Ο «ψυχρός πόλεμος» της Μέσης Ανατολής

Γιώργος Λυκοκάπης
3

Όταν τον Ιούλιο του 2013 οι αιγυπτιακές ένοπλες δυνάμεις ανέτρεπαν με ένα βίαιο πραξικόπημα την δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση των Αδελφών Μουσουλμάνων, πολλοί αναλυτές είχαν υποστηρίξει πως η χώρα θα οδηγηθεί σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο. Υπήρχε το ιστορικό παράδειγμα της Αλγερίας.

Το 1992, ο αλγερινός στρατός, φοβούμενος την επικράτηση του κόμματος «Μέτωπο Ισλαμικής Σωτηρίας», ακύρωσε τις προγραμματισμένες εκλογές. Ακολούθησε ένας πολυετής εμφύλιος, στον οποίο οι ισλαμιστές ηττήθηκαν οριστικά.

Αν και μετά το πραξικόπημα ακολούθησαν βίαιες επιθέσεις τζιχαντιστών στην Αίγυπτο, η κατάσταση δεν θυμίζει σίγουρα εμφύλιο. Το καθεστώς του στρατάρχη Σίσι κυβερνά με σιδηρά πυγμή, έχοντας καταστείλει οποιαδήποτε αντιπολιτευτική δραστηριότητα. Το πραξικόπημα, όμως, είχε και ευρεία κοινωνική στήριξη.

Για πολλούς Αιγυπτίους το κόμμα των Αδελφών Μουσουλμάνων δεν επεδίωκε μία κοσμική δημοκρατία δυτικού τύπου, αλλά την «ισλαμική» δημοκρατία. Δηλαδή την μετατροπή της χώρας σε ένα μονοκομματικό, ολοκληρωτικό, καταπιεστικό καθεστώς που θα βασίζεται στην Σαρία, τον Κορανικό Ιερό Νόμο. Όπως είχε πει ένας άλλος ισλαμιστής που κατέκτησε την εξουσία με δημοκρατικές διαδικασίες, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, «η δημοκρατία είναι μέσο, δεν είναι σκοπός».

Tα τανκς χορεύουνε στο Κάιρο

Η παλινόρθωση ενός αυταρχικού στρατιωτικού καθεστώτος, που σήμανε το οριστικό τέλος της «Αραβικής Άνοιξης», δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς την πολύτιμη βοήθεια της Σαουδικής Αραβίας. Το γεγονός μοιάζει παράδοξο. Ένα μοναρχικό καθεστώς που εφαρμόζει την Σαρία στηρίζει μία κοσμική δικτατορία και όχι τους οπαδούς της Σαρία, τα μέλη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.

Το (σουνιτικό) Ριάντ στήριξε το πραξικόπημα του αιγυπτιακού στρατού από την πρώτη στιγμή, προσφέροντας οικονομική ενίσχυση πολλών δισ. δολαρίων, την στιγμή που οι οπαδοί των (επίσης σουνιτών) Αδελφών Μουσουλμάνων φυλακίζονταν και βασανίζονταν κατά χιλιάδες. Δεν υπήρχε καμία σοβαρή διεθνής αντίδραση κατά του πραξικοπήματος.

Οι περισσότερες χώρες περιορίστηκαν σε χλιαρές αντιδράσεις. Μοιάζει να αναφώνησαν όλοι με ανακούφιση «τα τανκς χορεύουνε στο Κάιρο». Οι τρεις χώρες που το καταδίκασαν με σφοδρότητα (Ιράν, Τουρκία και Κατάρ) είναι οι τρεις χώρες που υποστήριξαν από την αρχή την “Αραβική Άνοιξη” για τους δικούς της η καθεμία λόγους.

Όταν οι αραβικές μάζες είχαν ξεσηκωθεί τον Δεκέμβριο του 2010, η οικογένεια των Σαούδ φοβήθηκε ότι θα έχει την τύχη του Αιγύπτιου δικτάτορα Χόσνι Μουμπάρακ. Αμέσως το βασίλειο έσπευσε να μοιράσει επιδόματα στους υπηκόους του για να κατευνάσει τις λαϊκές αντιδράσεις.

Η δήλωση του ανώτατου πνευματικού ηγέτη του σιιτικού Ιράν, Αγιοτολάχ Χαμενεΐ, που χαιρέτισε τις πολυπληθείς διαδηλώσεις των Αράβων μιλώντας για «ισλαμική αφύπνιση», είχε προκαλέσει ιδιαίτερη ανησυχία στο Ριάντ. Δύο φιλοδυτικά καθεστώτα της Τυνησίας και της Αιγύπτου ανατράπηκαν με τις ευλογίες της Άγκυρας και της Τεχεράνης, γεγονός που τα προηγούμενα χρόνια θα είχε σημάνει συναγερμό στις ΗΠΑ.

