Ο Ανδρέας Παπανδρέου ως αλλαγή πολιτικού παραδείγματος

Γιώργος Σωτηρέλης
552
Η βαριά σκιά του Ανδρέα, Γιώργος Σωτηρέλης

Μπορεί επισήμως στην πολιτική σκηνή να υπάρχει ΚΙΝΑΛ κι όχι ΠΑΣΟΚ, αλλά η 3η του Σεπτέμβρη συνεχίζει να αποτελεί τη γενέθλια ημερομηνία, η οποία είναι ταυτισμένη με την προσωπικότητα του Ανδρέα Παπανδρέου. Τα τελευταία χρόνια έχει καλλιεργηθεί, είτε επιτηδευμένα είτε λόγω εσφαλμένων προσλαμβανουσών παραστάσεων, μια διπλή παρανόηση ως προς τον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ.

Από την μια παρουσιάζεται απλώς σαν μια συνέχεια σε μια διαχρονική «δημοκρατική» ή «προοδευτική» παράταξη, αθροιζόμενος χωρίς ουσιαστικές διαφοροποιήσεις σε μια χορεία «κεντρώων» ηγετών (Χαρίλαος Τρικούπης, Ελευθέριος Βενιζέλος, Γεώργιος Παπανδρέου) και από την άλλη επιχειρείται να εμφανισθεί σαν ένας πρώιμος και ακαθόριστα «προοδευτικός» πολιτικός προάγγελος του σημερινού πρωθυπουργού.

Αμφότερες οι προσεγγίσεις, όμως, κατά την άποψή μου, πόρρω απέχουν από την πραγματικότητα. Θα προσπαθήσω να εκθέσω συνοπτικά –και κατ’ ανάγκην σχηματικά και ελλειπτικά– τους λόγους:

Α. Αναμφισβήτητα οι τρεις προαναφερθέντες ηγέτες διαδραμάτισαν κατά βάση προοδευτικό ρόλο, για τα δεδομένα της εποχής τους. Ωστόσο αυτό έχει επισκιάσει –προϊόντος και του χρόνου, που ευνοεί τις μυθοποιήσεις– ορισμένα ιδιαίτερα πολιτικά χαρακτηριστικά τους, τα οποία, πέρα από το ότι είναι κρίσιμα για μια συνολική αποτίμηση του πολιτικού ρόλου τους συνιστούν και την ειδοποιό διαφορά τους από τον Ανδρέα Παπανδρέου:

Εν πρώτοις και οι τρεις, παρά τις αποχρώσεις, πρέσβευαν έναν μονομερή κοινωνικά εκσυγχρονισμό, που εξέφραζε εν πολλοίς τα εγγενώς ατροφικά, συνήθως μεταπρατικά και συχνά παρασιτικά αστικά στρώματα ενός στρεβλά αναπτυσσόμενου κοινωνικού σχηματισμού. Ως εκ τούτου, και δεν έτειναν ευήκοον ούς στις αγωνίες και τα βάσανα των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων, τα οποία όχι μόνον αντιμετωπίζονταν αφ’ υψηλού αλλά και θεωρούνταν περίπου «αναλώσιμα» προκειμένου να επιτευχθούν κάποιοι μεγαλεπήβολοι «εθνικοί» στόχοι.

Κατά δεύτερον, ήταν προσδεδεμένοι άπαντες –με όρους έστω εθνικής αξιοπρέπειας– στο άρμα της Αγγλίας, κάτι που είχε τα οφέλη αλλά και τα κόστη του, με σημαντικότερο το ότι δεν είχαν πολλά περιθώρια για μια πιο ανοιχτή και πολυδιάστατη –δηλαδή πραγματικά ανεξάρτητη– εξωτερική πολιτική.

Αντίθετα, ο Ανδρέας Παπανδρέου σηματοδότησε μια μεγάλη και καθοριστικής σημασίας αλλαγή παραδείγματος στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα, προσδίδοντας διαφορετικό νόημα και περιεχόμενο αλλά και μια εντελώς νέα προοπτική στην έννοια της «δημοκρατικής» ή «προοδευτικής» παράταξης, τόσο σε σχέση με τα «εκσυγχρονιστικά» χαρακτηριστικά των περιόδων του Τρικούπη και του Βενιζέλου όσο και σε σχέση με τα «αντιδεξιά» χαρακτηριστικά της περιόδου του Γεωργίου Παπανδρέου.

