Ανθρώπινα δικαιώματα και διπλωματικό «μπούλινγκ»

Σταύρος Λυγερός
0

Παλαιότερα δυτικά ΜΜΕ είχαν αποκαλέσει την Ελλάδα «Δούρειο Ίππο της Ρωσίας στην ΕΕ». Αυτή τη φορά το γαλλικό περιοδικό Le Point την αποκάλεσε «Δούρειο Ίππο της Κίνας στην ΕΕ». Ας παραβλέψουμε την έλλειψη δημοσιογραφικής φαντασίας και τη ροπή στην στερεοτυπία.

Γιατί, όμως, προκλήθηκε τόσος θόρυβος από την επιλογή της Αθήνας να μπλοκάρει μία δήλωση της ΕΕ στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ (19 Ιουνίου), λόγω μίας επικριτικής αναφοράς για την Κίνα. Δεν είναι ασυνήθιστο ένα κράτος-μέλος να μπλοκάρει την έκδοση κοινής θέσης των «28», με την οποία δεν συμφωνεί. Γιατί, λοιπόν, δυτικά ΜΜΕ έστησαν την Ελλάδα στον τοίχο με το Le Point να χαρακτηρίζει την ελληνική στάση σαν «μαχαιριά στην πλάτη της Ευρώπης»;

Χωρίς να το θέλει, την απάντηση μας τη δίνει Ευρωπαίος διπλωμάτης, ο οποίος ανωνύμως δήλωσε πως η ελληνική στάση ήταν «τουλάχιστον ανέντιμη». Δικαιολόγησε αυτό τον χαρακτηρισμό, λέγοντας ότι η ελληνική άρνηση να συναινέσει συνέπεσε χρονικά με την εκταμίευση της δόσης!

Πρόκειται για δήλωση που αποκαλύπτει τον τρόπο, με τον οποίο βλέπουν την Ελλάδα τουλάχιστον κάποιοι από τους εταίρους της. Όπως είναι γνωστό σε όλους, η εκταμίευση της δόσης συνδέεται αποκλειστικά και μόνο με το κλείσιμο της αξιολόγησης. Και η αξιολόγηση δεν έχει καμία σχέση με το δικαίωμα της Αθήνας να συμφωνήσει ή όχι με μία πρόταση που κατατίθεται σε ένα τελείως διαφορετικό κοινοτικό πλαίσιο.

Από θεσμικής απόψεως αυτό είναι απολύτως ξεκάθαρο και αναμφισβήτητο. Η προαναφερθείσα αντίδραση του Ευρωπαίου διπλωμάτη, σε συνδυασμό με σχετικά δημοσιεύματα κατεστημένων δυτικών ΜΜΕ, όμως, καταδεικνύουν ότι, έστω και ατύπως, η Ελλάδα αντιμετωπίζεται σαν κράτος-μέλος χωρίς τα δικαιώματα που προβλέπουν οι ευρωπαϊκές συνθήκες. Εξ ου και το διπλωματικό “μπούλιγνκ”.

Το προσωπείο του ανθρωπισμού

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν με επιτυχία τη ρητορική περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως ιδεολογικό όπλο για την αποδόμηση της Σοβιετικής Ένωσης και του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του “Υπαρκτού Σοσιαλισμού”, οι εκθέσεις του Στέητ Ντηπάρτμεντ για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις διάφορες χώρες χρησιμοποιήθηκε ως διπλωματικό όπλο, για την άσκηση πιέσεων, οι οποίες δεν είχαν πάντα στόχο τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Οι περιπτώσεις που φιλοαμερικανικά δικτατορικά ή αυταρχικά-καταπιεστικά καθεστώτα έμεναν ουσιαστικά στο απυρόβλητο είναι πολλές για να θεωρηθούν παραλείψεις. Στην πραγματικότητα, ήταν οι εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες της Ουάσιγκτον, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό υπαγόρευαν το πνεύμα των σχετικών εκθέσεων.

Από ένα χρονικό σημείο και πέρα, το αμερικανικό παράδειγμα ακολούθησε και η ΕΕ. Μετατράπηκε κι αυτή σε αυτόκλητο ελεγκτή-τιμητή των τρίτων χωρών. Η δήλωση που καταθέτει περιοδικά στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ στη Γενεύη εντάσσεται σ’ αυτό το πλαίσιο.

Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι οι μεγάλες χώρες-μέλη της ΕΕ, που κατά τα άλλα κόπτονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα, συνεργάζονται μία χαρά με το Πεκίνο. Δεν είναι μόνο οι εκτεταμένες οικονομικές και εμπορικές σχέσεις. Μετά την εκλογή του Τραμπ, το ευρωιερατείο φρόντισε να συμμαχήσει με την κινεζική ηγεσία σε μία προσπάθεια να ανασχέσει την πίεση που του ασκεί ο νέος Αμερικανός πρόεδρος.

