Τα μέτωπα του Ερντογάν και η χαμηλή θερμοκρασία στο Αιγαίο

Σταύρος Λυγερός5124


+100%-

του Σταύρου Λυγερού  – 

Η συνθήκη της Λωζάννης είναι η ληξιαρχική πράξη ίδρυσης της Τουρκικής Δημοκρατίας. Γι’ αυτό το μετακεμαλικό καθεστώς απέφευγε επιμελώς να θέσει θέμα αναθεώρησής της. Είναι ενδεικτικό ότι ακόμα και ο ίδιος ο Ερντογάν είχε μιλήσει σ’ αυτό το πνεύμα στις 24 Ιουλίου 2016, στην 93η επέτειο από την υπογραφή της.

Από τότε έχουν αλλάξει πολλά στην Τουρκία. Ο Ερντογάν επιβίωσε του πραξικοπήματος και έστω και οριακά, έστω και με νοθεία, κέρδισε το δημοψήφισμα που τον μετατρέπει σε πρόεδρο-σουλτάνο. Μιλώντας το φθινόπωρο του 2016 στους περιφερειακούς διοικητές (μουχτάρηδες) είχε πει:

«Το 1920 μας έδειξαν τη Συνθήκη των Σεβρών για να μας πείσουν το 1923 για τη Συνθήκη της Λωζάννης. Και κάποιοι προσπάθησαν να μας το παρουσιάσουν αυτό ως νίκη… Με τη Συνθήκη της Λωζάννης δώσαμε στους Έλληνες τα νησιά, που αν φωνάξεις από τις ακτές του Αιγαίου, θα ακουστείς απέναντι. Είναι αυτό νίκη;… Όσοι έκατσαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων στη Λωζάννη, δεν εκμεταλλεύτηκαν τη συνθήκη αυτή. Και επειδή αυτοί δεν την εκμεταλλεύτηκαν, δυσκολευόμαστε σήμερα εμείς».

Σε μία πρώτη φάση στόχος του Ερντογάν ήταν να αποδομήσει τον κεμαλισμό ως θεμέλιο ιδεολογικό λίθο της Τουρκικής Δημοκρατίας. Ο ίδιος αυτοπροβλήθηκε εμμέσως πλην σαφώς ως ο ηγέτης που κλείνει την κεμαλική παρένθεση. Μέσω του νεοοθωμανισμού επανέφερε στο προσκήνιο το άτυπο αυτοκρατορικό όραμα των Τούρκων. Δικό του σημείο αναφοράς ήταν ο Μωάμεθ ο Πορθητής κι όχι ο Κεμάλ.

Ιδεολογικό όχημα

Αν και ο Ερντογάν έχει αποτύχει να αναδειχθεί σε ηγέτη του μουσουλμανικού κόσμου, παραμένει πιστός στο σχέδιό του το 2023 η Τουρκία να έχει εδραιωθεί ως μεγάλη δύναμη. Για να αναδειχθεί, μάλιστα ο ίδιος σε εθνικό ηγέτη δεν αρκούν η εκτεταμένη καταστολή και οι μαζικές εκκαθαρίσεις του κράτους από κάθε είδους αντιφρονούντες. Χρειάζεται και ένα ιδεολογικό όχημα.

Για να συσπειρώσει γύρω του την κρατική γραφειοκρατία και κυρίως τους στρατιωτικούς, οι οποίοι έχουν δεχθεί ισχυρό πλήγμα, ο Τούρκος πρόεδρος παίζει δυνατά το χαρτί του εθνικισμού-επεκτατισμού. Αυτό, άλλωστε, είναι ο πυρήνας της τουρκικής κρατικής ιδεολογίας και ως εκ τούτου ο κοινός παρονομαστής του τουρκικού πολιτικού συστήματος. Με αυτό τον τρόπο επαναπροσεγγίζει και προσελκύει στην παραπάνω ιδεολογική βάση και παραδοσιακούς κεμαλιστές αξιωματικούς και κρατικούς αξιωματούχους.

