Ο Νεοζηλανδός που ανατίναξε τη γέφυρα στον Γοργοπόταμο

Κολλάρος Βασίλης
1657
Λοχαγός Tom Barnes - Ο Νεοζηλανδός που ανατίναξε τη γέφυρα του Γοργοποτάμου, Βασίλης Κολλάρος

Φέτος, συμπληρώνονται 77 χρόνια από το σαμποτάζ στον Γοργοπόταμο, στις 25 Νοεμβρίου του 1942, της κορυφαίας εκείνης αντιστασιακής πράξης στην Ελλάδα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ποιος, όμως, ήταν ο σαμποτέρ που «σήκωσε στον αέρα» τη γέφυρα του Γοργοπόταμου, διακόπτοντας τη σιδηροδρομική γραμμή Αθήνα-Θεσσαλονίκη για τουλάχιστον έξι εβδομάδες;

Επρόκειτο για το Νεοζηλανδό λοχαγό της SOE (Special Operation Executive), Τομ Μπαρνς (Cecil Edward Barnes), ο οποίος ήταν επικεφαλής της ομάδας των μηχανικών – σκαπανέων (sappers) που είχε αναλάβει την ανατίναξη της γέφυρας. Ο συγκεκριμένος γεννήθηκε στην Αυστραλία στις 30 Ιανουαρίου 1907, σπούδασε πολιτικός μηχανικός και ασχολήθηκε με το επάγγελμα αυτό. Με το ξέσπασμα του πολέμου, επέστρεψε στη Νέα Ζηλανδία και κατατάχθηκε στο Βασιλικό Τάγμα των Μηχανικών (Royal New Zealand Engineers).

Η βρετανική στρατιωτική διοίκηση τον έστειλε στην Αίγυπτο, αλλά η «μονότονη» ζωή του Καΐρου, το να καθαρίζει ναρκοπέδια, δεν ταίριαζε στον χαρακτήρα του. Ακόμη, το γεγονός ότι είχε εμπειρία από εκρηκτικά, λόγω του γεγονότος ότι συμμετείχε στην κατασκευή δρόμων, τον καθιστούσε χρήσιμο σε άλλες, περισσότερο περιπετειώδεις, υπηρεσίες.
Επιχείρηση «HARLING»

Για τον λόγο αυτό, ζήτησε να πάρει μέρος σε μια ειδική αποστολή της SOE στην Ελλάδα, η οποία είχε ως στόχο να δημιουργήσει σοβαρά εμπόδια στον ανεφοδιασμό των γερμανικών δυνάμεων που μάχονταν υπό τον Ρόμελ, ενάντια στις βρετανικές δυνάμεις, στο μέτωπο της βόρειας Αφρικής. Η μάχη του Ελ Αλαμέιν είχε μόλις ξεκινήσει. Μεγάλο μέρος των εφοδίων του Γερμανού στρατάρχη έφταναν σιδηροδρομικά μέχρι την Αθήνα, φορτωνόταν σε πλοία και μεταφέρονταν στις απέναντι αφρικανικές ακτές.

Αγώνας επιβίωσης

Στόχευαν, λοιπόν, σε ανατινάξεις γεφυρών του σιδηροδρομικού δικτύου στον ελλαδικό χώρο, ώστε να διακοπεί, ή τουλάχιστον να καθυστερήσει, η ροή πολεμοφοδίων για την «Αλεπού της Ερήμου». Είχαν επιλεγεί τρεις γέφυρες: του Γοργοποτάμου, της «Παπαδιάς» και του Ασωπού, με την πρώτη από αυτές να φαίνεται πιο πιθανός στόχος. Η επιχείρηση πήρε την κωδική ονομασία «HARLING» και επικεφαλής της τέθηκε ο Βρετανός ταξίαρχος Έντι Μάγιερς (Eddie Myers), με υπαρχηγό τον ταγματάρχη Κρις Γουντχάουζ (Christopher Woodhouse).

Ο Μπαρνς ανέλαβε επικεφαλής της ομάδας των σαμποτέρ που θα ανατίναζαν τη γέφυρα του Γοργοποτάμου (Demolition Τeam). Ο Μάγερς αναφέρει, ότι «τον Τομ Μπαρνες, ένα ξανθό, γεροδεμένο και με μεγάλη δύναμη Νεοζηλανδό, που ήταν γεννημένος για αρχηγός, τον είχα βάλει επικεφαλής της κύριας ομάδας καταστροφών».

Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1942, η ομάδα της SOE έπεσε με αλεξίπτωτα και προσγειώθηκε στις αφιλόξενες βουνοκορφές της Γκιώνας. Όπως πληροφορούμαστε από το ημερολόγιο του Νεοζηλανδού λοχαγού (Katherine Barnes, The Sabotage Diaries, Harper Collins Publishers, 2015), η ομάδα του έδωσε πραγματικό αγώνα επιβίωσης, παλεύοντας σκληρά τόσο με τις εξαιρετικά δύσκολες κλιματολογικές συνθήκες (βροχοπτώσεις και πυκνό χιόνι) όσο και με αφιλόξενο περιβάλλον του βουνού.