Βαθιά τομή στο πολιτικό σύστημα

Είναι γεγονός βέβαια ότι ούτε ο ίδιος προήλθε από πολιτική παρθενογένεση. Αρχικά πάτησε πάνω στη δυναμική και στη συνέχεια αξιοποίησε σε μεγάλο βαθμό τις πλέον προοδευτικές παραδόσεις του προδικτατορικού κέντρου, ενώ, παράλληλα, ποτέ δεν αρνήθηκε και κάποιες αναγωγές στην θετική συνεισφορά του Βενιζέλου –εμμέσως δε και του Τρικούπη– στην όλη πορεία του σύγχρονου ελληνισμού.

Ωστόσο ο Ανδρέας Παπανδρέου, με την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ –δηλαδή με την άρνηση να αναλάβει κληρονομικώ δικαίω την Ένωση Κέντρου– κατέστησε ευθύς εξ αρχής σαφές ότι δεν παίρνει απλώς την σκυτάλη από τους προαναφερθέντες ηγέτες, αλλά ότι επιχειρεί μια βαθιά τομή μέσα στην συνέχεια της εν γένει δημοκρατικής και προοδευτικής παράδοσης, χρωματίζοντάς την με νέες ιδεολογικοπολιτικές πινελιές, που την απομάκρυναν εμφανώς από τις «αστικοφιλελεύθερες» καταβολές της.

Με άλλα λόγια, ο Ανδρέας Παπανδρέου αποφάσισε να ιδρύσει, μέσω μιας κινηματικής διαδικασίας –που συνιστά εν μέρει και «εκκίνηση ασυνέχειας»– έναν εντελώς νέο πολιτικό χώρο. Για τον λόγο αυτόν απευθύνθηκε μεν και στα τέσσερα υπαρκτά τότε προοδευτικά ρεύματα της ελληνικής κοινωνίας (το βενιζελογενές, το εαμογενές, του 1-1-4 και της γενιάς του Πολυτεχνείου) πλην όμως όχι για να τα συνενώσει τεχνητά, αλλά για να τα συνθέσει σε μια νέα πολιτική ποιότητα, η οποία τοποθετούνταν σαφώς στην ευρεία Αριστερά, ενώ παράλληλα είχε και έντονα πατριωτικά χαρακτηριστικά, σαν αντίβαρο στην υποτέλεια και την εξάρτηση της χώρας μας.

Συνονθύλευμα ιδεών

Είναι αλήθεια βέβαια ότι η εν γένει ιδεολογικοπολιτική φυσιογνωμία του ΠΑΣΟΚ πέρασε από αρκετές διακυμάνσεις, που έδωσαν λαβή σε μια έντονη και συχνά δικαιολογημένη κριτική. Εν πρώτοις, στο ΠΑΣΟΚ της πρώτης περιόδου συνέρρευσαν πολλές και ετερόκλητες εκδοχές της Αριστεράς, από αναρχίζοντες, τροτσκιστές και σταλινικούς μέχρι ριζοσπάστες σοσιαλιστές, σοσιαλδημοκράτες και κεντροαριστερούς.

Αυτό είχε ως συνέπεια να αναδειχθούν, ευθύς εξ αρχής, ορισμένες εγγενείς ιδεολογικές αντιφάσεις αλλά και να επικρατήσουν συχνά αριστερίστικες και λαϊκιστικές λογικές, ιδίως στο μέτρο που παραγνωρίζονταν ή υποτιμούνταν οι επικρατούντες εκείνη την εποχή διεθνείς και ευρωπαϊκοί συσχετισμοί και ετίθεντο στόχοι που υπερακόντιζαν εμφανώς τις πραγματικές πολιτικές δυνατότητες του προοδευτικού χώρου, τόσο στο επίπεδο της εσωτερικής όσο και στο επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής.

Οι καταβολές και η μετεξέλιξη του Ανδρέα

Αλλά και ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε μια ιδιότυπη ιδεολογική ταυτότητα. Παλαιός τροτσκιστής, από τα μαθητικά του χρόνια, και αφού πέρασε στις ΗΠΑ μια μεγάλη περίοδο πολιτικής αγρανάπαυσης –αλλά και υψηλού επιπέδου επιστημονικής συγκρότησης– ριζοσπαστικοποιείται ραγδαία μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα και ιδίως κατά τη διάρκεια της χούντας.

