημοκρατία.

Αλλιώς φαίνονταν τα πράγματα το θυελλώδες 1989. Το ντόμινο της κατάρρευσης στην Ανατολική Ευρώπη είχε ξεκινήσει και η ΕΣΣΔ είχε εναποθέσει τις τελευταίες της ελπίδες στην περεστρόικα του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Οι πιθανότητες να ακολουθήσει η Κίνα τον ίδιο δρόμο φαίνονταν ισχυρές. Υπό την καθοδήγηση του ανώτατου ηγέτη Ντενγκ Ξιαοπίνγκ, η χώρα είχε αρχίσει τα ανοίγματα προς την οικονομία της αγοράς ήδη από το 1978. Κάτω από τις φτερούγες του Ντενγκ, ο Χου Γιαομπάνγκ, γενικός γραμματέας του ΚΚ από το 1982 έως το 1987, είχε προχωρήσει σε μια ορισμένη πολιτική φιλελευθεροποίηση με περιορισμό της λογοκρισίας και ανοχή σε ετερόδοξες απόψεις. Τον ίδιο δρόμο ακολούθησε στη σύντομη θητεία του ο διάδοχός του, Ζάο Ζιγιάνγκ, παρά τις λυσσαλέες αντιδράσεις στα ανώτατα ηγετικά κλιμάκια.

Ο θάνατος του Χου

Αυτή η ρωγμή που άνοιξε στην κορυφή της εξουσίας επέτρεψε την απότομη είσοδο του πλήθους στο προσκήνιο. Την αφορμή έδωσε ο θάνατος του Χου Γιαομπάνγκ, στις 15 Απριλίου του 1989. Ομάδες φοιτητών διοργάνωσαν στα πανεπιστήμια συγκεντρώσεις μνήμης στον Χου, προτάσσοντας συνθήματα για δημοκρατία και ελευθερίες. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το φοιτητικό κίνημα έπαιζε τον ρόλο του πυροκροτητή λαϊκής εξέγερσης. Το πατριωτικό - αντιιμπεριαλιστικό κίνημα της 4ης Ιουλίου 1919, όπου οι φοιτητές είχαν παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο, ριζοσπαστικοποίησε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, δημιουργώντας την πρώτη μαγιά από την οποία θα ξεπηδούσε δύο χρόνια αργότερα το ΚΚ Κίνας.

Τούτη τη φορά, η φοιτητική εξέγερση στο Πεκίνο προσείλκυσε μεγάλα πλήθη εργατών, οι οποίοι, δυσαρεστημένοι με την άνοδο των τιμών και την αύξηση των ανισοτήτων λόγω των φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, δημιουργούσαν αυτόνομες ενώσεις, έξω από τον έλεγχο των Αρχών. Η δημοκρατία ήταν ο κοινός παρονομαστής και των δύο ομάδων, έστω κι αν οι εργάτες τραγουδούσαν τη Διεθνή, ενώ οι φοιτητές ύψωναν ένα άγαλμα ύψους δέκα μέτρων, τη «Θεά της Δημοκρατίας» κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Αγάλματος της Ελευθερίας.

Ωστόσο, η κινεζική γραφειοκρατία δεν θα ακολουθούσε τον δρόμο της σοβιετικής και ο Ντενγκ δεν θα γινόταν ποτέ Γκορμπατσόφ. Δίνοντας εντολή για την ανελέητη συντριβή της εξέγερσης, πόνταρε σε αυτό που οι Δυτικοί θεωρούσαν μακροπρόθεσμα μη βιώσιμο: τον συνδυασμό οικονομικού φιλελευθερισμού και πολιτικού αυταρχισμού. Μέσα σε λίγα χρόνια, η Αμερική και οι σύμμαχοί της κατήργησαν τις κυρώσεις που είχαν επιβάλει προσωρινά στην Κίνα για την αιματηρή καταστολή του 1989 και την υποδέχθηκαν με ανοιχτές αγκάλες στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.

Τα αποτελέσματα ήταν θεαματικά. Από το 1980 μέχρι το 2018 η Κίνα ανέβασε το ποσοστό της στο παγκόσμιο ΑΕΠ από 2,3% σε 18,5%, ξεπερνώντας με όρους αγοραστικής δύναμης τις ΗΠΑ. Στη δεκαετία που διανύουμε, ο αναδυόμενος γίγαντας αφήνει σταδιακά πίσω του το μοντέλο μιας οικονομίας που βασίζεται στην αντιγραφή ξένης τεχνολογίας και στα χαμηλά μεροκάματα, για να γίνει ανταγωνιστικός σε τεχνολογίες αιχμής: Baidu, Alibaba, Tencent, Lenovo και Huawei ανταγωνίζονται τα αμερικανικά μεγαθήρια του Διαδικτύου, του ηλεκτρονικού εμπορίου, των υπολογιστών, των smartphones και των τηλεπικοινωνιών. Από τις επτά ισχυρότερες εταιρείες στον χώρο της τεχνητής νοημοσύνης, τέσσερις είναι αμερικανικές και τρεις κινεζικές.

Διαφορετικές συνθήκες

Σε αυτό το φόντο, δεν είναι περίεργο που η κινεζική γραφειοκρατία ανέκτησε μια ορισμένη πολιτική νομιμοποίηση. Οι νεότερες γενιές που δεν γνώρισαν, όπως η γενιά της Τιενανμέν, την πολύ μεγάλη στέρηση, που μπορούν να επιλέγουν το επάγγελμά τους, να σπουδάζουν στην Αμερική, να κάνουν τουρισμό στο Παρίσι, να παντρεύονται στη Σαντορίνη και να ενημερώνονται στο Διαδίκτυο, δεν έχουν την ίδια ιδεαλιστική εικόνα για τη Δύση που είχαν πολλοί από τους γονείς τους. Αλλωστε, η δυτική δημοκρατία δεν ζει τις καλύτερες μέρες της, αφού το οικείο στους Κινέζους κράμα εθνικισμού-αυταρχισμού βρίσκεται σε άνοδο από την Αμερική του Τραμπ μέχρι την Ιαπωνία του Αμπε, περνώντας από την Ιταλία του Σαλβίνι.

Παρ’ όλα αυτά, η κινεζική ηγεσία υπό τον Σι Τζινπίνγκ δεν αισθάνεται και τόσο σίγουρη για τον εαυτό της και για τον λαό της. Το «Σινικό Τείχος» της λογοκρισίας στο Διαδίκτυο, η αυστηρή επιτήρηση πολιτών και πόλεων με σένσορες και συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, οι πρόσφατες συλλήψεις φεμινιστριών και ακτιβιστών εργατών, ακόμη και η απειλή διάλυσης της Εταιρείας Μαρξιστικών Σπουδών του Πεκίνου από την ηγεσία του ΚΚ αποτελούν δείγματα γραφής. Οι ενδογενείς αντιθέσεις του κινεζικού μοντέλου και οι επιπτώσεις του οικονομικού πολέμου από τις ΗΠΑ θα φέρουν σύντομα τους ηγέτες της μεγάλης χώρας ενώπιον ιστορικών προκλήσεων και το απωθημένο, συλλογικό τραύμα της 4ης Ιουνίου του 1989 μοιραία κάποια στιγμή θα επιστρέψει.


Πηγή: kathimerini.gr