Η Τουρκία αντιμέτωπη με το καρκίνωμα του Κουρδικού – 2

Σταύρος Λυγερός
4

του Σταύρου Λυγερού  – 

Από τα πρώτα βήματά τους στην κυβέρνηση, οι νεοοθωμανοί επιχείρησαν να προσεταιρισθούν το κουρδικό στοιχείο με δύο τρόπους: Πρώτον, μέσω του πολιτικού Ισλάμ και πιο συγκεκριμένα με το ιδεολόγημα “Τούρκοι και Κούρδοι είμαστε και οι δύο παιδιά των Οθωμανών”. Δεύτερον, με την πρωτοβουλία του Ερντογάν για πολιτική λύση του Κουρδικού στο πλαίσιο του τουρκικού κράτους. Στο πλαίσιο αυτό πραγματοποιήθηκαν και άτυπες διαπραγματεύσεις του αρχηγού των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών Χακάν Φιντάν με τον φυλακισμένο Αμπντουλάχ Οτσαλάν.

Με αυτόν τον τρόπο, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης κατάφερε στο εκλογικό επίπεδο να προσελκύσει τη σημαντική πλειονότητα των Κούρδων, οι οποίοι είχαν υποφέρει από το μετακεμαλικό καθεστώς. Όπου το κουρδικό κόμμα δεν είχε ελπίδα να εκλέξει δικό του υποψήφιο, οι Κούρδοι ψήφιζαν το κόμμα του Ερντογάν.

Όταν, όμως, οι διαπραγματεύσεις για πολιτική λύση κατέρρευσαν και αναζωπυρώθηκε το αντάρτικο, οι νεοοθωμανοί επέστρεψαν στον αδιέξοδο δρόμο των κεμαλιστών: προσπαθούν κι αυτοί ανεπιτυχώς να λύσουν το πρόβλημα με στρατιωτικά μέσα. Το αποτέλεσμα είναι το βαθύ ρήγμα που χώριζε το κουρδικό στοιχείο από τους κεμαλιστές να τους χωρίζει πλέον και από τους νεοοθωμανούς.

Η δυτική ανοχή

Για χρόνια η Δύση είχε επιδείξει μια περισσότερο ή λιγότερο σκανδαλώδη ανοχή, δίνοντας στην Άγκυρα τον χρόνο να λύσει στρατιωτικά το πρόβλημα. Οι σταυροφόροι των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έκλειναν τα μάτια τους στο όνομα των γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων. Από ένα σημείο και πέρα, όμως, ακόμα και οι Αμερικανοί άρχισαν να υποδεικνύουν την ανάγκη μιας πολιτικής λύσης.

Από τη στιγμή, μάλιστα, που η Τουρκία τέθηκε σε τροχιά ένταξης, είναι αντιμέτωπη και με τις θεσμικές πιέσεις της ΕΕ για την τήρηση των δημοκρατικών κανόνων και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το κλίμα άρχισε να αλλάζει αφενός λόγω των ακραίων κατασταλτικών μεθόδων, αφετέρου λόγω του γεγονότος ότι η Τουρκία προσπάθησε εμμέσως να εξαγάγει το πρόβλημά της, διοχετεύοντας εκατοντάδες χιλιάδες εξαθλιωμένους Κούρδους στις χώρες της ΕΕ.

Για την τουρκική κρατική ιδεολογία, οι Kούρδοι ήταν «ορεινοί Tούρκοι»! Ο ισχυρισμός αυτός σήμερα έχει τόσο πολύ καταρρεύσει, που τον έχουν εγκαταλείψει ακόμα και οι σκληροπυρηνικοί Τούρκοι εθνικιστές. Η πάγια στρατηγική του κεμαλισμού να αφομοιώσει το κουρδικό στοιχείο στο τουρκικό έθνος έχει ναυαγήσει οριστικά. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι τη διευκόλυναν παρά πολύ η κοινή μουσουλμανική θρησκεία και η σε μεγάλο βαθμό επικράτηση της τουρκικής γλώσσας.

Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι κατ’ εξοχήν πολιτικό και δεν επιδέχεται πλέον στρατιωτική λύση. Ακόμα και στην περίπτωση που ο τουρκικός στρατός κατάφερνε να συντρίψει τους αντάρτες, η Τουρκία δε θα έπαυε ως κράτος να αντιμετωπίζει το αίτημα των Κούρδων για εθνική χειραφέτηση και απελευθέρωση. Ας σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την τουρκική στατιστική υπηρεσία, από τα 75 εκατομμύρια Τούρκων πολιτών τα 23 είναι κουρδικής καταγωγής.