Είναι ενδεικτικό ότι η κεμαλική αξιωματική αντιπολίτευση, που είχε χαρακτηρίσει απαράδεκτη την αμφισβήτηση της συνθήκης της Λωζάννης, όποτε της δίνεται η ευκαιρία σπεύδει να πλειοδοτήσει σε εθνικισμό-επεκτατισμό εναντίον της Ελλάδας. Στην πραγματικότητα, ο αρχηγός της Κιλιντσάρογλου τις προηγούμενες ημέρες επανέλαβε στη Βουλή αυτό που έχει πει και στο παρελθόν: «Ας κοιτάξει (ο Ερντογάν) τα 16 νησιά που επί της εποχής του παραδόθηκαν και όπου υψώθηκε ελληνική σημαία»!

Χαμηλή θερμοκρασία

Οι κεμαλιστές κατηγορούν τον Ερντογάν ότι δεν διεκδίκησε με αποφασιστικότητα τα κατοικημένα ελληνικά νησιά που η Άγκυρα θεωρεί “γκρίζες ζώνες”. Είναι αληθές ότι για πολλά χρόνια μετά την εκλογή του στην πρωθυπουργία, ο Τούρκος πρόεδρος φρόντιζε να κρατάει σχετικά χαμηλά τη θερμοκρασία στα ελληνοτουρκικά. Κι αυτό, επειδή προτεραιότητά του ήταν να εξουδετερώσει το κεμαλικό “βαθύ κράτος”. Φοβόταν δικαιολογημένα πως οι κεμαλιστές στρατηγοί θα εκμεταλλεύονταν μία ελληνοτουρκική κρίση για να τον ανατρέψουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το σχέδιο “Βαριοπούλα”, που πρόβλεπε ένα στημένο ελληνοτουρκικό θερμό επεισόδιο.

Η προσεκτική στάση του νεοοθωμανού ηγέτη εκείνα τα χρόνια είχε καλλιεργήσει στην Αθήνα το δόγμα-μύθος “ο καλός Ερντογάν, οι κακοί στρατηγοί”. Η πραγματικότητα, βεβαίως, ήταν πολύ διαφορετική από τις αβάσιμες προσδοκίες της ελληνικής πολιτικής ελίτ ότι οι νεοοθωμανοί θα προσέγγιζαν με εποικοδομητικό τρόπο τα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό.

Οι νεοοθωμανοί είναι εξίσου εθνικιστές με τους κεμαλιστές, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Στα ελληνοτουρκικά, ωστόσο, είχε από νωρίς επέλθει μία όσμωση μεταξύ των δύο βασικών τουρκικών ιδεολογικοπολιτικών ρευμάτων. Ο Ερντογάν δεν διαφοροποιήθηκε ποτέ από τις πάγιες μονομερείς τουρκικές διεκδικήσεις. Από διπλωματικής απόψεως, όμως, εμφανιζόταν πιο ευέλικτος. Ως φορέας της νεοοθωμανικής ιδεολογίας και στρατηγικής, επιχειρούσε να καταστήσει την Τουρκία κέντρο και ηγεμόνα του μεταοθωμανικού χώρου. Στο πλαίσιο αυτό επεδίωκε να ρυμουλκήσει σταδιακά την Ελλάδα σε μια κατάσταση άτυπης δορυφοροποίησης.

Τα τελευταία 3-4 χρόνια, όμως, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Ο εμφύλιος πόλεμος στους κόλπους του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ (Ερντογάν εναντίον Γκιουλέν) υποχρέωσε τον Τούρκο πρόεδρο να επαναπροσανατολίσει την πολιτική των συμμαχιών του όχι μόνο στο εξωτερικό, αλλά και στο εσωτερικό.

Ο πληθυσμιακός παράγοντας

Τώρα που έχει και θεσμικά καταστεί άτυπος σουλτάνος ξεδιπλώνει την ατζέντα του και στο επίπεδο της ισλαμοποίησης στο εσωτερικό της Τουρκίας και στο επίπεδο της ευθείας προβολής επεκτατικών διεκδικήσεων. Για τον Ερντογάν η διοχέτευση προσφύγων-μεταναστών στα ελληνικά νησιά δεν είναι μόνο ένα όπλο πίεσης προς την Ευρώπη για απόσπαση ανταλλαγμάτων. Είναι ταυτοχρόνως και μία έμμεση επεκτατική υποθήκη σε βάρος της Ελλάδας.

