Μια νύχτα στο Σουσουρλούκ

Σταύρος Λυγερός2396


+100%-

του Σταύρου Λυγερού  – 

Οι οργανικές σχέσεις του “βαθέος κράτους” με εγκληματικές συμμορίες στην Τουρκία ήταν κοινό μυστικό, αλλά το σπυρί έσπασε κατά τύχη στις 3 Νοεμβρίου 1996. Εκείνη τη νύχτα στην περιοχή Σουσουρλούκ του νομού Μπαλίκεσιρ μια θωρακισμένη Μερσεντές, που έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα, καρφώθηκε σ’ ένα φορτηγό. Στα συντρίμμια βρέθηκαν εξοπλισμός υποκλοπών και μυστικών επιχειρήσεων, όπλα, ναρκωτικά, χρήματα και αποκαλυπτικά έγγραφα.

Το σκάνδαλο ήταν η ταυτότητα των τεσσάρων επιβατών: Ο αστυνομικός διευθυντής Χουσεΐν Κοτσαντάγ ήταν δημιουργός των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας, με θητεία στις κουρδικές επαρχίες ως επικεφαλής ειδικών επιχειρήσεων. Μαζί του ήταν η ερωμένη του, το φωτομοντέλο Γκόντσα Ους.

Τρίτο πρόσωπο ήταν το ηγετικό στέλεχος των Γκρίζων Λύκων, ο γνωστός μαφιόζος και καταζητούμενος στην Τουρκία για εμπόριο ηρωίνης Αμπντουλάχ Τσατλί. Ο Τσατλί ήταν κεντρικό πρόσωπο στους κόλπους των παρακρατικών μηχανισμών. Όπως αποδείχθηκε, το “βαθύ κράτος” είχε προμηθεύσει τον Τσατλί με ταυτότητα ανώτερου κρατικού υπαλλήλου και γραφείο στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση(!), άδεια οπλοφορίας και υπηρεσιακό διαβατήριο, όλα με ψεύτικο όνομα.

Σύμφωνα με ομολογία του υπαρχηγού της τουρκικής μυστικής υπηρεσίας ΜΙΤ Μεχμέτ Εϊμούρ, ο Τσατλί ήταν και συνεργάτης της ΜΙΤ με μεγάλη δράση στο εξωτερικό. Ο Τσατλί είχε οργανώσει την απόδραση του Γκρίζου Λύκου Μεχμέτ Αλί Αγκτσά έξι μήνες μετά την καταδίκη του σε ισόβια για τη δολοφονία του διευθυντή της εφημερίδας “Μιλιέτ” Αμπντί Ιπεκτσί (1979). Αργότερα, με τη συνεργασία του Τσατλί, ο Αγκτσά τραυμάτισε τον Πάπα σε μια απόπειρα να τον δολοφονήσει (1981).

Ο Τσατλί κηδεύθηκε με την τουρκική σημαία παρουσία χιλιάδων Γκρίζων Λύκων, πολλών μαφιόζων και αρκετών πολιτικών. Η αρχηγός του Κόμματος του Ορθού Δρόμου και τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Τανσού Τσιλέρ, που ήταν παρούσα, δήλωσε (σύμφωνα με τον τουρκικό Τύπο): «Όποιος ρίχνει ή δέχεται μια σφαίρα γι’ αυτό το έθνος αξίζει τον σεβασμό μας»!

Ο τέταρτος επιβάτης και μοναδικός διασωθείς ήταν ο βουλευτής Εντίπ Σεντάτ Μπουτσάκ. Ο Μπουτσάκ ήταν αρχηγός της μεγάλης κουρδικής φατρίας των Μπουτσάκ με ιδιωτικό στρατό μερικών χιλιάδων πολιτοφυλάκων που ελέγχουν την επαρχία Σιβέρεκ και –σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες– υπεύθυνος για πλήθος δολοφονιών Κούρδων που θεωρούνταν ύποπτοι για συνεργασία με το ΡΚΚ. Ας σημειωθεί ότι η θωρακισμένη Μερσεντές συνοδευόταν και από υπηρεσιακό αυτοκίνητο της ασφάλειας με τρεις αστυνομικούς!

Υπό τη σκέπη του Μεχμέτ Αγάρ

Με αφορμή εκείνη την αποκάλυψη είχε τότε προκληθεί στην Τουρκία μείζονα πολιτική κρίση, η οποία είχε τραυματίσει την ιδεολογία της ιερότητας του κράτους και ειδικότερα το κύρος των δυνάμεων ασφαλείας. Το περιστατικό επιβεβαίωσε πανηγυρικά παλαιότερο δημοσίευμα εβδομαδιαίας εφημερίδας, το οποίο παρουσίαζε έκθεση της μυστικής υπηρεσίας ΜΙΤ. Σύμφωνα με εκείνη την έκθεση, στους κόλπους των δυνάμεων ασφαλείας λειτουργούσε μια εγκληματική οργάνωση, η οποία διεκπεραίωνε βρόμικες επιχειρήσεις εναντίον αριστερών οργανώσεων και του κουρδικού ΡΚΚ.