Η πρώιμη εξέγερση

Η δημογραφική ανάπτυξη του κουρδικού στοιχείου, μάλιστα, είναι πολύ μεγαλύτερη της δημογραφικής ανάπτυξης του τουρκικού στοιχείου, γεγονός που αργά αλλά σταθερά διαφοροποιεί υπέρ των Κούρδων την πληθυσμιακή αναλογία. Σύντομα ο ένας στους τρεις πολίτες της Τουρκίας θα είναι Κούρδος.

Η πολιτική της αφομοίωσης των Κούρδων άρχισε όταν το κεμαλικό καθεστώς ένιωσε ότι είχε σταθεροποιηθεί στην Ανατολή, μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης (1923). Στα συνέδρια του Ερζερούμ (Αύγουστος του 1919) και της Σεβάστειας (Σεπτέμβριος του 1919) ο Κεμάλ είχε υποσχεθεί στους Κούρδους ισότιμη συμμετοχή στο νέο κράτος, για να επιτύχει συμμαχία και τη συμμετοχή τους στον πόλεμο για την εκδίωξη των «απίστων» από την Ανατολή.

Μετά τη Λωζάννη ξέχασε τις υποσχέσεις και άρχισε να απαγορεύει τη χρήση της κουρδικής γλώσσας και τη δράση των κουρδικών οργανώσεων. Η πολιτική αυτή προκάλεσε την κουρδική εξέγερση του Σεΐχη Σαΐντ (1925). Σποραδικές εξεγέρσεις σημειώθηκαν μέχρι το 1938, αλλά πάντα πνίγονταν στο αίμα. Ανάμεσα σ’ εκείνες τις εξεγέρσεις και στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του ΡΚΚ υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά.

Οι παλαιότερες κουρδικές εξεγέρσεις ήταν φυλετικές, ή είχαν θρησκευτικό χαρακτήρα, ήταν αντίδραση στην κατάργηση του Χαλιφάτου. Ακριβώς γι’ αυτό άφηναν περιθώρια στην κεμαλική εξουσία να συνοδεύει την καταστολή με πολιτικές αναγκαστικών εκτοπισμών και ενσωμάτωσης του κουρδικού στοιχείου στην τουρκική κοινωνία.

Ξεχωριστή εθνική συνείδηση

Από τη στιγμή, όμως, που με το σύγχρονο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα οι Kούρδοι απέκτησαν ξεχωριστή εθνική συνείδηση, βιώνουν την τουρκική κυριαρχία ως κατάκτηση. Γι’ αυτό έχουν κατά κανόνα μετατραπεί σε ενεργούς ή παθητικούς, σε εμφανείς ή αφανείς αντιπάλους του τουρκικού κράτους. Αυτός είναι ο λόγος που έχουν συρρικνωθεί οι πιθανότητες επίτευξης μιας ήπιας πολιτικής λύσης, η οποία μακροπρόθεσμα να μην αμφισβητεί το ενιαίο της Τουρκίας.

Το ένοπλο κουρδικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα λειτούργησε σαν καταλύτης μιας ευρύτερης διεργασίας αποσταθεροποίησης και διάβρωσης του μετακεμαλικού καθεστώτος. Πέρα απ’ αυτό, όμως, όσο το ΡΚΚ μένει όρθιο σ’ αυτό τον αντάρτικο πόλεμο, τόσο θα είναι ο νικητής στο πολιτικό επίπεδο. Παρότι οι αντάρτες έχουν υποστεί σοβαρά πλήγματα, που τους δυσκολεύουν στο επιχειρησιακό επίπεδο, παραμένουν ικανοί να προκαλούν στρατιωτικές απώλειες, οικονομική αιμορραγία, πολιτικό κόστος και κυρίως να αμφισβητούν εμπράκτως την κυριαρχία του τουρκικού κράτους.

Το αντάρτικο δεν επιδιώκει να επιβληθεί στρατιωτικά στο τουρκικό κράτος. Αυτό είναι αδύνατον. Προκαλώντας του αιμορραγία σ’ όλα τα επίπεδα, όμως, προσπαθεί να διαμορφώσει τους όρους μιας πολιτικής λύσης του Κουρδικού. Είναι προφανές ότι αυτή η προοπτική αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή. Από τη μία πλευρά η Τουρκία είναι περιφερειακή δύναμη κι από την άλλη είναι χώρα με ένα καρκίνωμα στο εσωτερικό της.