Σε αντίθεση με τους μεταμοντέρνους φιλελεύθερους, οι νεοοθωμανοί έχουν συνείδηση της στρατηγικής σημασίας που έχει ο πληθυσμιακός παράγοντας. Θεωρούν βασίμως πως εάν μέσω του μεταναστευτικού ρεύματος διαμορφωθούν στα ελληνικά νησιά μουσουλμανικοί θύλακοι, η Τουρκία θα αποκτήσει δυνάμει γεωπολιτικά ερείσματα.

Υπενθυμίζουμε ότι ο Οζάλ, ως πρόδρομος των νεοοθωμανών, είχε πριν 26 χρόνια δηλώσει ωμά ότι η Ελλάδα θα καταληφθεί μέσω της διοχέτευσης μουσουλμανικών πληθυσμών. Το γεγονός, μάλιστα, ότι για τους δικούς τους λόγους οι Ευρωπαίοι πιέζουν να μη φύγουν από τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου οι πρόσφυγες-μετανάστες αφήνει τον χρόνο να κάνει τη δουλειά του. Πιο συγκεκριμένα διευκολύνει την αλλοίωση της πληθυσμιακής σύνθεσης των νησιών που βρίσκονται στο στόχαστρο της Άγκυρας.

Από τον ποντιοπιλατισμό στο ρήγμα Δύσης-Τουρκίας

Εγκλωβισμένη στις δικές της αντιφάσεις η ΕΕ είναι ανίκανη να δει τη μεγάλη εικόνα και να λειτουργήσει αποτρεπτικά, λαμβάνοντας υπόψη τα θεμιτά εθνικά συμφέροντα των χωρών-μελών της. Όταν ο Ερντογάν είχε πρωτοαμφισβητήσει τη συνθήκη της Λωζάννης, το Βερολίνο είχε αντιδράσει με το εξής θλιβερό ποντιοπιλατικό τρόπο:

«Μας είναι γνωστό πως υπάρχουν διαφορές εδώ και καιρό, εδώ και δεκαετίες. Διαφορές απόψεων μεταξύ της Τουρκίας και της Ελλάδας για την οριοθέτηση των συνόρων μεταξύ των δύο χωρών. Η γερμανική κυβέρνηση είναι της άποψης ότι αυτές οι διαφορές μεταξύ των δύο χωρών πρέπει να επιλυθούν ειρηνικά. Κατά τα άλλα δεν εκφράζει άποψη και σίγουρα δεν θα πάρει το μέρος κανενός»!

Είναι αληθές ότι λίγο αργότερα το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών είχε διευκρινίσει ότι η συνθήκη της Λωζάννης ισχύει. Τα εξαρτημένα αντανακλαστικά των εταίρων μας εκείνη την εποχή ήταν να αντιλαμβάνονται ακόμα και μία τόσο χοντροκομμένη πρόκληση σαν υπαρκτή διαφορά, απέναντι στην οποία τηρούν ίσες αποστάσεις.

Από τότε, όμως, έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι. Οι σχέσεις της Άγκυρας με τη Δύση έχουν επιδεινωθεί. Μετά τις αποτυχημένες προσπάθειές του να γεφυρώσει το χάσμα, το Βερολίνο έχει σηκώσει το γάντι που έχει πετάξει ο Ερντογάν. Η Μέρκελ αμφισβήτησε ανοικτά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος του περασμένου Απρίλιου, οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας έχουν σταματήσει και η Ουάσιγκτον είναι στο παρά πέντε να στραφεί και ανοικτά εναντίον του καθεστώτος Ερντογάν.

Για πρώτη φορά διανοίγεται μία ελπιδοφόρα για την Ελλάδα προοπτική. Πολύ περισσότερο που η Τουρκία έχει εμπλακεί στα μέτωπα της Συρίας και του Ιράκ στα ανατολικά της σύνορα, όπως, επίσης, και στο εσωτερικό μέτωπο με το ΡΚΚ. Το γεγονός αυτό στη χειρότερη περίπτωση προσφέρει χρόνο στην Αθήνα και στην καλύτερη ανατρέπει υπέρ της τον συσχετισμό δυνάμεων στο διεθνές διπλωματικό επίπεδο.

bookmark icon