Μοναδικό στήριγμα τους, η υποστήριξη από βοσκούς ή από τους ντόπιους των πλησιέστερων χωριών. Η βρετανική ομάδα ήταν υπεύθυνη για τον σχεδιασμό της επιχείρησης και για την τοποθέτηση των εκρηκτικών. Οι αντιστασιακές ομάδες του ΕΔΕΣ και του ΕΛΑΣ θα παρείχαν κάλυψη, εξουδετερώνοντας τη φρουρά της γέφυρας, η οποία αποτελούνταν από μια δύναμη 80 περίπου Ιταλών.

Η προετοιμασία για την ανατίναξη

Για την ανατίναξη της γέφυρας κουβαλούσαν μαζί τους 400 λίμπρες εκρηκτικών υλών. Ωστόσο, μεγάλο μέρος των εκρηκτικών είχε χαθεί το βραδύ που έγινε η ρίψη με αλεξίπτωτα ή βρίσκονταν στα χέρια ντόπιων που έτυχε να τα εντοπίσουν πρώτοι. Ο Μπάρνς αναφέρει ότι είδε παιδιά να παίζουν με αυτά, επειδή το πράσινο χρώμα τους, τα έκανε να μοιάζουν με πλαστελίνες. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, τα εκρηκτικά που είχαν στη διάθεσή τους μετά βίας έφταναν για την ανατίναξη μιας μόνο γέφυρας.

Για να επιταχύνει χρονικά την τοποθέτηση τους στους πυλώνες της γέφυρας, τα είχε δέσει σε δεμάτια ώστε να προσαρμοστούν αμέσως. Για το ζήτημα αυτό, ο Μάγερς αναφέρει ότι «χρειαστήκαμε πολλές μέρες για να δεματιάσουμε τις τετρακόσιες λίμπρες που διαθέταμε…».
Δούλεψαν, λοιπόν, με επαγγελματισμό, δεδομένου ότι «κάναμε ένα ξύλινο μοντέλο των ατσάλινων στηριγμάτων της γέφυρας και η ομάδα των καταστροφών ασκήθηκε πάνω σε αυτό μια ολόκληρη μέρα και νύχτα, ώσπου τα μέλη της να είναι σε θέση να τοποθετήσουν και να συνδέσουν τη γόμωση στα τυφλά.

Προμηθευτήκαμε μερικά δοκάρια από έναν ξυλοκόπο εκεί κοντά και δέσαμε πάνω την εκρηκτική γόμωση, ώστε να την μεταφέρουμε κοντά στη γέφυρα». Ένα ακόμα πρόβλημα που αντιμετώπιζαν με τα εκρηκτικά είναι το γεγονός ότι στις χαμηλές θερμοκρασίες του βουνού, αυτά πάγωναν και γίνονταν σκληρά. Έτσι, λοιπόν, ήταν υποχρεωμένοι να τα τρίβουν συνεχώς με τα χέρια τους για να τα διαμορφώσουν έτσι όπως ήθελαν.

Ο Νεοζηλανδός επί τω έργω

Γύρω στις 11 το βράδυ της 25ης Νοεμβρίου 1942 ξεκίνησε από τις αντάρτικές ομάδες του Ζέρβα και του Βελουχιώτη η προσπάθεια κατάληψης των δυο άκρων της γέφυρας. Με βάση το επιχειρησιακό σχέδιο, μετά την εκκαθάριση της φρουράς του βόρειου και του νότιου φυλακίου, η ομάδα του Μπαρνς θα αναλάμβανε να τοποθετήσει τα εκρηκτικά. Για τη μεταφορά τους μέχρι τη γέφυρα, χρησιμοποίησαν τέσσερα μουλάρια λόγω του μεγάλου τους όγκου.

Εν τούτοις, η σθεναρή αντίσταση των Ιταλών στο βόρειο φυλάκιο, ανάγκασε τον Μάγερς να διατάξει τον Μπαρνς να προσεγγίσει τα βάθρα των πυλώνων της γέφυρας, ενόσω η μάχη μαινόταν πάνω από το κεφάλι του. Ο Νεοζηλανδός, αφού πρώτα έκοψε δυο σειρές συρματοπλέγματα, έφτασε κάτω από τη γέφυρα και διαπίστωσε ότι οι πυλώνες ήταν μεγαλύτεροι απ’ τι υπολόγιζαν, καθώς επίσης ότι είχαν διαφορετικό σχήμα από αυτό που πίστευαν.

Στη βάση τους είχαν τέσσερα τεράστια ατσάλινα πόδια, βαθιά χωμένα σε συμπαγές τσιμέντο. Οι κύριοι δοκοί στήριξης δεν είχαν σχήμα «L», όπως πίστευαν, αλλά περισσότερο έμοιαζαν με «U». Επομένως, τα καλούπια με τα εκρηκτικά, που είχε ετοιμάσει, δεν ταίριαζαν. Σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα, ο Μπαρνς έπρεπε επί τόπου να επαναϋπολογίσει τα εκρηκτικά και να προχωρήσει σε ανακατασκευή τους, ώστε να ταιριάζουν με τα βάθρα των πυλώνων.

