Ο κοινός παρονομαστής Αριστεράς και αγορών

Γιώργος Κοντογιώργης
11

του Γιώργου Κοντογιώργη  – 

Οι εξελίξεις από τη δεκαετία του 1980 και ο εμμονικός εναγκαλισμός της Αριστεράς με την ιδεολογία και το σύστημα του δυτικού Διαφωτισμού, αποκάλυψε πέραν από κάθε αμφιβολία το υπαρξιακό της πρόβλημα όσο και μια δομική αδυναμία να παρακολουθήσει τις εξελίξεις. Προσχώρησε στο δόγμα της «βαθιά δημοκρατικής ιδιοσυστασίας της Δύσεως», δηλαδή του κρατούντος συστήματος της μοναρχευομένης ολιγαρχίας. Σ’ αυτό συναντιέται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με το σύνολο της νεοτερικότητας, από την άκρα Δεξιά έως την άκρα Αριστερά.

Έτσι, η Αριστερά έρχεται εξ αντικειμένου αντιμέτωπη με το αδυσώπητο ερώτημα: πώς γίνεται ένα βαθιά δημοκρατικό πολιτικό σύστημα να παράγει ακραία ολιγαρχικές πολιτικές, δηλαδή καταστροφικές για την κοινωνία; Κατά τούτο, συνεπής με την αντίληψή της αυτή, εξακολουθεί να διδάσκει ότι οι συσχετισμοί που μέλλεται να παραγάγουν το ευνοϊκό για την κοινωνία αποτέλεσμα θα διαμορφωθούν στο περιβάλλον της κοινωνικής δυναμικής. Δηλαδή, στους χώρους της εργασίας, στο πεζοδρόμιο, στο περιβάλλον της διαλεκτικής αντίθεσης μεταξύ της κοινωνίας και των ιδιοκτητών του οικονομικού και του πολιτικού συστήματος.

Την εξωθεσμική αυτή αντιπαλότητα θα συμπυκνώσει εντέλει η εκλογική αποτύπωση της νίκης των δυνάμεων του φιλελευθερισμού ή του σοσιαλισμού, δηλαδή η άνοδος των μεν ή των δε στην εξουσία. Συνεπής με την εμμονή της αυτή σε ένα (οικονομικό και πολιτικό) σύστημα που ανάγεται στο παρελθόν της μετάβασης από τη δεσποτεία στον πρώιμο ανθρωποκεντρισμό (που επεξεργάσθηκε ο Διαφωτισμός), δεν μπόρεσε να διακρίνει στην πολιτειακή χειραφέτηση της κοινωνίας των πολιτών. Να διακρίνει τη δυνατότητα της εξισορρόπησης των συσχετισμών που ανάγονται στη σχέση μεταξύ της κοινωνίας και της οικονομικής ιδιοκτησίας.

Η εμμονή αυτή της Αριστεράς γίνεται κατάδηλη μέσα από τις πρωτοβουλίες της, προκειμένου να αντιμετωπίσει το δυσμενές γι’ αυτήν περιβάλλον που ανέδειξε η μετάβαση στη νέα εποχή. Εναντιώθηκε στην “παγκοσμιοποίηση”. Ουσιαστικά προέβαλε το αίτημα της αναστολής της ούτως ή άλλως αναπότρεπτης εξέλιξης. Αντέδρασε με τα λεγόμενα κινήματα (της Γένοβας, του Πόρτο Αλέγκρο κλπ), που ανήγγειλαν τη διεθνοποίηση της ταξικής πάλης από την πλευρά της “εργατικής” τάξης. Έναγκαλίσθηκε τις ΜΚΟ, οι οποίες μεταβάλουν τους συντελεστές τους σε προέκταση του κράτους και των αγορών. Υιοθέτησε την ιδέα της “διακυβέρνησης” που εμπνεύσθηκαν οι δυνάμεις του χρηματοπιστωτικού συστήματος, προκειμένου να θέσουν εκποδών ακόμη και την έμμεση αναφορά στην κοινωνία των πολιτών κλπ.

Στην υπηρεσία των αγορών

Όλα αυτά, λοιπόν, εγγράφονται στην καθεστωτική λογική της Αριστεράς. Στην ίδια ακριβώς λογική εγγράφεται και η εγκατάλειψη της ταξικής πάλης υπέρ της φιλάνθρωπης αντιμετώπισης του κοινωνικού προβλήματος. Η οποία, υπόσχεται, σε τελική ανάλυση, στις δυνάμεις των αγορών, να λειτουργήσει εκτονωτικά στις χώρες όπου παράγεται η εκμετάλλευση και η καταστολή, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του διασώστη των θυμάτων τους στις χώρες της καπιταλιστικής μήτρας.

Το ζήτημα δεν είναι προφανώς η οικονομική μετανάστευση ή το πλήθος των πολιτικών προσφύγων που δημιουργεί η πλανητική ανάπτυξη της νομισματικής οικονομίας και επικοινωνίας, η οποία μέλλει να γιγαντωθεί στο μέλλον, αλλά η συνάντηση της Αριστεράς με τις δυνάμεις των αγορών στον τρόπο της προσέγγισής τους. Εάν θελήσουμε να συμπυκνώσουμε το ιδεολογικό πρόταγμα της Αριστεράς στις ημέρες μας, θα διαπιστώσουμε ότι αποδίδει με αυθεντική ακρίβεια τον σκοπό των αγορών: Την κινητικότητα του κεφαλαίου, των αγαθών και υπηρεσιών και την κινητικότητα της εργασίας.