Με δεδομένο, δε, αφ’ ενός μεν ότι δεν είχε ιδιαίτερη ευρωπαϊκή πολιτική διαπαιδαγώγηση αφ’ ετέρου δε ότι βίωσε πολύ τραυματικά την σχεδόν αποικιοκρατική στάση των Αμερικανών, αλλά και την σχεδόν υποτακτική στάση, απέναντί τους, των πολιτικών και οικονομικών ιθυνόντων (πολλοί από τους οποίους ήταν πρώην μαυραγορίτες και συνεργάτες των Γερμανών…) ήταν εύλογο να στραφεί σε ρηξικέλευθα τότε ιδεολογικά ρεύματα της αμερικανικής μαρξιστικής παράδοσης, ιδίως όπως αυτά εκφράζονταν στο περιοδικό Monthly Review, και να εντρυφήσει σε ιδεολογικοπολιτικές προσεγγίσεις (ιδίως των Μπαράν, Σουήζυ, Αμίν, Μπετελέμ), που αναδείκνυαν με έμφαση το πρόβλημα της εξάρτησης, με επίκεντρο την θεωρία μητρόπολης-περιφέρειας.

Οι θεωρητικές αυτές αναζητήσεις είχαν μεν αξία σαν γενικό ερμηνευτικό εργαλείο (ιδίως των Αμίν, Μπετελέμ, που είχαν μια πιο ευρωπαϊκή ματιά) πλην όμως δεν βοηθούσαν ιδιαίτερα ούτε για μια ευρωκεντρική προσέγγιση –που θα του επέτρεπε να διαβλέψει ενωρίτερα την ιδιαίτερη πολιτική δυναμική και την ευρύτερη προοπτική της τότε ΕΟΚ– αλλά ούτε και για την κατανόηση της εξαιρετικά σύνθετης ελληνικής πραγματικότητας, που αποτελούσε πάντως, σε κάθε περίπτωση, μια sui generis εκδοχή της ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Επιπλέον, δε, η θεωρία αυτή δημιουργούσε εσφαλμένες εντυπώσεις για τον ρόλο και την σημασία της ευρωπαϊκής Αριστεράς, είτε στην σοσιαλδημοκρατική είτε στην ευρωκομμουνιστική της εκδοχή.

Το ΠΑΣΟΚ σε μια περίοδο ανατροπών

Όλα αυτά οδήγησαν, ασφαλώς, σε αρκετές εσφαλμένες εκτιμήσεις τόσο για την μετάβαση από την δικτατορία στη δημοκρατία («αλλαγή φρουράς»…) όσο και ως προς τον ρόλο, τη φυσιογνωμία και την στρατηγική του προοδευτικού χώρου. Ωστόσο, πλανάται όποιος νομίζει ότι μπορεί να κατανοήσει τον Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά και το ΠΑΣΟΚ εκείνης της εποχής, ερήμην των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούσαν τότε.

Τόσο η Αμερική (με τις αντιπολεμικές διαδηλώσεις κατά του πολέμου του Βιετναμ, αλλά και τις εξελίξεις στην Κούβα και την Χιλή) όσο και η Ευρώπη, με τον Μάη του 68, είχαν βιώσει, ελάχιστα χρόνια πριν, μια έκρηξη αμφισβήτησης και πολιτικού ριζοσπαστισμού, με έντονα αντικαπιταλιστικά και αντιαμερικανικά χαρακτηριστικά.

Ο απόηχος όλων αυτών των ιδεολογικοπολιτικών ανατροπών, σε συνδυασμό και με τον αντίκτυπο της Άνοιξης της Πράγας, ήταν ακόμη εμφανής σε πολλές χώρες (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία), μεταξύ των οποίων, ευλόγως, και στην Ελλάδα, όχι μόνον γιατί είχε μόλις αποτινάξει μια δικτατορία αλλά και διότι όλες οι ευρωπαϊκές εξελίξεις φθάνουν στη χώρα μας με κάποια καθυστέρηση.

