ΗΠΑ: Οι Δημοκρατικοί κατά δύο υπουργών του Τραμπ

-
38
Οι Κούρδοι ζητούν διπλωματική εκπροσώπηση στην Ουάσινγκτον

Οι ηγέτες των Δημοκρατικών στην Βουλή των Αντιπροσώπων σχεδιάζουν να προχωρήσουν τις διαδικασίες καταλογισμού απείθειας σε βάρος του υπουργού Δικαιοσύνης Ουίλιαμ Μπαρ και του υπουργού Εμπορίου Γουίλμπουρ Ρος, για την περιφρόνηση που επέδειξαν στις κλήσεις από το Κογκρέσο για την παράδοση εγγράφων, σχετικά με την απογραφή του 2020, σύμφωνα με το “Politico” που επικαλείται υψηλόβαθμους βοηθούς των Δημοκρατικών.

Υπό τις συνθήκες γενικότερης πολιτικής πόλωσης που έχουν εδραιωθεί πλέον στην Ουάσινγκτον, ο καταλογισμός απείθειας σε βάρος των δύο υπουργών από το Κογκρέσο θα τους στιγματίσει πολιτικά, ενώ από την άλλη μεριά, δεν αναμένεται ότι θα προκαλέσει κάποιες σημαντικές συνέπειες, σε πρακτικό επίπεδο πολιτικής δυναμικής ή εξελίξεων. Από την μεριά του υπουργείου Δικαιοσύνης θεωρείται βέβαιο ότι δεν θα υπάρξει απαγγελία κατηγοριών σε βάρος τόσο του Μπαρ, όσο κι οποιουδήποτε άλλου υπουργού της κυβέρνησης Τραμπ.

Είναι γεγονός ότι το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει συμβουλεύσει νομικά του αξιωματούχους της παρούσας κυβέρνησης να μην συμμορφώνονται με τις κλήσεις προς κατάθεση ή προς παράδοση εγγράφων που έχουν εκδοθεί από τις επιτροπές της Βουλής των Αντιπροσώπων, οι οποίες και τελούν υπό τον κοινοβουλευτικό έλεγχο των Δημοκρατικών. Οι Επιτροπές Εποπτείας και Μεταρρυθμίσεων στην Βουλή των Αντιπροσώπων διεξάγουν έρευνα σχετικά με την απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ για την προσθήκη ερώτησης για την ιθαγένεια στην απογραφή του 2020.

Τον προηγούμενο μήνα, η Επιτροπή Εποπτείας δημοσιοποίησε την αναφορά της για τον καταλογισμό απείθειας σε βάρος των Μπαρ και Ρος στην ολομέλεια του σώματος καταλογίζοντας εγκληματική και πολιτική απείθεια σε βάρος των δύο υπουργών, μετά την διεξαγωγή ψηφοφορίας από τα μέλη της επιτροπής, που εξουσιοδότησε τις ενέργειές της. Δεν έχει ξεκαθαριστεί αν η Βουλή των Αντιπροσώπων θα προχωρήσει σε δικαστική προσφυγή, προκειμένου να επιβάλλει την εφαρμογή των κλήσεων που έχει εκδώσει.

Ωστόσο σε μία χθεσινή επιστολή της, προς τα μέλη της κοινοβουλευτικής ομάδας των Δημοκρατικών στην Βουλή των Αντιπροσώπων, η Δημοκρατική πρόεδρος του σώματος, Νάνσι Πελόζι ανέφερε ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων θα λάβει “σύντομα” μέτρα για τον καταλογισμό απείθειας. Οι Δημοκρατικοί έχουν ταχθεί ανοιχτά κατά των προσπαθειών της κυβέρνησης Τραμπ να συμπεριλάβει μία ερώτηση για την ιθαγένεια στην απογραφή του 2020, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για μία προσπάθεια ενίσχυσης της εκλογικής στάθμισης των Ρεπουμπλικάνων από κοινότητες μειονοτήτων για τις οποίες δεν έχει αποτυπωθεί ένα πληθυσμιακό στατιστικό αποτέλεσμα.

Η Πελόζι υποστήριξε ότι η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώξει “να κάνει την Αμερική λευκή ξανά,” ενώ οι Δημοκρατία κατηγορούν τον Ρος για ψευδή κατάθεση ενώπιον του Κογκρέσου, σχετικά με το πως τέθηκε αρχικά, το θέμα της ερώτησης για την ιθαγένεια. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ εμπόδισε στα τέλη του προηγούμενου μήνα την ένταξη της ερώτησης για την ιθαγένεια στο ερωτηματολόγιο της απογραφής, ενώ το υπουργείο Εμπορίου δήλωσε ότι θα αρχίσει να τυπώνει τα ερωτηματολόγια, χωρίς την επίμαχη ερώτηση.

Από την μεριά του, ο πρόεδρος Τραμπ εμφανίστηκε να ανατρέπει την στάση αυτή, μέσω μίας ανάρτησης που έκανε στο Twitter την προηγούμενη εβδομάδα, υποστηρίζοντας ότι εξετάζει ενέργειες της εκτελεστικής εξουσίας προκειμένου να ενσωματωθεί η ερώτηση της ιθαγένειας στην απογραφή, παρά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου για το αντίθετο. Ο Μπαρ δήλωσε νωρίτερα χθες, ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα αποφασίσει μέσα στην εβδομάδα, για τα επόμενα βήματά της. Ο ίδιος πρόσθεσε ότι “έχει συζητήσει συχνά” με τον πρόεδρο Τραμπ για το ζήτημα αυτό.

Από την άλλη μεριά, οι Ρεπουμπλικάνοι απορρίπτουν τις προσπάθειες των Δημοκρατικών να ερευνήσουν το παρασκήνιο της ερώτησης για την ιθαγένεια. Το μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων Τζιμ Τζόρνταν που είναι υψηλόβαθμο στέλεχος των Ρεπουμπλικάνων στην Επιτροπή Εποπτείας δήλωσε ότι η ψηφοφορία για τον καταλογισμό απείθειας ήταν “μία κατάχρηση της εξουσίας για τον καταλογισμό απείθειας,” που διαθέτει η επιτροπή και “μία ακόμη ενέργεια πολιτικού θεατρινισμού.”