Είναι αναμφίβολο πως τα ανθρώπινα δικαιώματα παραβιάζονται στην Κίνα και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Εάν η ΕΕ ενδιαφερόταν πραγματικά γι’ αυτή την κατάσταση θα μπορούσε να επιβάλει κυρώσεις, όπως έχει για άλλους λόγους πράξει στην περίπτωση της Ρωσίας. Συνεχίζει, όμως, τις μπίζνες όπως συνήθως και απλώς χρησιμοποιεί τέτοιου είδους συμβολικές δηλώσεις σαν μέσο πίεσης.

Ρεσιτάλ υποκρισίας

Η Αθήνα υποστηρίζει ότι η άσκηση αντιπαραγωγικής και συχνά επιλεκτικής κριτικής έναντι συγκεκριμένων μόνο χωρών δεν βοηθά στην προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις χώρες αυτές ούτε στις σχέσεις τους με τη ΕΕ. Την άποψη αυτή συμμερίσθηκαν και άλλα κράτη-μέλη, έστω και αν απέφυγαν να μπλοκάρουν την έκδοση της κοινής δήλωσης.

Όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε από την ελληνική πλευρά ότι «ο τρόπος που στο σχέδιο της δήλωσης της ΕΕ διατυπωνόταν η ευρωπαϊκή θέση ουσιαστικά υπονόμευε ακόμα και την πραγματοποίηση του θεσμοθετημένου διαλόγου ΕΕ-Κίνας για τα ανθρώπινα δικαιώματα που μετά από χρόνια και πολλές αναβολές προγραμματίζεται να λάβει χώρα το προσεχές διάστημα. Ο διάλογος ΕΕ-Κίνας για τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι, άλλωστε, το καταλληλότερο πλαίσιο για τη συζήτηση των θεμάτων αυτών». Ας σημειωθεί ότι η ευρωκινεζική σύνοδος πραγματοποιήθηκε την περασμένη Πέμπτη και Παρασκευή.

Είναι ενδεικτικό ότι στην προηγούμενη συνεδρίαση του Συμβουλίου του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα τον Μάρτιο, η ΕΕ και οι ΗΠΑ συνυπέγραψαν κοινή δήλωση, με την οποία επέκριναν τη φυλάκιση ακτιβιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα.

Γινόταν αναφορά στη σύλληψη 248 δικηγόρων τον Ιούλιο του 2015, σύμφωνα με τα στοιχεία της Διεθνούς Αμνηστίας. Επίσης, επέκρινε τη Ρωσία για παραβίαση αστικών ελευθεριών και τις Φιλιππίνες για δολοφονίες που συνδέονται με τον πόλεμο κατά των ναρκωτικών.

Η Σαουδική Αραβία υπερασπιστής των δικαιωμάτων των γυναικών!!!

Ας σημειωθεί ότι οι μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες για ιδιοτελείς λόγους αντιμετωπίζουν “με το γάντι” χώρες με άθλιες επιδόσεις στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το Πακιστάν, η Σαουδική Αραβία και ο δορυφόρος της το Μπαχρέιν.

Η Σαουδική Αραβία, μάλιστα, με τη συμβολή της Δύσης (ειδικά με τη σθεναρή υποστήριξη της Βρετανίας) έχει εκλεγεί στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ! Κι όχι μόνο αυτό. Η ειρωνεία της υπόθεσης είναι ότι ψηφίσθηκε και από τη Βρετανία και από το Βέλγιο ως μέλος της Επιτροπής του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Γυναικών!!!

Από το ρεσιτάλ υποκρισίας δεν εξαιρείται ούτε η κατά τα άλλα ευαίσθητη Σουηδία. Κάνει ότι δεν βλέπει τις ωμές παραβιάσεις στην Μποτσουάνα, όπου, μεταξύ των άλλων, η ομοφυλοφιλία είναι ποινικό αδίκημα. Η “τύφλωσή” της οφείλεται σε ένα συμβόλαιο ύψους 1,5 δις για την αγορά από την αφρικανική αυτή χώρα σουηδικών μαχητικών.

Ελάχιστοι, ωστόσο, αναφέρονται σε τέτοια παραδείγματα. Αντιθέτως, υπερτονίστηκε παλαιότερα το βέτο της Ουγγαρίας για, επίσης, καταδίκη της Κίνας, όπως συνέβη τώρα με την Ελλάδα.

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις διακινείται η θεωρία ότι η Κίνα προσπαθεί να εφαρμόζει την πρακτική “διαίρει και βασίλευε” έναντι της EE, επιδιώκοντας συμφωνίες με κράτη-μέλη. Είναι προφανές ότι και το Πεκίνο και η Μόσχα ακολουθούν αυτή την τακτική, επειδή μπορούν να διαπραγματευθούν με καλύτερους όρους σ’ αυτό το επίπεδο.

