Οι δυνάμεις που εγγυήθηκαν την εισβολή!

Κώστας Βενιζέλος
806
Οι δυνάμεις που εγγυήθηκαν την εισβολή! Κώστας Βενιζέλος

Για την εισβολή της στην Κύπρο την 20η Ιουλίου 1974, η Τουρκία επικαλέσθηκε τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960, μεταξύ της ιδίας, της Βρετανίας και της Ελλάδος. Σύμφωνα με τα άρθρα ΙΙΙ και IV, οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις με τη συνθήκη του 1960 εγγυήθηκαν: Πρώτον, την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και την ασφάλεια της Κύπρου. Δεύτερον, την απαγόρευση κάθε δραστηριότητας καθόσον εξαρτάται από αυτές που θα έχει ως στόχο την ένωση εν όλω ή εν μέρει της Κύπρου με άλλο κράτος. Τρίτον, την «κατάσταση πραγμάτων» η οποία καθιερώθηκε με το Σύνταγμα του 1960.

Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη Συνθήκη Εγγυήσεως, οι υποχρεώσεις των τριών δυνάμεων ήσαν οι ακόλουθες:

• Να απαγορεύσουν, στο βαθμό που εξαρτάται από τις τρεις δυνάμεις, κάθε δραστηριότητα που μπορεί να ευνοήσει την ένωση εν όλων ή εν μέρει τη Κύπρου με άλλο κράτος.
• Να διαβουλευθούν μεταξύ τους, ούτως ώστε να αναλάβουν κοινή ή συμφωνημένη δράση για να προβούν σε διαβήματα, ή για να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα προς αποκατάσταση των πραγμάτων, σε περίπτωση παραβίασης των συμφωνιών.
• Να ενεργήσει κάθε εγγυήτρια δύναμη αυτοτελώς σε περίπτωση που δεν υπάρχει δυνατότητα για κοινή ή συμφωνημένη δράση.

Πρέπει να αναφερθεί πως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο διεθνείς συμβάσεις, σύμφωνα με τις οποίες ορισμένες χώρες εμφανίζονται ως εγγυήτριες δυνάμεις της ανεξαρτησίας μιας άλλης χώρας, έχουν περάσει στο παρελθόν. Η εξέλιξη του διεθνούς δικαίου και της ισότητας μεταξύ κρατών έκανε «άτοπες» παρόμοιες προβλέψεις σε συνθήκες εγγυήσεως. Το νομικό σχήμα, όπου συγκεκριμένα κράτη ανελάμβαναν το ρόλο των εγγυητριών δυνάμεων έχει περιέλθει σε απόλυτη αχρησία από το 1960 (μετά δηλαδή τις συμφωνίες της Κύπρου) και σε ουσιαστική αχρησία το 1945.

Παρόλα αυτά, μια προσπάθεια του Μακάριου του 1964 να καταγγέλλει τη Συνθήκη δεν ολοκληρώθηκε, λόγω βρετανικών και τουρκικών αντιδράσεων. (Άγγελος Συρίγος, Καθημερινή, 1974 40 χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, 20 Ιουλίου 2014, σελ. 18).

Η Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 δεν παρέχει το δικαίωμα χρήσης βίας σε κάποια από τις εγγυήτριες δυνάμεις. Μια τέτοια ενέργεια, μια τέτοια ερμηνεία, προδήλως αντίκειται προς τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ και τις διατάξεις του αναγκαστικού δικαίου και καθιστά τη Συνθήκη του 1960, σύμφωνα με τον καθηγητή Άγγελο Συρίγο, άκυρη. Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 2.4 του Καταστατικού Χάρτη, που αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου, ορίζει ρητώς ότι:

«Πάντα τα μέλη θα απέχωσι εις τα διεθνείς αυτών σχέσεις της απειλής ή χρήσεως βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οιουδήποτε κράτους ή καθ΄ οιονδήποτε άλλον τρόπον ασυμβίβαστον προς τους σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών». Βεβαίως εξαιρούνται οι περιπτώσεις που αφορούν τη νόμιμη άμυνα (άρθρο 51) και η εφαρμογή εξαναγκαστικών μέτρων του κεφαλαίου 7.

Αποκλείεται η χρήση βίας

Σύμφωνα με το αρχείο του Κωνσταντίνου Καραμανλή (Κωνσταντίνος Καραμανλής, Αρχείο Γεγονότα και Κείμενα, σελ. 30), στο πενθήμερο που είχε μεσολαβήσει μεταξύ του πραξικοπήματος και της εισβολής, η Μεγάλη Βρετανία ανέλαβε, ως εγγυήτρια δύναμη, την πρωτοβουλία να συγκαλέσει, στις 17 Ιουλίου, στο Λονδίνο, τις κυβερνήσεις Ελλάδος και Τουρκίας για διαβουλεύσεις με σκοπό την αποκατάσταση της νομιμότητας σε εφαρμογή των ιδρυτικών Συνθηκών της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η ελληνική πλευρά δεν απέστειλε εκπρόσωπο, ενώ η τουρκική πλευρά πρότεινε για το σκοπό αυτό, διμερή παρέμβαση, από κοινού με την αγγλική κυβέρνηση. Όταν η τελευταία θα απορρίψει την πρόταση, η Άγκυρα θα επιχειρήσει μόνη την εισβολή, καταπατώντας τις υποσχέσεις που είχε δώσει στο Λονδίνο για αποφυγή της βίας και εμμονή στη διαδικασία των διαβουλεύσεων.

