Η άρνηση της προσφυγικής μνήμης

Βλάσης Αγτζίδης
819
Η άρνηση της προσφυγικής μνήμης, Βλάσης Αγτζίδης

Η σχετικά πρόσφατη συζήτηση, στο πλαίσιο της νεοελληνικής ιστοριογραφίας, για τις διαδικασίες διαμόρφωσης της προσφυγικής μνήμης ανοίγει το πεδίο συζήτησης για τα θέματα αυτά. Επιπλέον, δίνει την ευκαιρία να εξεταστούν οι εικόνες που διαμορφώθηκαν στον ελλαδικό χώρο για τους πρόσφυγες του ’22 και την ιστορική τους εμπειρία, ο τρόπος πρόσληψης των γεγονότων εκείνων τόσο από την κυρίαρχη εξουσία (στη μοναρχική, στη δικτατορική και στη δημοκρατική της εκδοχή) όσο και από τη διανόηση (καθεστωτική και μη), τους ιστορικούς κλπ. Επίσης, δίνεται η δυνατότητα να τεθεί υπό το φως της κριτικής η «οριενταλιστική» ματιά για τα θέματα αυτά, που κυριαρχεί σε ένα σημαντικό τμήμα Νεοελλήνων ιστορικών.

Η έλλειψη κοινά συμφωνημένου αφηγήματος για τα συγκεκριμένα ιστορικά και κοινωνικά θέματα δημιούργησε ένα ερμηνευτικό «κενό», που το αντιλαμβάνονται άμεσα όλοι όσοι ασχολούνται με αυτά, είτε ως ερευνητές είτε ως φορείς κοινωνικής αλληλεγγύης προς πάσχοντες πληθυσμούς (νεο-πρόσφυγες από την ΕΣΣΔ). Απόρροια αυτού του «κενού» υπήρξε και ο εξαιρετικά ενδιαφέρων τρόπος που οι κυρίαρχες πολιτικές αλλά και ιδεολογικές δυνάμεις, Δεξιά κι Αριστερά, αντιμετώπισαν τα νέα αιτήματα και ζητήματα του προσφυγικού χώρου, και ειδικότερα:

  • Τη δημόσια κατάθεση της ιστορικής τους άποψης ότι υπήρξαν θύματα οργανωμένης Γενοκτονίας (1914-1923) από τον τουρκικό εθνικισμό.
  • Την αναφορά στις διώξεις που υπέστη στην ΕΣΣΔ από τον σταλινισμό η ελληνική μειονότητα μετά το 1937-38.

Παράλληλα, και με έναν παράξενο τρόπο, η πανούργα Ιστορία «χάρισε» στους Νεοέλληνες και μια άλλη εμπειρία: Να «υποδεχτούν», από την εποχή της Περεστρόικα, με τον γνωστό άξενο τρόπο, δεκάδες χιλιάδες ομοεθνείς πρόσφυγες και μετανάστες από την καταρρέουσα/καταρεύσασα ΕΣΣΔ. Πρόσφυγες που σε μεγάλο μέρος τους ήταν ένα παράδοξο κατάλοιπο της Μικρασιατικής Καταστροφής. Πρόσφυγες εγκλωβισμένοι στην ΕΣΣΔ και υφιστάμενοι τις συνθήκες του «σοσιαλιστικού θερμοκηπίου», που κράτησε 70 και κάτι χρόνια, καλύπτονταν από τη Συνθήκη ανταλλαγής των πληθυσμών της Λωζάνης του 1923.

250.000 «νεο-πρόσφυγες»

Περί τις 250.000 «νεο-πρόσφυγες» εισήλθαν στο νεοελληνικό κράτος τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, κουβαλώντας στις αποσκευές τους παλιές ιστορίες και εκκρεμότητες, τις οποίες η ελλαδική κοινωνία και οι πολυποίκιλες πολιτικές και κρατικές της εκφράσεις είχαν/έχουν προσπαθήσει ματαίως να ξορκίσουν.

Οι νέοι αυτοί πρόσφυγες βρέθηκαν στο κέντρο του κυκλώνα που σάρωσε την Ανατολική Ευρώπη τη δεκαετία του ’80 και του ’90, αφού λίγες δεκαετίες πριν, από το 1937-38, είχαν υποστεί την αντιμειονοτική πολιτική του σταλινισμού (μαζί με τους πολιτικούς φυγάδες από την Ελλάδα, μέλη και φίλους του ΚΚΕ). Μόλις δυόμισι δεκαετίες πριν από την έναρξη των σταλινικών διώξεων, υπήρξαν θύματα της πολιτικής και γενικευμένης εθνικής εκκαθάρισης που επέλεξε ο τουρκικός εθνικισμός (Νεότουρκοι, Ατατούρκ) για να επιλύσει το εθνικό «πρόβλημα».

