Σε διαδικασία ελέγχου για το χρέος η Ιταλία, εκτός προγράμματος η Ισπανία

-
92
Η Ευρώπη πασχίζει να κρατήσει το λουρί της Αθήνας

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αντιληφθεί πλέον πως οι πολιτικοί κίνδυνοι ενδέχεται να θέσουν τέλος στα 24 συνεχόμενα τρίμηνα ανάπτυξης της ΕΕ και ένας από τους κινδύνους αυτούς ακούει στο όνομα Ιταλία και η καταρρέουσα οικονομία της.

Για τον λόγο τούτο στο σημερινό Κολέγιο των Επιτρόπων το κύριο θέμα της συνόδου τους θα είναι να τεθεί υπό δημοσιονομικό έλεγχο η Ρώμη, καθώς κατά το 2018 η χώρα δεν εκπλήρωσε το κριτήριο του υπερβολικού χρέους –και όπως προβλέπεται δεν θα το επιτύχει, ούτε το 2019, αλλά ούτε και το 2020—ενώ παράλληλα θα προταθεί η έξοδος της Ισπανίας από τη σχετική διαδικασία ελέγχου.

Σήμερα, οι Βρυξέλλες θα ανακοινώσουν επισήμως την έξοδο από τον μηχανισμό ελέγχου του τελευταίου «μεγάλου ασθενή» της ύφεσης, καθώς μετά 10 χρόνια η Ισπανία θα βρεθεί έξω από το μικροσκόπιο των εποπτικών οργάνων της ΕΕ. Δεν πρόκειται όμως αυτό να γίνει ανέξοδα, καθώς η Μαδρίτη θα κληθεί να υιοθετήσει μέτρα που δεν θα αφίστανται από τις επιταγές του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Και μάλιστα αυτό θα γίνει περιλαμβάνοντας μέτρα για τη «μείωση του πληθυσμού που βρίσκεται στα όρια της ακραίας φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού» και για τις «ανισότητες στα εισοδήματα». Μολονότι αυτές οι παράμετροι είναι μικρότερες από τα επίπεδα των προηγουμένων ετών, εξακολουθούν ωστόσο να κυμαίνονται «πάνω από τον μέσο όρο στην ΕΕ».

Μολαταύτα, η μεγαλύτερη σπαζοκεφαλιά για τις Βρυξέλλες δεν ονομάζεται Ισπανία, Ελλάδα, Πορτογαλία, ή Ιρλανδία, χώρες που ως τώρα είχαν προσφύγει στην ευρωπαϊκή βοήθεια. Το μεγάλο πρόβλημα ονομάζεται Ιταλία και σήμερα οι 28 Επίτροποι αναμένεται να ανάψουν το πράσινο φως για την έκθεση «που θα αποτελεί το πρώτο βήμα για την ενεργοποίηση της διαδικασίας για υπερβολικό έλλειμμα», αν και στην περίπτωση αυτή—θα εφαρμοσθεί για το δημόσιο χρέος.

Η Ιταλία ήδη είχε τεθεί υπό έλεγχο για το υπερβολικό έλλειμμά της το 2013, όμως της είχε δοθεί μία περίοδος χάριτος έως το 2015. Θεωρήθηκε πως από εκείνο το σημείο κι έπειτα, η χώρα θα άρχιζε να μειώνει το δημόσιο χρέος της, που η έκθεση των Επιτρόπων χαρακτηρίζει ως το δεύτερο μεγαλύτερο στην ΕΕ «και ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο».

Μολαταύτα, η πορεία του ιταλικού χρέους έχει πάρει την ανιούσα, και το 2018 αντιπροσώπευε το 132,2% του ΑΕΠ της. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τονίζει πως αυτό αντιστοιχεί σε 38.400 ευρώ ανά κάτοικο, στα οποία θα πρέπει να προστεθούν και τα 1.000 που καταβάλλει το ιταλικό κράτος ανά κάτοικο για την πληρωμή των τόκων των τοκοχρεωλυσίων. Αυτό συνεπάγεται μία διαφορά 7,6% στο ΑΕΠ εν σχέσει με τον στόχο που θα έπρεπε να έχει επιτευχθεί εάν η Ρώμη ακολουθούσε τους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Οι προβλέψεις της ιταλικής κυβέρνησης προβλέπουν πως η οικονομία θα συνεχίσει ανοδική πορεία φέτος και θα πέσει το 2020. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι θα ξεπεράσει το 135% εξαιτίας του φαινομένου της «χιονοστιβάδας», τη μείωση του πρωτογενούς ελλείμματος και την αποτυχία των προγραμματισμένων ιδιωτικοποιήσεων.

Στην έκθεση τονίζει πως «βάσει των σχεδίων της κυβέρνησης», όσο και των προβλέψεων της Κομισιόν, δεν αναμένεται ότι η Ιταλία θα πληροί τα κριτήρια για το χρέος ούτε το 2019, αλλά ούτε και το 2020. Αυτή τη φορά, η έκθεση έλαβε υπ’ όψη παράγοντες, όπως η οικονομική επιβράδυνση, που δύσκολα συμβάλλουν στην μείωση του όγκου του χρέους. Πάντως, σε γενικές γραμμές η έκθεση καταλήγει πως ο κύριος λόγος είναι η μη συμμόρφωση προς τα κριτήρια για το έλλειμμα.

Είναι η τρίτη φορά σε λιγότερο από ένα έτος που οι Βρυξέλλες παραλαμβάνουν μία αρνητική έκθεση για την ιταλική οικονομία. Η τελευταία φορά ήταν τον περασμένο Νοέμβριο, όμως τότε η κυβέρνηση του Τζουζέπε Κόντε in extremis κατάφερε να μην ενεργοποιηθεί η διαδικασία για το έλλειμμα, μετά τη συμφωνία που κατόρθωσε να συνάψει με τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν –Κλοντ Γιούνκερ.

Όμως, οι Βρυξέλλες με πικρία ανακάλυψαν πως ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους για τη συνοχή της ΕΕ είναι ο κυρίαρχος λαϊκισμός στην Ιταλία. Από τη Ρώμη εκτοξεύονται κατηγορίες και προκλήσεις, ιδίως από τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και ηγέτη της Λέγκας Ματέο Σαλβίνι που ξιφούλκησε για την «κίτρινη κάρτα» που έβγαλαν οι Βρυξέλλες στην Ιταλία.

Από την πλευρά της, η Κομισιόν επιμένει στην «ελαστικότητα» με την οποία αντιμετώπισε την Ιταλία το διάστημα 2013-18, κάνοντας μία παραχώρηση σχεδόν 30 δισεκ. ευρώ, ίση με το 1,8% του ΑΕΠ. Η Ιταλία εξακολουθεί να προβάλλει ως κύριες αιτίες της υστέρησής της τις γενικότερες οικονομικές συνθήκες, το μεταναστευτικό, την τρομοκρατική απειλή, ή τις φυσικές καταστροφές. Το 2018 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκανε χρήση του «διακριτικού περιθωρίου» της, όμως τώρα οι συνθήκες έχουν αλλάξει και δεν επιτρέπονται δικαιολογίες.