Οι κατά φαντασίαν «ελίτ» της διπλανής πόρτας

Γιάννης Παπαμιχαήλ
49

του Γιάννη Παπαμιχαήλ  – 

Ο εθνικισμός ως αστική ιδεολογία δεν έχει καμία αυτόματη σχέση με τα λαϊκά πατριωτικά συναισθήματα. Εντούτοις, σε ιστορικές συνθήκες, όπου μια κοινωνία αισθάνεται συλλογικά ταπεινωμένη και ανήμπορη να αντιδράσει, τα στοιχειώδη λαϊκά πατριωτικά αντανακλαστικά μπορούν κάποτε να προσλάβουν τις ιδεολογικές διαστάσεις του εθνικισμού.

Η σκόπιμη σύγχυση μεταξύ όλων αυτών των πασίγνωστων πραγμάτων στα μυαλά των περισσότερων Ελλήνων «πολιτικών αναλυτών» που με μεγάλη ευκολία στιγμάτισαν τα «εθνικιστικά συλλαλητήρια» είτε ως ρεαλιστές είτε, ακόμα χειρότερα, ως αριστεροί, είναι συχνά ανατριχιαστική. Μυρίζει έντονα δογματική βεβαιότητα ιεροεξεταστή που διαισθάνεται την έλλειψη πολιτικής ορθότητας κάποιων εν δυνάμει αιρετικών και προσπαθεί με κάθε τρόπο να την αποδείξει.

Ο πραγματικός στόχος όλων αυτών των «αντιλαϊκιστών» είναι να αμφισβητήσουν τα δημοκρατικά και κυριαρχικά δικαιώματα των λαών και ακόμα την ίδια την έννοια του λαού. Απέναντι λοιπόν στις δυνάμεις της λαϊκής Δεξιάς εμφανίζεται μια νέα αστική «Αριστερά» που οραματίζεται έναν «άλλο λαό». Πιο ανησυχητική είναι, όμως, ίσως η αίσθηση ότι στους περισσότερους «αντιλαϊκιστές που απεχθάνονται τις λαοσυνάξεις», η σύγχυση αυτή δεν είναι καν σκόπιμη. Πράγματι, εδώ έχουμε περισσότερο να κάνουμε με κωμικοτραγικά ανεπαρκείς μεταπράτες των αναρχοφιλελεύθερων και σοσιαλκοσμοπολίτικων ιδεοληψιών.

Ο δημοσιογραφικός και ο ακαδημαϊκός χώρος, ιδιαίτερα στις κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες, είναι γεμάτος όχι μόνο από τους οργανικούς διανοούμενους του καθεστώτος της νέας διεθνοποιημένης πολιτικής κυριαρχίας, ή από πράκτορες επιρροής που κάνουν τη δουλειά τους, αλλά και από πολλούς άμισθους κακομοίρηδες, κομπλεξικούς. Αυτοί βαυκαλίζονται με την έμμονη ιδέα, επαναλαμβάνοντας σαν παπαγάλοι τις «πολιτικά ορθές» αξίες, με τις οποίες γαλουχήθηκαν εδώ και τρεις δεκαετίες. Επαναλαμβάνουν τις στερεότυπες εθνομηδενιστικές ρητορείες που προπαγανδίζει ακατάπαυστα το καθεστώς μέσω της εκπαίδευσης και των ΜΜΕ. Όλοι αυτοί, λοιπόν, αποκτούν κάποια πρόσβαση στους κύκλους της «καθωσπρέπει διανόησης». Δηλαδή με κάποιο άτυπο και συμβολικό τρόπο, γίνονται τμήμα της ελίτ.