Με βάση τους αρχικούς του υπολογισμούς χρειάζονταν δυο ώρες για τη σωστή τοποθέτηση των εκρηκτικών, παρ’ όλα αυτά η πρώτη έκρηξη έγινε μόλις μια ώρα από τη στιγμή που ο ίδιος προσέγγισε τη γέφυρα. Και όλα αυτά, ενώ από πάνω του έπεφταν βροχή οι σφαίρες και οι χειροβομβίδες.

Επειδή ο Μάγερς δεν ήταν ικανοποιημένος από το μέγεθος της καταστροφής της γέφυρας, ζήτησε από τον Μπαρνς να προχωρήσει και σε δεύτερη ανατίναξη, για να μεγιστοποιήσουν τη ζημιά. Ο Νεοζηλανδός σαμποτέρ, σε χρόνο ρεκόρ, μόλις είκοσι λεπτά, πυροδότησε τα εκρηκτικά για δεύτερη φορά, ρίχνοντας ένα μεγάλο μέρος της γέφυρας μέσα στο ποτάμι. Ο αρχηγός της αποστολής κάνει ειδική μνεία στη προσφορά του Μπαρνς, λέγοντας ότι «συγχάρηκα όλους και ιδιαίτερα την ομάδα του Τομ Μπαρνς για τη γενναιοψυχία της».

Όπως γράψαμε και παραπάνω, η επιτυχή εκτέλεση της αποστολής «HARLING» είχε ως αποτέλεσμα να χρειαστούν οι κατοχικές αρχές τουλάχιστον έξι εβδομάδες για την πρόχειρη επισκευή της γέφυρας. Όταν ανατινάχθηκε ο «Γοργοπόταμος», η μάχη του Ελ Αλαμέιν είχε ήδη κριθεί. Με άλλα λόγια, δεν επηρέασε την εξέλιξή της, όπως έχει γραφτεί εσφαλμένα από ορισμένους ερευνητές. Έπαιξε, όμως, καταλυτικό ρόλο στη δυναμικότητα και την ομοψυχία της Αντίστασης, ενώ αποτέλεσε αφετηρία της μόνιμης βρετανικής εμπλοκής στις υποθέσεις του ελληνικού αντάρτικού.

Παραμονή στην Ελλάδα

Σύμφωνα με τον αρχικό σχέδιο, μετά την επιχείρηση, τον Μάγερς και τον Μπαρνς θα τους παραλάμβανε βρετανικό υποβρύχιο από τις ακτές της δυτικής Ελλάδας, ώστε να επιστρέψουν στην Αίγυπτο. Τελικά, όμως, το Κάιρο άλλαξε γνώμη και ο Νεοζηλανδός σαμποτέρ παρέμεινε για αρκετό καιρό στην Ελλάδα, στα λημέρια του Ζέβρα, ψηλά στα Τζουμέρκα, λειτουργώντας ως σύνδεσμός μεταξύ του ΕΔΕΣ και του Βρετανικού Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής.

Τα επόμενα χρόνια μέχρι και την απελευθέρωση, συμμετείχε σε διάφορες επιχειρήσεις που έλαβαν χώρα στον ελλαδικό χώρο, όπως η επιχείρηση «ANIMALS» ή «NOAH’ S ARK» (συνεχή σαμποτάζ της SOE στον ελλαδικό χώρο) που σκοπό είχαν να παραπλανήσουν τη γερμανική διοίκηση, αναφορικά με το που θα γινόταν η συμμαχική απόβαση στη νότια Ευρώπη. Η ελληνική κυβέρνηση, για τις υπηρεσίες του προς το έθνος, τον τίμησε με το μετάλλιο του Πολεμικού Σταυρού.

Μετά τον πόλεμο, ο Τομ Μπαρνς επέστρεψε στην Αυστραλία, παντρεύτηκε, απέκτησε δυο παιδιά και εργάστηκε ως πολιτικός μηχανικός. Ωστόσο, έφυγε από τη ζωή πρόωρα και με άδικο τρόπο. Ο άνθρωπος που είχε γλιτώσει από τόσες κακουχίες και περιπέτειες, σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα, τον Ιούνιο του 1952. Ο Ναπολέων Ζέρβας ήταν από τους λίγους που, όταν έγινε γνωστή η είδηση του θανάτου του, απέστειλε συλλυπητήριο τηλεγράφημα, υπογραμμίζοντας τη γενναιότητα και το σθένος του Νεοζηλανδού demolition man.


Για περισσότερες πληροφορίες βλέπε το εξαιρετικό βιβλίο της Katherine Barnes, The Sabotage Diaries, Harper Collins Publishers, 2015.

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.