Η Αθήνα χαρίζει αλαζονεία στην Άγκυρα

Παναγιώτης Ήφαιστος
1351
Η στρατηγική της Αθήνας χαρίζει αυτοπεποίθηση στην Άγκυρα, Παναγιώτης Ήφαιστος

Ο Σταύρος Λυγερός σε πρόσφατο άρθρο του εύστοχα επισήμανε ότι «τα διαβήματα διαμαρτυρίας δεν αποτρέπουν τις τουρκικές επεκτατικές πιέσεις. Το μόνο που προσφέρουν στην Αθήνα είναι ένα φύλλο συκής. Η Άγκυρα προωθεί τις διεκδικήσεις της με πράξεις που δημιουργούν μικρότερα ή μεγαλύτερα πολιτικά τετελεσμένα. Τα τελευταία χρόνια προωθεί συστηματικά μία στρατηγική αεροναυτικής κυριαρχίας στην Ανατολική Μεσόγειο».

Επισήμανε, επίσης, το γεγονός ότι πέραν των διεκδικήσεων και προκλήσεων στο Αιγαίο, η Άγκυρα θέλει την Ανατολική Μεσόγειο «τουρκική λίμνη». Το τελευταίο υπογραμμίζει κάτι το οποίο πολλοί από καιρό μελετούμε, το γεγονός δηλαδή ότι η Τουρκία προσπαθεί να εξελιχθεί σε μεγάλη ναυτική δύναμη. Αυτό το ζήτημα απαιτείται να συνεκτιμάται με το γεγονός της εξ αντικειμένου συρρίκνωσης της ελληνικής ισχύος, λόγω μακρόχρονης οικονομικής αδυναμίας.

Οι εξελίξεις στην Τουρκία, οι καταιγιστικές στρατηγικές εξελίξεις στις περιφέρειες και ευρύτερα πλανητικά και η ρευστότητα των σχέσεων Ευρώπης-Αμερικής, είναι όλα γεγονότα που ενδέχεται να επηρεάσουν δραστικά την ελληνική εξωτερική πολιτική. Για ακόμη ένα λόγο, την στιγμή που η Τουρκία ολοφάνερα ετοιμάζει τα επόμενα βήματα στην Ανατολική Μεσόγειο, στο Αιγαίο και στα Βαλκάνια, η εικόνα κατευνασμού των αλυτρωτισμών και οι κυριολεκτικά μυστήριες δηλώσεις περί δυνατότητας έλευσης ενός περίπου ανθόσπαρτου βαλκανικού περιβάλλοντος, αυξάνουν ακόμη περισσότερο την αναξιοπιστία της Ελλάδας. Γιατί για τα επιτελεία των ηγεμονικών κρατών το κράτος που κατευνάζει είναι αναξιόπιστο και αναλώσιμο.

Η αξιοπιστία της αποτρεπτικής στρατηγικής ενός αμυνόμενου κράτους, όπως η Ελλάδα, είναι ένα άθλημα εσωτερικής και εξωτερικής εξισορρόπησης των απειλών κατά της επικράτειάς του. Εσωτερική εξισορρόπηση είναι η βελτιστοποίηση της κρατικής ισχύος με εναλλακτικούς συνδυασμούς των μέσων που διαθέτει. Εξωτερική εξισορρόπηση είναι τυπικές και άτυπες συμμαχικές συγκλίσεις που αυξάνουν ή περιπλέκουν τα αναθεωρητικά σχέδια του επιτιθέμενου. Ερωτάται: Αποτρέπεται η τουρκική απειλή που αποτελεί και το μείζον εξωτερικό πρόβλημα της Ελλάδας στην Κύπρο, στο Αιγαίο και στην Θράκη; Συντομογραφικά κάνουμε τις εξής επισημάνσεις:

Nα διαλύσει την Κυπριακή Δημοκρατία

Πρώτον, η αποτρεπτική στρατηγική πλήττεται, επειδή στην Κύπρο όχι μόνο δεν αποκαταστάθηκε η διεθνής νομιμότητα, αλλά με την παρουσία δεκάδων χιλιάδων στρατευμάτων, με αναρίθμητες απειλές και με προκλητικές ενέργειες, που ενδέχεται να αυξηθούν μετά το αποτέλεσμα των τουρκικών εκλογών, η Άγκυρα επιδιώκει να διαλύσει την Κυπριακή Δημοκρατία και να εντάξει την Μεγαλόνησο στα πεδία της τουρκικής επικυριαρχίας.