Στον αντίποδα, εμφανίζεται να ταξινομεί στην Ακροδεξιά ό,τι απορρίπτουν οι αγορές: την κοινωνική/εθνική συλλογικότητα, την πρόσληψη της εργασίας ως σχέσης δημοσίου δικαίου, την υπεροχή της βιομηχανικής αστικής τάξης, την μεθάρμοση του “λαού” υπό το πρίσμα της πολιτικής ελευθερίας και κατ’ επέκταση σε πολιτική κατηγορία. Δηλαδή, την ανασύνταξη της κοινωνίας των πολιτών σε θεσμική παράμετρο της Πολιτείας.

Ολες αυτές οι προσεγγίσεις της Αριστεράς κατατείνουν στο να θεωρήσουν ως αυτονόητο και δη οριστικόν τον αποκλεισμό της κοινωνίας από το πολιτικό σύστημα. Δεν αναλογίζεται καν ότι εάν οι δυνάμεις της εργασίας ηττήθηκαν κατά κράτος εντός του κράτους, όπου είναι οριοθετημένες οι συντεταγμένες των συσχετισμών, πώς θα κατορθώσουν να επαναφέρουν τον σκοπό της πολιτικής στο διατακτικό τους. Δεν αναλογίζεται πως θα ανατρέψουν τους συσχετισμούς στο διακρατικό πεδίο, στο οποίο η πολιτική εξομοιώνεται με τις σχέσεις δύναμης. Έκεί οι δυνάμεις της εργασίας είναι αδύνατον να συναντηθούν εξ αντικειμένου με τις δυνάμεις που κατέχουν το σύστημα.

Ανέτοιμη Αριστερά

Το οφθαλμοφανές αδιέξοδο της Αριστεράς και εν γένει της γνωσιολογίας της εποχής μας, έγκειται στο ότι αρνούνται να ομολογήσουν ότι το κρατούν πολιτικό σύστημα δεν δύναται πια να υποστηρίξει μια σχετικά ισόρροπη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Πολλώ δε μάλλον να εναρμονισθούν με τον βαθμό χειραφέτησης (ανθρωποκεντρικής εμπειρίας, δηλαδή ελευθερίας) του κοινωνικού ανθρώπου. Διότι εν προκειμένω, οφείλουν να αποδεχθούν την αδήριτη ανάγκη να αναθεωρήσουν το σύνολο των βεβαιοτήτων της εποχής μας, να συνεκτιμήσουν ότι το γνωσιολογικό οικοδόμημα (ιδεολογικό, εννοιολογικό,μεθοδολογικό) του Διαφωτισμού ολοκλήρωσε τον προορισμό του.

Έπομένως, δεν είναι ικανό να ερμηνεύσει και κατ’ επέκταση να υπηρετήσει τη νέα περίοδο της ανθρωποκεντρικής κοσμοϊστορίας που διανοίγεται στις ημέρες μας. Κατά τούτο, η Αριστερά δεν είναι έτοιμη να μεταφέρει την κοινωνία στο μέλλον με πρόσημο την πρόοδο. Τελικά, η απόφαση αυτή συνεπάγεται την παραίτησή της από τον ιστορικό ρόλο της κατηχητικής-καθοδηγητικής ηγεσίας των μαζών που της διασφαλίζει το εισιτήριο της διεκδίκησης και, περαιτέρω, της αδιαίρετης και ανεξέλεγκτης άσκησης της πολιτικής κυριαρχίας. Έξ ου και οχυρωμένη πίσω από τον πρώιμο φιλελευθερισμό του δυτικοευρωπαϊκού Διαφωτισμού και σε ιδεολογική χηρεία, επιλέγει τον ρόλο της θεραπαινίδας της πιο ακραίας εκδοχής της διεθνούς των αγορών.

Με διαφορετική διατύπωση, η Αριστερά αδυνατεί να συνεκτιμήσει τον αδιαμφισβήτητο νόμο της κοινωνικής φύσης του ανθρώπου ότι όσο η οικονομία αυτονομείται από το πεδίοόπου συναντάται με την κοινωνία και διαφεύγει των συσχετισμών που θα έθεταν όρια στη δράση της, τόσο η κοινωνία επιχειρεί να διέλθει το κατώφλι της Πολιτείας για να την ελέγξει. Τόσο επομένως διεκδικεί θέση εταίρου στην ιδιοκτησία του συστήματος, ώστε η αμφισβήτηση της μονοσήμαντης (ιδιωτικής ή κρατικής) ιδιοκτησίας επί του συστήματος από την κοινωνία, εστιάζεται πρώτα στην Πολιτεία, και πολύ αργότερα στην οικονομία.

Η συντηρητική περιχαράκωση της Αριστεράς, η οχύρωσή της πίσω από τα στερεότυπα και τις βεβαιότητες που οικοδόμησε η αυταδέλφη της Δεξιά, την οδηγούν να θέτει εαυτήν υπό διανοητική απαγόρευση, προκειμένου να μην επιτρέψει στη σκέψη της να αποδεχθεί το μέλλον. Εξ ου και αποστρέφεται την ιδέα μιας εξέλιξης που θα άφηνε πίσω της την εποχή μας. Όντως, η ολοσχερής απουσία μιας τυπολογίας της εξέλιξης δεν είναι άδολη. Δεν οφείλεται δηλαδή αποκλειστικά στο βρεφικό διανοητικό στάδιο της πρωτο-ανθρωποκεντρικής εποχής που διανύει ο κόσμος της νεοτερικότητας.