Ως εκ τούτου, αν θέλει κανείς να κατανοήσει αυτό που συνέβαινε στην χώρα μας, χωρίς τους παραμορφωτικούς φακούς των σημερινών προσλαμβανουσών παραστάσεων, πρέπει να έχει διαρκώς κατά νουν ποιο ήταν το πολιτικό κλίμα της εποχής, σε συνάρτηση βέβαια και με το γενικότερο πλαίσιο που έθετε ο μεταπολεμικός διπολισμός, με όλα του τα πολιτικά συμπαρομαρτούντα και ιδεολογικά συμφραζόμενα.

 

Σάρκα και οστά σε μια άλλη Αριστερά

Μέσα σε αυτό το κλίμα, και παρά τις έντονες αντιφάσεις και τις ετερόκλητες πολιτικές και ιδεολογικές αναφορές της νεότευκτης τότε σοσιαλιστικής Αριστεράς, ο Ανδρέας Παπανδρέου απέδειξε ότι διέθετε πολιτική οξύνοια, ιδεολογική διορατικότητα, αναλυτική ικανότητα αλλά και στρατηγικό νου. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την ρητορική του δεινότητα, την ρεαλιστική προσαρμοστικότητα και το σπάνιο προσόν να συναιρεί και να συνθέτει, διαθέτοντας ταυτόχρονα και την αναγκαία πυγμή, τον βοήθησαν να οδηγήσει με στιβαρό χέρι το ΠΑΣΟΚ στην πολιτική ενηλικίωση και στην εξουσία.

Στην πορεία αυτή, βέβαια, αποσαφηνίσθηκε σταδιακά η πορεία αφ’ ενός μεν του μεταρρυθμιστικού του οράματος και των οργανωτικών του επιλογών (ιδίως με την 2η και την 5η Σύνοδο της Κεντρικής Επιτροπής, αντίστοιχα) αφ’ ετέρου δε ο ευρωπαϊκός αναπροσανατολισμός της πολιτικής του (ιδίως με το Ελληνικό Μνημόνιο του 1982, τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα και τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης).

Η άνοδος δε του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία –αλλά και η παραμονή του σε αυτήν– επετεύχθη όχι γιατί «λεηλάτησε», τάχα, τα συνθήματα της Αριστεράς αλλά διότι τόλμησε να δώσει σάρκα και οστά σε μια άλλη Αριστερά, ανοιχτή στα νέα ρεύματα, συνθετική, αντιδογματική, προσαρμοστική και ρηξικέλευθη.

Η προσχώρηση στη σοσιαλδημοκρατική οικογένεια

Η Αριστερά αυτή ήταν εν πρώτοις σοσιαλιστική, με έντονο το στοιχείο της δημοκρατικής συμμετοχής και της κοινωνικής απελευθέρωσης, αλλά και εκλεκτικιστική, διότι αφ’ ενός πήρε σαφείς αποστάσεις από το σοβιετικό μοντέλο –χωρίς πάντως να το δαιμονοποιεί, διότι ο Ανδρέας Παπανδρέου γνώριζε καλά και ήθελε να αξιοποιεί τις αντιφάσεις της ψυχροπολεμικής περιόδου– αφ’ ετέρου δε αντιμετώπισε με κριτική διάθεση (συχνά όμως και με υπέρμετρη επιφυλακτικότητα…), την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Στο πλαίσιο αυτό, ανέπτυξε αρχικά επιλεκτικές σχέσεις με επί μέρους ριζοσπαστικά σοσιαλιστικά κόμματα και κινήματα, πριν προσχωρήσει, εν τέλει -μετά από μια νηφάλια αποτίμηση της έως τότε πορείας του αλλά και των προϊουσών ευρύτερων πολιτικών ανακατατάξεων- στην σοσιαλιστική διεθνή και στην ευρωπαϊκή σοσιαλιστική και σοσιαλδημοκρατική οικογένεια.

Παράλληλα, όμως, η Αριστερά αυτή ήταν και πατριωτική, με έντονο το πρόταγμα της εθνικής ανεξαρτησίας, το οποίο αξιοποίησε πλήρως ο Ανδρέας Παπανδρέου, αναλαμβάνοντας (ή συμμετέχοντας σε) πρωτοβουλίες που υπερέβαιναν τον ψυχροπολεμικό διπολισμό και αναπτύσσοντας σχέσεις με όλα τα προοδευτικά κόμματα και κινήματα της εποχής (έστω και, ενίοτε, με κάποια στοιχεία υπερβολής).