Όπως σωστά το διαπιστώνει ένας από τους ακαδημαϊκούς πρωτοπόρους του ελληνικού μετανεωτερικού εθνομηδενισμού, «η δουλειά που έγινε στο μεταξύ (από το 1992-93) με άξονα την κριτική στην ιδεολογία του εθνικισμού και την κριτική επαναπροσέγγιση της ιστορίας δεν πήγε χαμένη, παρήγαγε καρπούς» (Εφημερίδα των Συντακτών, 5/02/2018, άρθρο Αντώνη Λιάκου «Και όμως κινείται»). Ποιοι είναι λοιπόν εκείνοι που καθυβρίζουν σαν μάζα ηλιθίων και αμόρφωτων εθνικιστών τον ελληνικό λαό που συμμετέχει σε συλλαλητήρια για εθνικά θέματα; Με ποιες ατομικές προσδοκίες φαντασιακής συμμετεχής στην ελίτ συναρτάται ο υποπατριωτισμός των κατά φαντασίαν «διεθνιστών» της διπλανής πόρτας;

Είναι κάτι απολίτικα αλλάζοντα κύμβαλα που μιμούνται όλες τις διανοητικές και πολιτισμικές μόδες που βλέπουν στην τηλεόραση και στο σινεμά. Είναι κάτι ιδιώτες με άποψη που παριστάνουν με απίστευτο πάθος και φανατισμό τους cool και τους σκεπτικιστές. Κάτι κιτς δήμαρχοι-βιομήχανοι και οινοπαραγωγοί που πουλάνε μια αντισυμβατικότητα τόσο εντυπωσιακή, όσο οι κόκκινες κάλτσες τους.

Είναι κάτι μισοαγράμματοι, πολιτισμικά συμπλεγματικοί, οι οποίοι, όπως όλοι οι αποικιοκρατούμενοι, μισούν θανάσιμα κάθε υπενθύμιση της κοινωνικής και πολιτικής τους καταγωγής. Συνεπώς, είναι έτοιμοι να υιοθετήσουν το κάθε αγοραίο μηδενιστικό lifestyle που θα τους κάνει να φαίνονται «διανοητικά σνομπ» και τόσο φανατικά αντιλαϊκιστές όσο και ο αποικιοκράτης αφέντης που έχει διαμορφώσει τις νοοτροπίες τους.

Μαρξίζοντες αντιπατριώτες

Είναι κάπως κάπου σπουδαγμένοι με υπεροπτικό ύφος, που έχουν απόψεις θεωρητικά και μεθοδολογικά αφελείς και διάτρητες, όσο το κύρος των σπουδών που έκαναν και των διαφόρων τίτλων που βαρύγδουπα τις πιστοποιούν. Είναι κάτι «ταξικώς σκεπτόμενοι» μαρξίζοντες αντιπατριώτες, επιφανειακά καταρτισμένοι. Αγνοούν ακόμα και το ότι η ταξική συνείδηση της εργατικής τάξης συγκροτήθηκε ιστορικά σε άμεση συνάρτηση με τις εθνικές συνειδήσεις του νεότερου αστικού δυτικοευρωπαϊκού κόσμου και την υπέρβαση των φεουδαρχικών τοπικών ηγεμονιών.

Αγνοούν ακόμα και το μανιφέστο του Μαρξ, καθώς και το ότι η τάξη των παραγωγών-θυμάτων της εκμετάλλευσης, πριν γίνει αντιληπτή ως αποτελούμενη από μισθωτούς και ελεύθερους εργάτες, είχε για πολλές χιλιετίες την πραγματιστική και ρεαλιστική κοινωνιοπολιτική συνείδηση του εξατομικευμένου δούλου. Που δεν απελευθερώθηκε από τις αλυσίδες του, παρά σε συνάρτηση με την «απελευθέρωση» του ως τότε αφέντη του και κύριού του από το δυσβάστακτο καθήκον της συντήρησης των ανθρώπινων κοπαδιών των δούλων του.

Δεν καταλαβαίνουν ότι το διακύβευμα του εκδημοκρατισμού των κοινωνιών ήταν και παραμένει άμεσα συνυφασμένο με την εξέλιξη των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων, όχι μόνο για τη βελτίωση των άμεσων συνθηκών της ζωής των εργαζόμενων, αλλά και την πρόθεση του πολιτικού ελέγχου και της κυριαρχίας των εργαζόμενων όχι επί του άυλου κόσμου, αλλά επί του εδάφους (της πατρίδας) όπου ζουν και των μέσων παραγωγής.

