Από τον πατέρα Χαφέζ στον υιό Μπασάρ αλ Άσαντ

Γιώργος Λυκοκάπης
29
Η Συρία από τον πατέρα Χαφέζ στον υιό Μπασάρ αλ Άσαντ, Γιώργος Λυκοκάπης

Γράφει ο Γιώργος Λυκοκάπης  – 

Συχνά τα γεγονότα της «Αραβικής Άνοιξης» παρουσιάζονται ως μία συνωμοσία της κυβέρνησης Ομπάμα, που αποσκοπούσε στον έλεγχο της Μέσης Ανατολής. Η θεωρία αυτή παραβλέπει τον ρόλο σημαντικών περιφερειακών χωρών της περιοχής. Κορυφαίο παράδειγμα η περίπτωση του Ιράν. Ο ανώτατος πνευματικός ηγέτης των σιιτών Αγιοτολάχ Χαμεϊνί είχε χαρακτηρίσει τον ξεσηκωμό των αραβικών μαζών στην Τυνησία και στην Αίγυπτο «μία γνήσια ισλαμική αφύπνιση».

Αυτή η δήλωση έγινε τον Φεβρουάριο του 2011. Τότε που η «Αραβική Άνοιξη» φαινόταν να αποσταθεροποιεί μόνο τα διεφθαρμένα φιλοδυτικά καθεστώτα του Μπεν Αλί στην Τυνησία και του Χόσνι Μουμπάρακ στην Αίγυπτο. Το Ιράν θεωρούσε πως το καθεστώς Άσαντ στην Συρία είχε ευρεία λαϊκή νομιμοποίηση λόγω της αντιπαράθεσης του με το Ισραήλ. Όπως γνωρίζουμε η Τεχεράνη έσφαλε τραγικά στις εκτιμήσεις της.

Σύντομα η Συρία θα βυθιζόταν στο χάος ενός αιματηρού εμφυλίου πολέμου. Έμοιαζε πιθανή η ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ. Το Ιράν δεν είχε άλλη επιλογή από το να υποστηρίξει έναν ιστορικό σύμμαχο του στον αραβικό κόσμο. Μία συμμαχία που ξεκίνησε από τα χρόνια του Χαφέζ Άσαντ, τον πατέρα του Μπασάρ. Πτέραρχος της συριακής πολεμικής αεροπορίας, κορυφαίο στέλεχος του εθνικιστικού κόμματος Μπάαθ, ανέλαβε την εξουσία το 1970 μετά από ένα αναίμακτο πραξικόπημα.

Ο ίδιος ήταν αλαουίτης, ένα ισλαμικό δόγμα που θεωρείται αιρετικό για το σουνιτικό Ισλάμ. Πιστός στον αραβικό εθνικισμό απέφυγε τα ανοίγματα στο πολιτικό Ισλάμ, σε αντίθεση με άλλους Άραβες ηγέτες. Στην μπααθική Συρία της δεκαετίας του ’70 δεν εισήχθησαν διατάξεις της Σαρία στην νομοθεσία της χώρας, όπως στην Αίγυπτο του Σαντάτ. Το σύνταγμα της Συρίας αναγνώριζε διευρυμένο ρόλο στις γυναίκες και στην πολυάριθμη χριστιανική μειονότητα της χώρας.

Η βεντέτα με το πολιτικό Ισλάμ

Ο διάδοχος του Ανουάρ Σαντάτ, ο Χόσνι Μουμπάρακ, έδειχνε ανοχή στο κοινωνικό έργο των Αδελφών Μουσουλμάνων. Είναι ο λόγος που η οργάνωση κατάφερε να αποκτήσει ευρεία λαϊκή επιρροή, με συνέπεια να σχηματίσει την πρώτη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση στην Αίγυπτο το 2011. Είχε διαύλους επικοινωνίας και με τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας, οι οποίοι φυσικά αποκόπηκαν μετά το πραξικόπημα του αιγυπτιακού στρατού το 2013. Στον αντίποδα του Μουμπάρακ, ο Χαφέζ Άσαντ είχε απαγορεύσει από τις αρχές του ’80 όλες τις δραστηριότητες των Σύρων Αδελφών Μουσουλμάνων.