Πέραν της γεωπολιτικής αναβάθμισης της Τουρκίας, κάτι τέτοιο θα επηρέαζε, μεταξύ άλλων, τον ενεργειακό χάρτη. Θα καθιστούσε την Κύπρο στρατηγικό όμηρο της Τουρκίας (και την Ανατολική Μεσόγειο «τουρκική λίμνη») και θα έθετε σε κίνδυνο την ζωή εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων. Τυχόν επανάληψη των «βαλκανικών κατευνασμών» με παρόμοιους κατευνασμούς στην Κύπρο, ή και συνοδευτικά με νέους κατευνασμούς στο Αιγαίο και στην Θράκη, κυριολεκτικά θα εκμηδενίσει την Ελλάδα στρατηγικά. Οι προεκτάσεις θα είναι βαθύτατες και απρόβλεπτες.

Δεύτερον, μια αποτρεπτική στρατηγική θέτει κόκκινες και απαραβίαστες γραμμές που κατά κανόνα αφορούν το απαραβίαστο της κρατικής κυριαρχίας, όπως κατοχυρώνεται από τις συνθήκες, τις συμβάσεις και τις υψηλές αρχές του διεθνούς δικαίου. Η κόκκινη αυτή γραμμή θολώνει ολοένα και περισσότερο και η αποτρεπτική αξιοπιστία πλήττεται με δηλώσεις casus belli για να εμποδιστεί το αμυνόμενο κράτος να εφαρμόσει τις πρόνοιες των συνθηκών.

Για παράδειγμα η επικύρωση της Συνθήκης για το Δίκαιο της Θάλασσας από την ελληνική Βουλή το 1995 προκάλεσε άμεση εξουσιοδότηση της τουρκικής Βουλής προς την τουρκική κυβέρνηση για άσκηση στρατιωτικής βίας σε περίπτωση εφαρμογής από την Ελλάδα των προνοιών του διεθνούς δικαίου. Πέραν αυτού, η Τουρκία με συγκεκριμένες ενέργειες όπως στα Ίμια προχώρησε πέραν των απειλών και συρρίκνωσε ακόμη περισσότερο την ελληνική αξιοπιστία.

Σε πρόσφατες αναλύσεις μας εκφράστηκε η εκτίμηση ότι το σύνολο των τουρκικών απειλών και ενεργειών, σε συνδυασμό με ακατάσχετες κατευναστικές στάσεις, η τελευταία εκ των οποίων ήταν η πρόσκληση του Προέδρου Ερντογάν στην Ελλάδα την ίδια στιγμή που μιλούσε για αναθεώρηση των συνόρων, δημιουργεί μια εύθραυστη ενδιάμεση κατάσταση. Κατάσταση που διαιωνίζεται επί πολλές δεκαετίες, δίνοντας έτσι ισχυρές παραστάσεις αδυναμίας που όσο προχωράμε γίνονται ολοένα εντονότερες.

Προσοχή στην επικράτεια

Τρίτον, ο όρος αποτροπή μιας απειλής υποδηλώνει ότι σκοπός είναι να μην υπάρξει πόλεμος. Ταυτόχρονα, όμως, και να εφαρμοστούν οι πρόνοιες του διεθνούς δικαίου και στην ελληνική επικράτεια. Είναι γενικότερα αποδεκτή η θέση του Hans Morgenthau στο εμβληματικό έργο «Πολιτική μεταξύ των Εθνών», ότι βιώσιμο είναι το κράτος, το οποίο δύναται να εφαρμόσει τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου που αφορούν την επικράτειά του.

Διόλου τυχαία, βέβαια, όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 μερικοί με άρθρα και βιβλία εισήγαγαν τις έννοιες «αποτρεπτική στρατηγική» και «εθνικό συμφέρον», δέχθηκαν επιθέσεις. Δέχθηκαν χαρακτηρισμούς περί δήθεν εθνικισμού, οι οποίοι εκτός από μαζικοί και λανθασμένοι, είχαν και ένα άλλο αποτέλεσμα. Προκάλεσαν ένα χείμαρρο πολιτικού και στρατηγικού ανορθολογισμού που ρέει μέχρι τις μέρες μας. Δράστες είναι τα ίδια ή περίπου τα ίδια άτομα του επικοινωνιακού και πολιτικού χώρου, τα οποία διαρκώς στρέφονταν κατά της ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής.