Είναι ακόμα κάτι μπουρδολόγοι που γράφουν επίμονα στο Διαδίκτυο με πολύ στόμφο περί των σχέσεων του πατριωτισμού με το συναισθηματικό κόσμο των πολιτών. Με ολίγη σάλτσα ψυχολογίας, κοινωνιολογίας και ανθρωπολογίας από τρίτο χέρι, αντιμετωπίζουν τη συναισθηματική αυτή σχέση αφ’ υψηλού, σαν «διανοητικώς και μορφωτικώς υποδεέστερη» εκείνης της δήθεν «διεθνιστικής», που συνοψίζεται περίπου στην «αγάπη για τον κάθε συνάνθρωπο και τη φύση».

Όλοι αυτοί οι ημιμαθείς προφανώς δεν τα παίρνουν από τον Σόρος. Από τον Σόρος και τους διάφορους τέτοιους σχεδιαστές νοοτροπιών, άμεσα τουλάχιστον, χρηματοδοτούνται μόνον ορισμένοι επιλεγμένοι και ικανοί διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Όλοι οι υπόλοιποι δεν αποτελούν παρά τους «καταλλήλως διαμορφωμένους» κομφορμιστές της σειράς που βαυκαλίζονται με την φαντασιακή τους συμμετοχή στην ελίτ και τον εξίσου φαντασιακό τους κομφορμισμό.

Τη Ρωμιοσύνη την κλαίς;

Ένα λυπηρό παράδειγμα αυτής της κατάντιας είναι η κ. Ρίτσου όταν διευκρινίζει με συγκινητική «διεθνιστική» πολιτική ορθότητα το αληθινό νόημα του στίχου «τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας»: στο πνεύμα λέει του Ρίτσου, ο στίχος θα πρέπει να εννοηθεί ως επιβεβαίωση ότι το χώμα της Μακεδονίας είναι δικό τους (των Σκοπιανών), αλλά και δικό μας (των Ελλήνων). Αυτά τα ωραία περί της «Ρωμιοσύνης».

Σύμφωνα λοιπόν με την αφελή, αριστεροειδή και προσχηματικά φιλειρηνική διάλεκτο της μόδας, οι λαοί, παρά τις «ασήμαντες διαφορές» των πολιτισμικών τους καταβολών και των διακριτών πολιτικών τους ταυτοτήτων, μπορούν χωρίς πρόβλημα να μοιράζονται τα ιστορικά αφηγήματα περί της κοινής ανθρώπινης καταγωγής τους. Ακόμα να μοιράζονται και το όνομα των εδαφών όπου είναι συγκυριακώς εγκατεστημένοι, ακριβώς διότι ως πλήθος ατόμων, ως πληθυσμοί χωρίς ιστορικές ιδιότητες, οι «λαοί» (που ιστορικώς παύουν έτσι να υφίστανται ως λαοί), δεν έχουν πια τίποτα το ουσιαστικό να μοιράσουν μεταξύ τους.

Οι νέοι ιδίως άνθρωποι μαθαίνουν έτσι από όσους διαχειρίζονται την συμβολική και ακαδημαϊκή εξουσία, ότι είναι πρώτα από όλα, ή θα πρέπει να αισθάνονται σαν πολίτες του κόσμου και ότι οι εθνοτικές τους ταυτότητες δεν έχουν πια πολύ σημασία στο σύγχρονο διεθνοποιημένο κόσμο. Ότι τα ιστορικά πάθη που συνδέονται με τέτοιες ταυτότητες αργά ή γρήγορα θα τιθασευτούν. Και όλα αυτά συνηθίζονται, καθίστανται ένα διανοητικό lifestyle.

Οι νευρωτικοί πολίτες του κόσμου είναι εκπαιδευμένοι θεωρητικώς και εμπράκτως από τους οργανικούς διανοούμενους του παγκόσμιου αναρχοφιλελεύθερου καθεστώτος και από όλους τους ανεθνιστές που ασκούν εκ των άνω την πραγματική συμβολική και πολιτική εξουσία. Αυτοί παριστάνουν τα θύματα του «εθνολαϊκισμού» και συνηθίζουν στην ιδέα ότι οι ιστορικοί κοινωνικοί και πολιτικοί δεσμοί δεν μπορούν προφανώς παρά να είναι ρευστοί και διαρκώς μεταβαλλόμενοι στον χρόνο.