Η εν λόγω οργάνωση, που τη συγκροτούσαν Γκρίζοι Λύκοι και βρισκόταν υπό τον έλεγχο του διατελέσαντος αρχηγού αστυνομίας, υπουργού Δικαιοσύνης και υπουργού Εσωτερικών Μεχμέτ Αγάρ, επιδιδόταν παραλλήλως σε λαθρεμπόριο ναρκωτικών, ληστείες, εκβιασμούς και δολοφονίες. Οι ταυτότητες ανώτερου κρατικού λειτουργού που είχε στην κατοχή του ο Τσατλί έφεραν την υπογραφή του ίδιου του Αγάρ.

Υπό την πίεση της κοινής γνώμης, η τότε κυβέρνηση Ερμπακάν-Τσιλέρ υποχρεώθηκε να ζητήσει την παραίτηση του Αγάρ, μη παραλείποντας, όμως, να τον ευχαριστήσει. Μετά από σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό τον τότε Πρόεδρο Δημοκρατίας Ντεμιρέλ (Δεκέμβριος 1996), ο πρωθυπουργός Ερμπακάν δήλωσε: «Η κατάσταση είναι σοβαρότερη απ’ ό,τι νομίζαμε και απ’ ό,τι γνωρίζει η κοινή γνώμη. Εμπλέκονται στρατιωτικοί, αστυνομία, πολιτικοί και μαφιόζοι». Ο Ετσεβίτ δήλωσε: «Για την ύπαρξη αυτής της παράνομης οργάνωσης είχα μάθει για πρώτη φορά το 1974, όταν ήμουνα πρωθυπουργός. Κατά τη δεύτερη πρωθυπουργική μου θητεία ζήτησα από τον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων τη διάλυση αυτής της οργάνωσης. Το πρόβλημα, όμως, δεν λύθηκε. Αργότερα, η Τανσού Τσιλέρ χρησιμοποίησε την ίδια οργάνωση για δικές της βρόμικες υποθέσεις».

Ας σημειωθεί ότι ο σύζυγος της Τσιλέρ έχει επανειλημμένως και με στοιχεία κατηγορηθεί όχι μόνο για διαφθορά, αλλά και για στενή διαπλοκή με το παρακράτος και το οργανωμένο έγκλημα. Σύμφωνα με έκθεση της ΜΙΤ (1987), στενή διαπλοκή με το οργανωμένο έγκλημα είχε και ο Γιαχγιά Ντεμιρέλ, ανηψιός του τότε προέδρου Δημοκρατίας Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ (πρώην αρχηγός του Κόμματος του Ορθού Δρόμου και επανειλημμένως πρωθυπουργός).

Η ομολογία του Γιλμάζ

Την εποχή του Σουσουρλούκ, ο αρχηγός του Κόμματος της Μητέρας Πατρίδας και τότε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Γιλμάζ είχε δεσμευθεί ότι, εάν γινόταν πρωθυπουργός, θα προχωρούσε σε κάθαρση. Όταν, όμως, το 1997 έγινε πρωθυπουργός, ομολόγησε δημοσίως: «Δεν μπορούμε να ανακαλύψουμε περισσότερο από το 20-25% της αλήθειας. Τα αποδεικτικά στοιχεία είτε δεν μας παραδίδονται από κρατικούς υπαλλήλους είτε πλαστογραφούνται»!

Όταν, για να κατευνάσουν την κοινή γνώμη, ορισμένοι παράγοντες του «βαθέος κράτους» προσπάθησαν να καλύψουν το σκάνδαλο Σουσουρλούκ, επιρρίπτοντας όλες τις ευθύνες στον νεκρό Τσατλί, η σύζυγός του δήλωσε διαμαρτυρόμενη: «Ο άντρας μου δούλευε για το κράτος. Είκοσι δύο ημέρες μετά το πραξικόπημα του 1980, οι ένοπλες δυνάμεις τον έστειλαν να εκπαιδευθεί στο εξωτερικό. Όταν καταδικάστηκε και φυλακίσθηκε στην Ελβετία για λαθρεμπόριο ναρκωτικών, δραπέτευσε με τη βοήθεια του τουρκικού κράτους». Για τη συμμετοχή Τούρκων πρακτόρων σ’ αυτή την απόδραση υπάρχουν και άλλες μαρτυρίες.

Το “καλό παιδί” του στρατηγού Μπουγιούκανιτ

Μπορεί με το Σουσουρλούκ να έσπασε το σπυρί, αλλά το «βαθύ κράτος» δεν σταμάτησε τις βρόμικες πρακτικές. Τον Νοέμβριο του 2005 εξερράγη μια βόμβα σ’ ένα βιβλιοπωλείο της πόλης Σεμντινλί στη νοτιοανατολική Τουρκία, ιδιοκτήτης του οποίου ήταν πρώην μέλος του ΡΚΚ. Στην επίθεση εκείνη, που κόστισε τη ζωή ενός ανθρώπου, συνελήφθησαν από παρευρισκόμενους πολίτες οι τρεις δράστες, οι οποίοι αποδείχθηκε ότι ήταν μέλη των μυστικών υπηρεσιών του στρατού.