Το Ιράν θεωρούσε πως ο λαϊκός ξεσηκωμός των Αράβων θα απειλούσε μόνο τα παραδοσιακά φιλοδυτικά καθεστώτα. Έβλεπε πολλές αναλογίες στους διεφθαρμένους Άραβες τυράννους Μπεν Αλί και Χόσνι Μουμπάρακ με τον Σάχη. «Δικτάτορα» αποκαλούσε και τον ηγέτη της Λιβύης Μουαμάρ Καντάφι, καθώς ο συνταγματάρχης δεν θύμιζε τον ριζοσπάστη των προηγούμενων ετών.

Η γιγάντωση του Ισλαμικού κράτους

Το Ιράν δεν διάβασε σωστά τα γεγονότα, όπως έδειξε ο εμφύλιος πόλεμος στην Συρία που ακολούθησε. Απειλήθηκε η εξουσία του Μπασάρ Αλ Άσαντ, του πιο στενού σύμμαχου της Τεχεράνης στον αραβικό κόσμο. Επιχείρησε να ανατρέψει το καθεστώς του μία ετερόκλητη συμμαχία που περιλάμβανε μέχρι και ομάδες φανατικών τζιχαντιστών, τους οποίους στήριζε η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και η Τουρκία. Σ’ εκείνες τις συνθήκες ιδρύθηκε και γιγαντώθηκε το Ισλαμικό Κράτος που σπέρνει τον τρόμο στις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις και όχι μόνο.

Αν και οι σιίτες αντιπροσωπεύουν μόνο το 15% του μουσουλμανικού κόσμου, οι Σαουδάραβες βλέπουν με ανησυχία την αυξανόμενη επιρροή του Ιράν στην ευρύτερη περιοχή. Ο πρώην Πρόεδρος Μπους κατέτασσε το Ιράν στον «Άξονα του Κακού», αλλά με την πολιτική του το ενίσχυσε στην πράξη. Ο Μπους είχε διεξαγάγει πολέμους κατά των σουνιτών Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν (μεγάλων εχθρών των Ιρανών) και του (σουνίτη) Σαντάμ Χουσεΐν.

Ειδικά στο μετά-Σαντάμ Ιράκ η επιρροή των σιιτικών παραστρατιωτικών δυνάμεων ενισχύθηκε σημαντικά, όπως είχε γίνει τα προηγούμενα χρόνια στον Λίβανο με την σιιτική οργάνωση Χεζμπολάχ. Το Ιράν έπαψε να είναι απομονωμένο στον μουσουλμανικό κόσμο. Είχε στενές οικονομικές και διπλωματικές σχέσεις με το Κατάρ, ενώ είχε βρει ένα modus vivendi και με την Τουρκία, παρά τη στρατηγική αντιπαλότητά τους.

Οι σχέσεις αυτές επηρεάστηκαν από τον εμφύλιο της Συρίας, αλλά δεν κατέρρευσαν. Παρά την στήριξη του Κατάρ και της Τουρκίας σε ομάδες τζιχαντιστών που πολεμούσαν τις δυνάμεις του Άσαντ και σφάγιαζαν σιίτες, η Τεχεράνη καταδίκασε από το πρώτο λεπτό την απόπειρα πραξικοπήματος εναντίον του Ερντογάν, όταν οι οπαδοί του Σύρου προέδρου πανηγύριζαν στην Δαμασκό.

Σύγκρουση των πολιτισμών

Το Ιράν κατόρθωσε να έχει επιρροή και στην Αίγυπτο, την μεγαλύτερη χώρα του αραβικού κόσμου. Για πρώτη φορά από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, Αιγύπτιος πρόεδρος (ο προερχόμενους από τους Αδελφούς Μουσουλμάνους Μοχάμεντ Μόρσι) υποδέχονταν στο Κάιρο τον Ιρανό ομόλογό του.

Για τον Μόρσι ήταν λεπτομέρεια οι αιματηρές διώξεις της συριακής Μουσουλμάνικης Αδελφότητας από το καθεστώς οικογένεια Άσαντ, τον πιο στενό σύμμαχο του Ιράν. Η πρωτοκαθεδρία της Σαουδικής Αραβίας στον μουσουλμανικό κόσμο έμοιαζε να απειλείται από τους σιίτες του Ιράν. Πολλές σουνιτικές κυβερνήσεις αγνοούσαν τον Σαουδάραβα μονάρχη, επιδιώκοντας την φιλία του Ιράν. Για την οικογένεια Σαούδ η στάση αυτή ήταν ασέβεια, αν όχι προδοσία. Η αυξανόμενη σιιτική επιρροή έπρεπε να συντριβεί πάση θυσία.

