Η ανάπτυξη του πανεπιστημιακού ασύλου ως θεσμού – Η νομοθετική κατοχύρωση

-
168
Η ανάπτυξη του πανεπιστημιακού ασύλου ως θεσμού – Η νομοθετική κατοχύρωση

Γράφει ο Κωνσταντίνος Σπηλιακόπουλος* - 

Το άσυλο των πανεπιστημίων, ως θεσμός, σε αντίθεση με ισχυρισμούς που ακούγονται από πολιτικές δυνάμεις, ΜΜΕ και πρόσωπα που επιδιώκουν την κατάργησή του, δεν είναι κάποια ελληνική «καινοτομία». Τουναντίον, μάλιστα, είναι, ως θεσμός, συνυφασμένος με την ίδια την ιστορία του θεσμού του Πανεπιστημίου διεθνώς.

Γεννήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με το πρώτο, κατά την κρατούσα άποψη, Πανεπιστήμιο που ιδρύθηκε διεθνώς, αυτό της Μπολόνια (1088). Μάλιστα, λίγα χρόνια μετά την ίδρυση του Πανεπιστημίου αυτού, το έτος 1155, έλαβε χώρα η πρώτη ρητή νομοθετική κατοχύρωση δικαιωμάτων και ελευθεριών των διδασκόντων και των φοιτητών στο συγκεκριμένο πανεπιστήμιο, που προσομοιάζουν με τον θεσμό του ασύλου όπως τον αντιλαμβανόμαστε σήμερα, με την “Authentica habita” του Αυτοκράτορα Φρειδερίκου Α’ Μπαρμπαρόσσα. Μάλιστα, η κατοχύρωση αυτή περιελάμβανε και ασυλίες, προστασία δηλαδή που καταλάμβανε τα ίδια τα πρόσωπα που έφεραν την ιδιότητα του διδάσκοντος ή του φοιτητή, πέραν του ασύλου, το οποίο καταλαμβάνει τον χώρο και όχι τα πρόσωπα.[1]

Στη συνέχεια ο θεσμός του ασύλου, είτε εθιμικώ δικαίω είτε με διάφορων τύπων νομοθετικές κατοχυρώσεις που ποίκιλαν από χώρα σε χώρα και από εποχή σε εποχή, αναπτύχθηκε παράλληλα με την ανάπτυξη του θεσμού του Πανεπιστημίου εν γένει. Στα σύγχρονα δυτικά κράτη έπαιξε κομβικό ρόλο και ερχόταν πάντοτε στο προσκήνιο της αντιπαράθεσης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων αλλά και στην κοινωνία εν γένει, κάθε φορά που ξεσπούσε κάποιο μαζικό κίνημα με αφετηρία ή κέντρα αγώνα τα πανεπιστήμια, κίνημα είτε αμιγώς φοιτητικό είτε πανεκπαιδευτικό είτε και παλλαϊκό.

Χαρακτηριστικά τέτοια παραδείγματα είναι το μαζικό αντιπολεμικό κίνημα ενάντια στο Βιετνάμ στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του ’60 και ο Γαλλικός και ο Γερμανικός Μάης του ’68. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, και σε πλείστες ακόμα, το φοιτητικό κίνημα αξίωνε, εάν δεν υπήρχε ήδη, νομοθετική κατοχύρωση της απαγόρευσης επέμβασης των δυνάμεων ασφαλείας μέσα στα πανεπιστήμια και, ακόμα κι αν δεν υπήρχε τέτοια, πολλές φορές την επέβαλλε στην πράξη την απαγόρευση αυτή κι ας μην περιλαμβανόταν τον τύπο της νομοθετικής κατοχύρωσης.

Όπλο, ασφαλώς, του κινήματος, ώστε να επιβληθεί η απαγόρευση αυτή ήταν η μαζικότητα, η αποφασιστικότητα αλλά και η μακραίωνη παράδοση η οποία θέλει τα πανεπιστήμια, προκειμένου να επιτελέσουν το έργο τους ως κυττάρων παραγωγής πρωτοπόρας και καινοτόμας γνώσης, πρωτοπόρας και καινοτόμας θεωρίας, πρωτοπόρας και καινοτόμας πράξης, να μπορούν να δράσουν ελεύθερα από την απειλή της κρατικής καταστολής. Άλλωστε, η παραγωγή πρωτοπόρας γνώσης και ιδίως η μαζική και οργανωμένη προσπάθεια μετασχηματισμού της σε πράξη, είναι αυτονόητο ότι συχνά μπορεί να απειλήσει την πρωτοκαθεδρία της εκάστοτε καθεστηκυίας τάξης, μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω τα θέσφατα, τα ιερά και τα όσια πάνω στα οποία στηρίζεται η κυριαρχία της, με αποτέλεσμα αυτή να καταφύγει στο μέσο της καταστολής προκειμένου να διασώσει την κυριαρχία της.