Για έναν απ’ αυτούς, ο στρατηγός Γιασάρ Μπουγιούκανιτ (τότε αρχηγός στρατού και μετέπειτα αρχηγός ενόπλων δυνάμεων) είχε σπεύσει να δηλώσει δημοσίως πως τον γνωρίζει και να διαβεβαιώσει πως «είναι καλό παιδί»! Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ήταν ένα από τα «παιδιά του», αφού στη δεκαετία του 1990 ο Μπουγιούκανιτ ήταν στρατιωτικός διοικητής εκεί και ένας από τους αρχιτέκτονες του παρακρατικού κυκλώματος.

Ο εισαγγελέας της περιοχής Βαν, όπου υπάγεται το Σεμντινλί, Φερχάτ Σαρίκαγια είχε ασκήσει δίωξη εναντίον του στρατηγού Μπουγιούκανιτ γι’ αυτή την υπόθεση, αλλά η δίωξη σταμάτησε και ο εισαγγελέας υπέστη κυρώσεις! Ακόμα και ο διορισμένος από την κυβέρνηση Ερντογάν επικεφαλής της Τουρκικής Διεύθυνσης Ασφαλείας Σαμπρί Ουζούν, που είχε αποδώσει τη βομβιστική επίθεση στο βιβλιοπωλείο σε δάκτυλο του στρατού, στις 23 Μαρτίου 2006 απομακρύνθηκε από τη θέση του κατόπιν πιέσεων του Γενικού Επιτελείου.

Ο ίδιος ο Ερντογάν είχε υποχρεωθεί να στηλιτεύσει όσους προσπαθούν να προκαλέσουν σύγκρουση μεταξύ της κυβέρνησης και των ενόπλων δυνάμεων. Είχε απευθύνει αυστηρή σύσταση στα στελέχη του κόμματός του, δηλώνοντας ότι «κανείς δεν δικαιολογείται να μη δείχνει σεβασμό προς τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις, τις οποίες φυλάσσουμε ως κόρην οφθαλμού». Δεν είχε ακόμα έρθει η ώρα για τη σύγκρουση μαζί τους.

Ο κομπασμός του Ετσεβίτ

Στα τέλη του 2000 οι δυνάμεις ασφαλείας χρησιμοποίησαν τα όπλα τους για να σταματήσουν την απεργία πείνας χιλιάδων κρατουμένων στις τουρκικές φυλακές. Οι 31 νεκροί και οι πολλαπλάσιοι τραυματίες ήταν βαρύς απολογισμός, αλλά αυτό δεν είχε εμποδίσει τον «κεντροαριστερό» τότε πρωθυπουργό Ετσεβίτ να υπερηφανευθεί δημοσίως γι’ αυτό που θα έκανε κάθε πολιτισμένο άνθρωπο να ντρέπεται. Η δήλωση εκείνη δεν ήταν ούτε μεμονωμένο ούτε ατυχές γεγονός. Υπάρχουν, άλλωστε, πολλές παρεμφερείς δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων. Δηλώσεις αδιανόητες σε μια δυτική δημοκρατία. Αυτό, όμως, που στη Δύση εισπράττεται ως βαρβαρότητα, ή τουλάχιστον ως αντιδημοκρατικό πνεύμα, στην Τουρκία εισπράττεται ως απόδειξη ισχύος και αποφασιστικότητας.

Ένα άλλο δείγμα της δράσης του παρακράτους είναι ο βασανισμός και η εκτέλεση τριών ατόμων του εκδοτικού οίκου Zirve (μεταξύ αυτών και ενός Γερμανού) στη Μαλάτια της ανατολικής Τουρκίας. Το μοναδικό τους αμάρτημα ήταν ότι κυκλοφορούσαν τη Βίβλο και άλλα χριστιανικά βιβλία. Είχε προηγηθεί η δολοφονία ενός Ιταλού καθολικού ιερέα.

Τότε ο τουρκικός Τύπος είχε αποδώσει τα εγκλήματα σε εθνικιστικές παρακρατικές ομάδες, οι οποίες δημιουργήθηκαν με την ανοχή μηχανισμών του κράτους. Η τουρκική Δικαιοσύνη έχει απαγγείλει κατηγορίες σε ανώτερους και ανώτατους στρατιωτικούς για συμμετοχή στον σχεδιασμό εκείνων των δολοφονιών. Στις αρχές του 2013 δικαστήριο διέταξε τη σύλληψη του αντιστρατήγου Τολόν ως υπόπτου για τη συγκεκριμένη υπόθεση.

Αυτά τα ολίγα σήμερα και έπεται συνέχεια.

bookmark icon