Επομένως στην Συρία του Άσαντ δεν υπήρχε ο ζωτικός χώρος για να δράσει το πολιτικό Ισλάμ, λόγω της αποτελεσματικής καταστολής του μπααθικού καθεστώτος. Όταν ξέσπασε η Αραβική Άνοιξη στην Συρία κυρίαρχα στο πολιτικό Ισλάμ της χώρας ήταν ακραία τζιχαντιστικά στοιχεία. Δεν είχαν την παραμικρή σχέση με το μετριοπαθές προφίλ της Αδελφότητας στην Αίγυπτο. Ανυπομονούσαν να πάρουν αιματηρή εκδίκηση από το «άπιστο καθεστώς» Άσαντ και τους υποστηρικτές του, για την καταστολή των προηγούμενων ετών.

Το τζιχαντιστικό Ισλάμ χρηματοδοτούμενο από την Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και την Τουρκία κυριάρχησε εύκολα στην συριακή αντιπολίτευση. Ριάντ, Ντόχα και Άγκυρα θεωρούσαν πως η πτώση του Μπασάρ αλ Άσαντ ήταν θέμα ημερών. Ο νεαρός Μπασάρ είχε σπουδάσει οδοντιατρική στο Λονδίνο και κλήθηκε εσπευσμένα να αναλάβει την ηγεσία της χώρας μετά τον θάνατο του πατέρα του το 2000. Δεν θύμιζε σε τίποτα τον ιστορικό ηγέτη της Συρίας, έναν έμπειρο βετεράνο των μεγάλων αραβοϊσραηλινών πολέμων.

Το καθεστώς του όμως άντεξε διότι είχε κοινωνικά ερείσματα στις πολυάριθμες μειονότητες της χώρας. Ειδικά όταν άρχισαν να εισρέουν στην Συρία στρατιές φανατικών της τζιχάντ από όλο τον κόσμο, η στήριξη στον Άσαντ έγινε μονόδρομος για τους αλαουίτες, και τους χριστιανούς της Συρίας. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται και οι σιίτες μουσουλμάνοι, οι οποίοι είχαν στοχοποιηθεί λόγω της υποστήριξης της Τεχεράνης στον Άσαντ.

Δεσμοί «αίματος» Δαμασκού-Τεχεράνης

Φυσικά ο Άσαντ δεν θα κατάφερνε να επιβιώσει χωρίς την συνδρομή της Ρωσίας και του σιιτικού Ιράν. Οι ρίζες της συμμαχίας Ιράν-Συρίας, βρίσκονται στον πόλεμο Ιράν-Ιράκ την δεαετία του ’80. Ο πατέρας Άσαντ ήταν ο μόνος Άραβας ηγέτης που υποστήριξε τον Αγιοτολάχ Χομεινί στον πολυετή αιματηρό πόλεμο με τον Σαντάμ Χουσείν. Παρόλο που ο Ιρακινός δικτάτορας ήταν επικεφαλής ενός κοσμικού μπααθικού καθεστώτος, ιδεολογικά συγγενές με το καθεστώς της Δαμασκού. Τα αίτια της απόφασης του πατρός Άσαντ πρέπει να αναζητηθούν στον εμφύλιο πόλεμο του Λιβάνου.

Στον πρώτο μεγάλο εμφύλιο της Μέσης Ανατολής είχαν βρεθεί αντιμέτωπες οι παραστρατιωτικές οργανώσεις των χριστιανών Μαρωνιτών και των Παλαιστίνιων προσφύγων. Μόλις οι Παλαιστίνιοι φενταγίν απέρριψαν την ειρηνευτική πρωτοβουλία της Δαμασκού για τον τερματισμό του εμφυλίου, ο Άσαντ θεώρησε ότι δέχτηκε ιταμή προσβολή. Το 1976 διέταξε τον συριακό στρατό να εισβάλει στον Λίβανο εναντίον των Παλαιστινίων, παρόλο που τους υποστήριζε το προηγούμενο διάστημα. Η συριακή εισβολή επικροτήθηκε αρχικά από την Δύση, το Ισράηλ και τις χριστιανικές κοινότητες του Λιβάνου.

Με τον Χαφέζ Άσαντ να κατηγορείται ως «προδότης» της παλαιστινιακής υπόθεσης, τα συριακά κατοχικά στρατεύματα είχαν ανάγκη από έναν σύμμαχο στον Λίβανο. Δεν υπήρχε πιο αξιόπιστος από τον πολυάριθμο σιιτικό πληθυσμό της χώρας. Οι σιίτες του Λιβάνου απείχαν από τις εμφύλιες συγκρούσεις του 1975. Ο Άσαντ γνώριζε πολύ καλά πως λάτρευαν σαν θεό τον Αγιοτολάχ Χομεϊνί.