Η παρέμβαση αυτή, που έγινε με το επιχείρημα της αποκαταστάσεως της νομιμότητας και της προστασίας των Τουρκοκυπρίων, υπήρξε αυθαίρετη και παράνομη, εφόσον -σύμφωνα με γνωμάτευση του νομικού τμήματος του ΟΗΕ (19.5.1959)- η Συνθήκη Εγγυήσεως απέκλειε τη χρήση βίας. Στο Αρχείο Καραμανλή σημειώνεται, επίσης, ότι πριν από τη σύγκληση της Διασκέψεως της Γενεύης είχε εκδοθεί υπ’ αριθμό 353 απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, καταδικαστική της τουρκικής εισβολής.

Η Βρετανία έδωσε, ως τρίτη εγγυήτρια χώρα της κυπριακής ανεξαρτησίας, ελευθερία κίνησης στην Τουρκία για να εισβάλει στην Κύπρο υποσχόμενη ότι δεν θα την παρεμπόδιζε στην εφαρμογή των σχεδίων της. Αυτό αποκαλύπτεται από τα απόρρητα έγγραφα της βρετανικής κυβέρνησης για το 1974 που δόθηκαν στη δημοσιότητα το Σάββατο 1η Ιανουαρίου 2005.

Η βρετανική κυβέρνηση ξεκαθάρισε πως δεν μπορούσε να επιτρέψει να χρησιμοποιηθούν οι βάσεις της στην Κύπρο για επιδρομές από τις τουρκικές δυνάμεις. Στη συζήτηση, όμως, αυτό που προέκυψε ήταν πως οι Τούρκοι δεν ήθελαν οι Βρετανοί να προβάλλουν εμπόδια. Αυτό συμφωνήθηκε. Σημειώνεται πως σε τηλεφωνική επικοινωνία του Βρετανού και του Τούρκου Πρωθυπουργού, στις 24 Ιουλίου 1974, ο πρώτος με αυστηρό ύφος προειδοποίησε τον δεύτερο ότι θα είχε συνέπειες αν οι τουρκικές δυνάμεις δοκίμαζαν να καταλάβουν το αεροδρόμιο. Ο Τούρκος πρωθυπουργός παρουσιάσθηκε απολογητικός.

Το άλλοθι της Ζυρίχης

Είναι προφανές πως από την αρχή, τον Ιούλιο του 1974, καλλιεργήθηκε ένα ψέμα για την τουρκική ενέργεια να εισβάλει στην Κύπρο. Ότι, δηλαδή, η τουρκική ενέργεια έγινε έχοντας την «αναγκαία κάλυψη» από τις συμφωνίες του 1960. Ψέμα και σκόπιμη παραπλάνηση και δυστυχώς αυτό το είχαν αποδεχθεί και ηγεσίες σε Ελλάδα και Κύπρο. Είτε από άγνοια(!) είτε από αδυναμία παραδοχής της στρατιωτικής ήττας.

Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά την εισβολή και η φωταγωγημένη τουρκική σημαία στην πλαγιά του Πενταδάκτυλου δεν αφήνει κανένα να ξεχάσει την κατοχή. Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά την τουρκική εισβολή συμπληρώνονται σήμερα. Ο καθένας κουβαλά τις προσωπικές του μνήμες για εκείνο το καλοκαίρι. Ήταν 20 Ιουλίου 1974, πέντε μέρες μετά το προδοτικό πραξικόπημα της ελλαδικής χούντας και της ΕΟΚΑ Β΄και οι Τούρκοι εισέβαλαν στην Κύπρο. Σκότωσαν, βίασαν, λεηλάτησαν, πήραν τη γη και τις περιουσίες.

Έκτοτε, το 37% του νησιού κρατείται από τον τουρκικό στρατό. Παράνομα και κατά παράβαση του διεθνούς. Η Τουρκία χρησιμοποίησε τον λεγόμενο διακοινοτικό διάλογο, ο οποίος την απάλλασσε από την ευθύνη του εγκλήματος για να εδραιώσει τα κατοχικά δεδομένα. Αυτό το πέτυχε σε συνδυασμό και με τις υποχωρήσεις της ελληνικής πλευράς στο τραπέζι του διαλόγου.