Εκεί στηριζόταν και στηρίζεται η αναγκαιότητα του θεσμού του ασύλου και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η αναγκαιότητα αυτή παραμένει υπαρκτή και επίκαιρη όποια κι αν είναι η καθεστηκυία τάξη, όποια κι αν είναι η δομή και η οργάνωση του κράτους.

Η ανάπτυξη του θεσμού του πανεπιστημιακού ασύλου στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα το άσυλο, επίσης συνδέθηκε και αναπτύχθηκε παράλληλα, εθιμικώ δικαίω αρχικά, με την ίδια την ύπαρξη του Πανεπιστημίου, αλλά και παράλληλα με τους φοιτητικούς αγώνες που κατά καιρούς ξεσπούσαν, ήδη από την ίδρυση του πρώτου πανεπιστημίου στην Ελλάδα, του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, το 1837.

Στην πιο πρόσφατη ιστορία, ήδη από τη μετεμφυλιακή εποχή, την περίφημη περίοδο της «βίας και νοθείας», συγκροτήθηκε το «Σπουδαστικό Τμήμα Εθνικής Ασφαλείας», δια μέσου του οποίου η Αστυνομία έλεγχε, «φακέλωνε» και δίωκε τους αγωνιστές φοιτητές, ιδίως δε όσους εξ αυτών ήταν υποστηρικτές «ιδεολογιών σκοπουσών την διά βιαίων μέσων ανατροπήν του υφισταμένου πολιτειακού ή κοινωνικού καθεστώτος», κατά τη διατύπωση του Συντάγματος του 1952.

Παράλληλα, βεβαίως, είχαν συγκροτηθεί και αντιδραστικές, φασιστικές, παρακρατικές φοιτητικές οργανώσεις, με προεξάρχουσα τη διαβόητη «Εθνική Κοινωνική Οργάνωση Φοιτητών» (ΕΚΟΦ), μέλη της οποίας είχαν πλείστες φορές συλληφθεί και διωχθεί ποινικά για συμμετοχή σε βίαιες ενέργειες ενάντια σε αγωνιστές φοιτητές (και όχι μόνο). Κατόπιν, στη Χούντα, ως γνωστόν, οι φοιτητικοί σύλλογοι και η ΕΦΕΕ είχαν διορισμένες από τη Χούντα διοικήσεις και οι φοιτητές ξεκίνησαν να οργανώνουν μαζικά και συστηματικά τον αντιδικτατορικό αγώνα με όχημα κυρίως τους τοπικούς επαρχιακούς φοιτητικούς συλλόγους (Κρητών κλπ.) που, υποτίθεται, ιδρύθηκαν για να προαγάγουν τα τοπικά ήθη και έθιμα της περιοχής τους, εξ ου και διέφυγαν της καταστολής από τη Χούντα.

Παρά ταύτα, ακόμα και στη Χούντα αλλά και κατά την ταραχώδη μετεμφυλιακή και προχουντική περίοδο, η ευθεία εισβολή των δυνάμεων ασφαλείας στους χώρους των πανεπιστημίων, είτε κατόπιν κλήσης από τις διοικήσεις των πανεπιστημίων και εντολής Εισαγγελέα είτε χωρίς προηγούμενη άδεια, ήταν κάτι το ανήκουστο, εξ ου και η εισβολή της Αστυνομίας και του Στρατού στις εξεγέρσεις της Νομικής και του Πολυτεχνείου το 1973 προσελήφθησαν ως κάτι το πρωτοφανές, ακόμα και για δεδομένα Χούντας, και όλα αυτά παρά τη μη ρητή νομοθετική κατοχύρωση του πανεπιστημιακού ασύλου.