Οι εξελίξεις δικαίωσαν τον Άσαντ. Το Ιράν συγκρότησε την σιιτική οργάνωση Χεζμπολάχ, η οποία μετέτρεψε τον Λίβανο σε κόλαση για τα ισραηλινά στρατεύματα κατοχής, όχι όμως και για τα συριακά. Δαμασκός και Τεχεράνη καθορίζουν τις εξελίξεις από κοινού στον Λίβανο, συνεργαζόμενοι αρμονικά με την Χεζμπολάχ. Βλέπουμε πως η συνεργασία αυτή ισχύει μέχρι και σήμερα, καθώς επίλεκτες δυνάμεις του Ιράν και της Χεζμπολάχ πολεμούν με τις δυνάμεις του Άσαντ στον συριακό εμφύλιο.

Πρέπει να σημειώσουμε πως το αλαουϊτικό ισλαμικό δόγμα συγγενεύει με τον σιιτικό Ισλάμ, ενώ ο Σαντάμ Χουσεϊν προέρχονταν από τις τάξεις της σουνιτικής μειονότητας του Ιράκ. Είναι μία εξήγηση γιατί πρώην πρωτοκλασάτα στελέχη του ιρακινού μπααθικού καθεστώτος, εντάχθηκαν στις τάξεις των σουνιτικών τζιχαντιστικών ομάδων, μία ετερόκλητη συμμαχία που εδραίωσε τον ISIS στο Ιράκ.

Η παρακαταθήκη του Χαφέζ αλ Άσαντ

Όταν ο Χαφέζ Άσαντ πέθανε το 2000 ο Ζακ Σιράκ τον χαρακτήρισε «σπουδαίο πολιτικό και μεγάλο πατριώτη». Αυτή είναι η μεγαλύτερη ιστορική παρακαταθήκη του πατρός Άσαντ. Κατάφερε να τον αντιμετωπίζει η Δύση με σεβασμό και να μην τον θεωρεί «παρία» της διεθνούς κοινότητας. Φρόντισε βέβαια προηγουμένως να προχωρήσει σε ορισμένα «ανοίγματα» στις ΗΠΑ.

Το 1990 υποστήριξε τον πατέρα Μπους στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου, θεωρώντας την εισβολή του Σαντάμ Χουσείν στο Κουβέϊτ μία κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στις ειρηνευτικές συνομιλίες Ισραηλινών -Παλαιστινίων στο Όσλο το 1994. Ο τότε Αμερικανός Πρόεδρος Κλίντον επαίνεσε την συνεισφορά του.

Η κυβέρνηση του υιού Μπους δεν ακολούθησε την στρατηγική των προκατόχων του. Ενέταξε την Συρία στον περίφημο «άξονα του κακού», μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Οι σχέσεις Ουάσιγκτον-Δαμασκού αποκαταστάθηκαν επί προεδρίας Ομπάμα το 2009 και παρέμειναν σε καλό κλίμα μέχρι το ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης.

Τονίζοντας τον ρόλο της Συρίας στην Μέση Άνατολή ο Χένρι Κίσινγκερ έλεγε «για πόλεμο θες την Αίγυπτο, για ειρήνη την Συρία«. Πιο κυνικά ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Νετανιάχου είχε δηλώσει «ο Άσαντ είναι διάβολος, αλλά τουλάχιστον τον ξέρουμε«. Ο κομβικός ρόλος της Συρίας στην Μέση Ανατολή μας εξηγεί γιατί ο Μπάρακ Ομπάμα δεν προχώρησε σε στρατιωτική δράση στην Συρία, παρά τις έντονες πιέσεις του Ερντογάν και του Σαουδάραβα βασιλιά. Είναι και μία εξήγηση για την περιορισμένη στρατιωτική δράση του Ντόναλντ Τραμπ το προηγούμενο Σάββατο. Γιατί όπως συμπλήρωσε ο Νετανιάχου χωρίς τον Άσαντ θα «ανέβουν οι διάβολοι που δεν ξέρουμε«.