Καταγράφηκαν σε αμέτρητα κείμενα και δηλώσεις κατά της ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ, κατά του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Ελλάδας-Κύπρου και κατά της αντίκρουσης του «μακεδονικού» αλυτρωτισμού. Τάσσονταν βέβαια υπέρ του ανελεύθερου και αντιδημοκρατικού σχεδίου Ανάν. Ουκ ολίγοι ήταν και οι θιασώτες της μυστήριας παγκοσμιοποίησης που δήθεν καθιστά ξεπερασμένο το κράτος και την κρατική κυριαρχία.

Καταληκτικά, λοιπόν, στην βάση εδραιωμένων τυπολογιών της στρατηγικής ανάλυσης τις τελευταίες δεκαετίες διαπεράστηκε η αποτρεπτική ασπίδα της Ελλάδας και μειώθηκε αισθητά η αξιοπιστία της αποτρεπτικής στρατηγικής της. Η φραστική μη απoδoχή τωv τουρκικών αναθεωρητικών αξιώσεων (την στιγμή μάλιστα που κοντεύει να γίνει τετελεσμένο η μη εφαρμογή των συνθηκών για το Δίκαιο της Θάλασσας και να καταστεί νέα διεθνής τάξη η αναγνώριση των τετελεσμένων της εισβολής του 1974 στην Κύπρο) δεν διασώζει την αξιοπιστία της ελληνικής στρατηγικής.

Κερδίζει δίχως πόλεμο

Βασικά και με κάθε λογικό κριτήριο, σταδιακά η Τουρκία κερδίζει το μείζον χωρίς πόλεμο, ενώ δεν αποκλείεται πολεμική κλιμάκωση μέχρι και ένα γενικευμένο πόλεμο, εάν, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, εισρεύσουν και κυριαρχήσουν ανορθολογικές παραστάσεις. Η επί δεκαετίες σταδιακή κάμψη της ελληνικής πολιτικής θέλησης να εφαρμόσει αυτό που προβλέπει η διεθνής νομιμότητα, πέραν πολλών άλλων, σημαίνει ότι η επανάκτηση της αξιοπιστίας δεν είναι πλέον εύκολη ή απλή υπόθεση. Αυτά δε που ακούμε για το «Μακεδονικό» είναι ακραία αποθαρρυντικά για τις δυνατότητες των κατόχων εξουσίας να κατανοήσουν σωστά τις πολιτικές όψεις του διεθνούς συστήματος.

Όταν ένα αμυνόμενο κράτος αναπτύσσει αποτρεπτική στρατηγική κατά των εξωτερικών απειλών κάθε πολεμική εμπλοκή σημαίνει βασικά αποτυχία της ελληνικής στρατηγικής. Στις απειλές συμπεριλαμβάνονται και οι χιλιάδες παραβιάσεις του θαλάσσιου και εναέριου χώρου. Μπορεί να αναχαιτίζονται, αλλά λόγω του μεγάλου αριθμού τους και της εκτέλεσής τους σε πεδία που αμφισβητείται η ελληνική κυριαρχία είναι ένα πολύ ασυνήθιστο φαινόμενο. Μεγαλύτερη αποτυχία, όμως, έχουμε και όταν λόγω των διαρκών απειλών και μικρών εμπλοκών, τις οποίες ο αμυνόμενος κατευνάζει αντί να αποτρέπει, ο επιτιθέμενος κατορθώνει έτσι να κερδίσει τον πόλεμο χωρίς μάχη.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποια στιγμή δεν θα υπάρξει μεγάλη πολεμική εμπλοκή. Η μεγάλη πολεμική εμπλοκή μπορεί να προκληθεί για πολλούς λόγους. Μεταξύ άλλων: Υπερβολική αυτοπεποίθηση του επιτιθέμενου, λανθασμένες εκατέρωθεν εκτιμήσεις για την αποφασιστικότητα της άλλης πλευράς και μια πιθανή γενικότερη ανάφλεξη στην περιφέρεια. Μία τέτοια ανάφλεξη μπορεί να συμπαρασύρει και άλλα κράτη και να εντείνει γνωστές μεθοδεύσεις των ηγεμονικών κρατών για να αυξήσουν τον στρατηγικό έλεγχο στις περιφέρειες με κατατριβή «φίλων» και «εχθρών» και με μεταφορά βαρών που εκπληρώνουν τον έλεγχο των περιφερειακών ανακατανομών ισχύος.