Στο σημείο αυτό θα έπρεπε να διευκρινιστούν οι διαφορές μεταξύ των νεοτουρκικών και σταλινικών διώξεων. Οι νεοτουρκικές διώξεις εντάσσονται στην κατηγορία των γενοκτονικών πράξεων κατά τη διαδικασία συγκρότησης του τουρκικού κράτους-έθνους. Στόχευαν στην πλήρη φυσική εξαφάνισή του υπό δίωξη πληθυσμού.

Ενώ, οι διώξεις της σταλινικής περιόδου ανήκουν σε άλλη κατηγορία, που σχετίζεται με τις εσωτερικές διεργασίες στην ΕΣΣΔ, στη διαπάλη των διαφόρων ομάδων εξουσίας και στις τεχνικές κυριαρχίας. Δεν αποσκοπούν στην πλήρη φυσική εξόντωση του υποκειμένου, αλλά στην προσαρμογή του στις πολιτισμικές μορφές που έχει επιλέξει η επικρατούσα ομάδα.

H «μητέρα-πατρίδα»

Υπήρξαν, επίσης, και θύματα ενός εθνικού κράτους, μιας «μητέρας-πατρίδας», το οποίο ποτέ δεν τήρησε προς αυτούς τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τη Συνθήκη της Λωζάνης. Αντιθέτως προσπάθησε με κάθε τρόπο να τους «αποκρύψει», είτε εξαφανίζοντάς τους από τις διπλωματικές υποχρεώσεις είτε απαγορεύοντάς τους να έρθουν στην Ελλάδα.

Και όταν αυτό ήταν αναπόφευκτο, τους έστελνε στις φαβέλες του υπολοίπου της Αττικής και προσπαθούσε να τους χρησιμοποιήσει εργαλειακά για ίδιον κρατικό/κομματικό όφελος, κάτι που έκανε συστηματικά από το 1922. Μόνο που η πολιτική της «εξαφάνισης» του πληθυσμού αυτού -καθώς και του ιστορικού φορτίου που έφερε- δεν ήταν μόνο πολιτική του κράτους. Ήταν πολιτική και του μεγαλύτερου μέρους της Αριστεράς, η οποία ακόμα και το νέο προσφυγικό ζήτημα το αντιμετώπισε σαν να ήταν αντίστοιχο με αυτό των «Πακιστανών στη Βρετανία».

Δεξιός και Αριστερός αναθεωρητισμός

Όλα αυτά τα ζητήματα ουδέποτε τα αντιμετώπισε η νεοελληνική ιστοριογραφία. Και αυτό υπήρξε απόρροια της παραδοσιακής της στάσης απέναντι στην ιστορική εμπειρία του προσφυγικού πληθυσμού. Στην ουσία, για επτά δεκαετίες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή δεν επιτράπηκε στους πρόσφυγες του ’22 να επαναδιαπραγματευτούν τη συλλογική ιστορική αφήγηση στο κοινό έθνος-κράτος, ώστε να συμμετάσχουν και αυτοί στο εθνικό αφήγημα. Αυτή η άρνηση είχε ορισμένα ανελαστικά χαρακτηριστικά και πήρε ιδιαίτερα έντονες μορφές, οι οποίες δεν συνάδουν με τον παραδοσιακό τρόπο διαμόρφωσης της συλλογικής εικόνας.

Η σχετικά πρόσφατη αμφισβήτηση του ιστορικού γεγονότος της Γενοκτονίας από τμήμα της Αριστεράς και της νεοφιλεύθερης Δεξιάς καταλήγει σε Άρνηση (négationnisme). Ταυτόχρονα, συμβαδίζει χρονικά και ποιοτικά με τον δεξιό αναθεωρητισμό που αποσκοπούσε στην αποκατάσταση των υπαιτίων της Μικρασιατικής Καταστροφής και «…ξαναφέρνει στο προσκήνιο τη σύγκρουση Ελλαδιτών και προσφύγων, μια σύγκρουση που έχει καθορίσει την προσφυγική Μνήμη, καθώς και το αίσθημα αποκλεισμού της προσφυγικής Μνήμης από την επίσημη Ιστορία».

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η διακίνηση του άρθρου με την προσθήκη ενεργού link.