Ο Σάμουελ Χάντιγκτον, στην «Σύγκρουση των πολιτισμών», είχε υποτιμήσει τη σημασία των αντιθέσεων στους κόλπους του μουσουλμανικού κόσμου. Αυτές οδήγησαν σε έναν ακήρυχτο εσωτερικό πόλεμο μεταξύ σουνιτών και σιιτών τα τελευταία χρόνια στην Μέση Ανατολή. Ξεκίνησε στο Ιράκ, συνεχίσθηκε στην Συρία, ακολούθησε η καταστολή της σιιτικής εξέγερσης στο Μπαχρέιν από τα σαουδαραβικά στρατεύματα, το πραξικόπημα στην Αίγυπτο και φθάσαμε στον πόλεμο της Σαουδικής Αραβίας έναντι των σιιτών ανταρτών Χούθι στην Υεμένη.

Τα πετρέλαια και οι ΗΠΑ

Το Ριάντ δεν πρόκειται να δεχτεί καμία αμφισβήτηση του status quo στη Μέση Ανατολή από την Τεχεράνη. Αντέδρασε με οργή στην συμφωνία που πέτυχε η διεθνής κοινότητα για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν τον Ιούλιο του 2015. Οι Σαούδ θεώρησαν ότι δέχτηκαν «πισώπλατη μαχαιριά» από τον τότε Αμερικανό πρόεδρο Μπάρακ Ομπάμα, τον οποίο θεωρούσαν «ενδοτικό» έναντι της Τεχεράνης.

Με την ιστορική αυτή συμφωνία άναψε το “πράσινο φως” στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κόσμου να κλείσουν συμφωνίες πολλών δισ. δολαρίων με το Ιράν. Ήταν θέμα χρόνου η άρση των κυρώσεων στην πετρελαιοβιομηχανία του Ιράν και της πολυετούς απομόνωσης της χώρας. Ο τότε υποψήφιος πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ την είχε χαρακτηρίσει «κακή συμφωνία», δηλώνοντας εμφατικά: «ο Ομπάμα ήταν ένας καλός πρόεδρος για το Ιράν, εγώ δεν θα είμαι καθόλου».

Όπως έδειξε στην πρόσφατη περιοδεία του στην Μέση Ανατολή, ως πρόεδρος, ο Τραμπ θεωρεί την Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ τους σημαντικότερους συμμάχους των ΗΠΑ. Οι δύο αυτές χώρες είναι οι μεγαλύτεροι αντίπαλοι του Ιράν. Το Ισραήλ έχει πει δημοσίως ότι πρέπει να γίνουν στρατιωτικές επιδρομές κατά των ιρανικών πυρηνικών εργοστασίων.

Η στρατηγική του Τραμπ δεν μοιάζει να είναι ένα στρατιωτικό χτύπημα κατά της Τεχεράνης. Το Ιράν έχει πανίσχυρο στρατό και άριστες σχέσεις με την Ρωσία. Μία επίθεση κατά του Ιράν θα έφερνε τον πρόεδρο Τραμπ αντιμέτωπο με την Μόσχα, την οποία έχει ανάγκη για την ειρήνη στην Συρία και για την αντιμετώπιση της πυρηνικής απειλής της Βορείου Κορέας.

Ο Τραμπ έχει σκοπό να συνεχίσει τις οικονομικές κυρώσεις και την απομόνωση της Τεχεράνης. Με αυτόν τον τρόπο πιστεύει πως θα εντείνει την κοινωνική δυσαρέσκεια στο Ιράν, ειδικά μεταξύ της πολυάριθμης νεολαίας του. Θεωρεί πως θα επαναληφθούν τα γεγονότα της «Πράσινης Επανάστασης» του 2009. Τότε είχαν σημειωθεί αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις στο Ιράν, τις οποίες κατάφεραν να καταστείλουν με επιτυχία οι πολιτοφύλακες του καθεστώτος.

Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Τίλερσον υποστήριξε ξεκάθαρα την αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, λέγοντας σε επιτροπή του Κογκρέσου «πρέπει να στηρίξουμε τα στοιχεία στο εσωτερικό του Ιράν, που θα οδηγήσουν σε ειρηνική μετάβαση». Όπως είπε πια απλά ο πρόεδρος Τραμπ σε ομιλία προς τους Άραβες ηγέτες «απομονώστε το Ιράν».