Η νομοθετική κατοχύρωση του ασύλου στην Ελλάδα

Ρητή νομοθετική κατοχύρωση του πανεπιστημιακού ασύλου, υπό την έννοια της ρητής απαγόρευσης των δυνάμεων ασφαλείας να εισέρχονται στους πανεπιστημιακούς χώρους, θεσπίστηκε, ως γνωστόν, πρώτη φορά με τον νόμο 1268/1982, ο οποίος, στο άρθρο 2 παρ. 4-8, όριζε τα κάτωθι:

«4. Για την κατοχύρωση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, της ελεύθερης επιστημονικής αναζήτησης και της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών, αναγνωρίζεται το Πανεπιστημιακό Άσυλο.

5. Το Πανεπιστημιακό Άσυλο καλύπτει όλους τους χώρους των Α.Ε.Ι. και συνίσταται στην απαγόρευση επέμβασης της δημόσιας δύναμης στους χώρους αυτούς χωρίς την πρόσκληση ή άδεια του αρμόδιου οργάνου του Α.Ε.Ι., όπως αναφέρεται στη συνέχεια.

6. (α) Το όργανο αυτό είναι τριμελές και αποτελείται από τον Πρύτανη ή το νόμιμο αναπληρωτή του και ανά ένα εκπρόσωπο του Διδακτικού – Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) και των φοιτητών. (β) Ο εκπρόσωπος του Δ.Ε.Π. μαζί με έναν αναπληρωτή είναι μέλη της Συγκλήτου και εκλέγονται από το σύνολο των συγκλητικών μελών του Δ.Ε.Π. Ο εκπρόσωπος των φοιτητών μαζί με τον αναπληρωτή του είναι μέλη της Συγκλήτου και εκλέγονται από το σύνολο των φοιτητών συγκλητικών. (γ) Το όργανο αυτό αποφασίζει μόνο με ομοφωνία των μελών του. Σε περίπτωση διαφωνίας συγκαλείται έκτακτα η Σύγκλητος του Α.Ε.Ι. την ίδια μέρα προκειμένου να αποφασίσει σχετικά. Η τελική απόφαση παίρνεται με πλειοψηφία των 2/3 του συνόλου των παρόντων.

7. Επέμβαση δημόσιας δύναμης χωρίς την άδεια του αρμόδιου οργάνου του Α.Ε.Ι., επιτρέπεται μόνον εφ` όσον διαπράττονται αυτόφωρα κακουργήματα ή αυτόφωρα εγκλήματα κατά της ζωής. 8. Οι παραβάτες των διατάξεων της παρ. 5 για το Πανεπιστημιακό Άσυλο τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών μετά από έγκληση του οργάνου της παρ. 6 ή της Συγκλήτου».

Στη συνέχεια, οι ως άνω διατάξεις τροποποιήθηκαν με το άρθρο 3 του ν. 3549/07, το οποίο όριζε τα εξής:

«1. Στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα κατοχυρώνεται η ακαδημαϊκή ελευθερία στην έρευνα και διδασκαλία, καθώς και η ελεύθερη έκφραση και διακίνηση των ιδεών.

2. Δεν επιτρέπεται η επιβολή ορισμένων μόνον επιστημονικών απόψεων και ιδεών και η διεξαγωγή απόρρητης έρευνας.

3. Το ακαδημαϊκό άσυλο αναγνωρίζεται για την κατοχύρωση των ακαδημαϊκών ελευθεριών και για την προστασία του δικαιώματος στη γνώση, τη μάθηση και την εργασία όλων ανεξαιρέτως των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας των Α.Ε.Ι., και των εργαζομένων σε αυτά, έναντι οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει.

4. Το ακαδημαϊκό άσυλο καλύπτει όλους τους χώρους του Α.Ε.Ι. στους οποίους γίνεται εκπαίδευση και έρευνα. Οι χώροι αυτοί καθορίζονται με απόφαση και ευθύνη της Συγκλήτου για τα Πανεπιστήμια και της Συνέλευσης για τα Τ.Ε.Ι.. Δεν επιτρέπεται η επέμβαση δημόσιας δύναμης στους παραπάνω χώρους, παρά μόνο κατόπιν πρόσκλησης ή άδειας του αρμόδιου οργάνου του Ιδρύματος και με την παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής αρχής.

Διαβάστε τη συνέχεια στο www.syntagmawatch.gr


* Ο Κωνσταντίνος Σπηλιακόπουλος είναι Δικηγόρος, Υποψήφιος Διδάκτορας Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης Παντείου Πανεπιστημίου