Η πολιτική μετεκπαίδευση του «ξεροκέφαλου» ελληνικού λαού

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τις λαϊκές συνειδήσεις και τις «παλαιές» ταυτότητες. Να διευκρινίσουμε ότι η έννοια της ιστορικής ρευστότητας χρησιμοποιείται στην προκειμένη περίπτωση καταχρηστικά, μοιάζοντας με κλειδί πασπαρτού για κάθε μετανεωτερική χρήση. Ο «ξεροκέφαλος» ελληνικός λαός, όμως, εκδηλώνει ακόμα έντονες πατριωτικές ευαισθησίες.

Ένας καλός τρόπος για να επισπευσθεί η πολιτική μετεκπαίδευση των «ξεροκέφαλων» θα ήταν ακριβώς η αυταρχική, αντιδημοκρατική, ψυχρή διάψευση των αντιστάσεων. Αυτό μπορεί να το κάνει ένα αποφασισμένο ολοκληρωτικό καθεστώς που θα αποδομούσε τον «λαό», γράφοντας τις ιστορικές του μνήμες και τις πολιτικοπολιτισμικές του εμμονές στα παλιά του τα παπούτσια.

Με άλλα λόγια, για τους εθνομηδενιστές, όσο περισσότερο οι Έλληνες φωνάζουν ότι «η Μακεδονία είναι μόνο ελληνική», τόσο περισσότερο θα πρέπει να διευρύνεται το «χάσμα γενεών» με την ανεθνικώς σκεπτόμενη «σπουδαγμένη» μικροαστική νεολαία. Με άλλα λόγια, τόσο γρηγορότερα και πιο αποφασιστικά θα έπρεπε να αναγνωριστούν τα Σκόπια σαν «Μακεδονία». Έτσι ώστε να σπάσει η ραχοκοκαλιά των λαϊκών αντιστάσεων.

Όπως ακριβώς συμβαίνει όταν το αποτέλεσμα ενός δημοψηφίσματος αντιστρέφεται με το έτσι θέλω από την πολιτική ηγεσία που το έχει προτείνει. Για να το πούμε αλλιώς, για όλους τους εθνομηδενιστικούς κύκλους, οι πατριωτικώς σκεπτόμενοι πολίτες (κατ’ αυτούς οι «εθνικιστές») πρέπει να αποκτήσουν τον ρεαλιστικό σκεπτικισμό του εγγράμματου και πληροφορημένου απελεύθερου σύγχρονου «δούλου».

Κλείνοντας μακιαβελικά το μάτι στην «αριστερή» διακυβέρνηση της χώρας, οι επαγγελματίες του εθνομηδενιστικού «διαφωτισμού» φοβήθηκαν μεν από το συλλαλητήριο στις 4 Φεβρουαρίου, αλλά ταυτόχρονα ευελπιστούν ότι, αν η «Αριστερά» είναι αποφασισμένη, μπορεί η αποδόμηση των εθνικών ταυτοτήτων να συνεχιστεί ακόμα ταχύτερα.

Όπως γράφει στο προαναφερόμενο άρθρο ο Αντώνης Λιάκος «η σημασία της διευθέτησης του μακεδονικού ως ενός εθνικού ζητήματος που προκαλεί ταυτοτικές αναταράξεις, έγκειται εκτός των άλλων και στη δυναμική αναπροσδιορισμού της αντίληψης που έχουν οι Έλληνες για τον εαυτό τους και την ιστορία τους. Δεν είναι οι γραφικότητες που είδαμε. Γι’ αυτό η διευθέτηση του μακεδονικού είναι μονόδρομος».

Όπως λέει και η παραφρασμένη λαϊκή παροιμία «θέλει ο εθνομηδενιστής να κρυφτεί, αλλά η χαρά δεν τον αφήνει».