Μάνα εξ ουρανού

Αυτό δεν ισχύει, όμως, μόνο για την Ελλάδα, ή την Ουγγαρία. Ισχύει και για τα μεγάλα κράτη-μέλη. Δεν θα μπορούσε να συμβαίνει και διαφορετικά. Η ΕΕ δεν είναι ένα ομοσπονδιακό κράτος, όπως οι ΗΠΑ, ώστε να διαπραγματεύεται τα πάντα για λογαριασμό όλων. Είναι ένωση ανεξαρτήτων κρατών, τα οποία επιδιώκουν να εξυπηρετήσουν το εθνικό συμφέρον τους εντός του πλαισίου των κοινοτικών κανόνων.

Ειδικά για χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειες που λόγω της λιτότητας έχουν περιέλθει σε δυσχερή θέση και αντιμετωπίζονται με σκληρότητα από το ευρωιερατείο, με πρώτη την Ελλάδα, οι κινεζικές επενδύσεις είναι μάνα εξ ουρανού. Και βεβαίως, οι μεγάλου μεγέθους επενδύσεις έχουν αναπόφευκτα και πολιτικές συνέπειες.

Προφανώς, η ελληνική διπλωματία δεν εμπόδισε την κοινή δήλωση που επέκρινε την Κίνα, επειδή θεωρεί ότι στη μεγάλη αυτή χώρα τα ανθρώπινα δικαιώματα γίνονται σεβαστά. Θεωρεί, ωστόσο, ότι είναι από κάθε άποψη λάθος να ασκείται επιλεκτική κριτική. Βλάπτει τα ανθρώπινα δικαιώματα, βλάπτει το κύρος της ΕΕ, βλάπτει και τις ευρωκινεζικές σχέσεις.

Προφανώς, η κίνηση αυτή της Αθήνας εγγράφεται και στο πλαίσιο εξυπηρέτησης των εθνικών συμφερόντων. Μετά και την επιτυχή επένδυση της COSCO στο λιμάνι του Πειραιά, οι ελληνοκινεζικές σχέσεις έχουν εισέλθει σε τροχιά εμβάθυνσης και επέκτασης όχι μόνο στο οικονομικό, αλλά και στο πολιτικό επίπεδο.

Είναι ασαφές εάν το Πεκίνο είχε υποβάλει διακριτικά αίτημα στην Αθήνα να εμποδίσει την επικριτική δήλωση της ΕΕ. Είναι δεδομένο, όμως, πως εκτίμησε δεόντως την ελληνική κίνηση κι αυτό θα ενισχύσει τη θετική δυναμική στις διμερείς σχέσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κινέζος πρόεδρος θεωρεί ότι «η Ελλάδα είναι ο καλύτερος φίλος της Κίνας στην Ευρώπη».

Προηγούμενο η Παλαιστίνη και η Αίγυπτος

Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι η ελληνική διπλωματία έχει από τη δεκαετία του 1980 μία παράδοση να διαφοροποιείται κάποιες φορές από την διπλωματική πεπατημένη της Δύσης και να ανοίγει δρόμο. Υπενθυμίζουμε πως ήταν η Αθήνα που είχε αναγνωρίσει πρώτη την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης ως εκπρόσωπο των Παλαιστινίων, προκαλώντας αντιδράσεις σε ΗΠΑ και Ευρώπη. Λίγα χρόνια αργότερα αυτό ήταν ο κανόνας στη Δύση.

Κάτι παρόμοιο έχει συμβεί και με την Αίγυπτο. Η ΕΕ αρχικά ήταν επικριτική απέναντι στο καθεστώς του στρατηγού Σίσι, παρότι τα κράτη-μέλη συνέχιζαν να κάνουν μπίζνες μαζί του. Η Γερμανία πούλησε στο Κάιρο τέσσερα υποβρύχια και 100 πετρελαιοφόρα στη Σαουδική Αραβία. Κατά τα άλλα, ρητορική για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η Ελλάδα μπλόκαρε επανειλημμένως επικριτικές δηλώσεις των «28» για την Αίγυπτο. Και βεβαίως όχι επειδή πιστεύει ότι στην Αίγυπτο γίνονται σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά επειδή θεωρεί πως χωρίς σταθερότητα δεν μπορεί να υπάρξει σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. «Όταν η σταθερότητα μίας χώρας κινδυνεύει, απαιτείται πιο παραγωγική προσέγγιση όσον αφορά την κριτική μας. Αν μία χώρα καταρρεύσει δεν θα υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα για να γίνουν σεβαστά».

Με άλλα λόγια, η Αθήνα θεωρεί ότι για τη συγκεκριμένη περίπτωση ισχύει «το μη χείρον βέλτιστον». Αξίζει να υπογραμμισθεί ότι με την πάροδο του χρόνου η ΕΕ έχει υιοθετήσει την ίδια ακριβώς θέση.