Όταν η Αλ Κάιντα έπληξε την καρδιά της Αυτοκρατορίας

Σταύρος Λυγερός
1042
Όταν η Αλ Κάιντα έπληξε την καρδιά της Αυτοκρατορίας, Σταύρος Λυγερός

Παρά το γεγονός ότι το Χόλιγουντ είχε βομβαρδίσει την κοινή γνώμη με ταινίες θρίλερ που είχαν ως θέμα τις πιο παράδοξες απειλές, η αλήθεια είναι ότι οι Αμερικανοί θεωρούσαν αδιανόητο αυτό που συνέβη 17 χρόνια πριν, όταν η Αλ Κάιντα στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001 έπληξε την καρδιά της Αυτοκρατορίας. Το μητροπολιτικό έδαφός τους δεν είχε υποστεί ούτε ένα βομβαρδισμό ακόμα και στις χειρότερες ημέρες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με την εξαίρεση της επίθεσης στο μακρινό Περλ Χάρμπορ.

Έχοντας δύο ωκεανούς να τους προστατεύουν, υπό τη στενή έννοια η ασφάλεια των ΗΠΑ απειλείτο κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου μόνο από τους σοβιετικούς διηπειρωτικούς πυραύλους. Υπό την ευρεία έννοια απειλείτο από τις όποιες επιτυχίες της Μόσχας στον μεταξύ τους γεωπολιτικό ανταγωνισμό.

Μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» έπαψε να υφίσταται η στρατιωτική απειλή του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Μέσα στο νέο περιβάλλον ασφαλείας, η έλλειψη ενός καθορισμένου ορατού εχθρού προκάλεσε σύγχυση στη μοναδική πια υπερδύναμη και έφερε στην επιφάνεια άλλου τύπου προβλήματα. Οι αρμόδιοι Αμερικανοί αξιωματούχοι άρχισαν να ασχολούνται περισσότερο με το φαινόμενο που αποκαλείται ασύμμετρες απειλές.

Η συνδυασμένη επίθεση εναντίον των Δίδυμων Πύργων και του Πενταγώνου ήταν κατ’ εξοχήν ενέργεια ασύμμετρου πολέμου. Οι τρομοκράτες ήταν ουσιαστικά άοπλοι. Κατάφεραν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τα πολιτικά αεροπλάνα και να τα μετατρέψουν στα πιο καταστροφικά όπλα. Και μάλιστα σε όπλα, που δεν μπορούσαν να αντιμετωπισθούν από τα υπερσύγχρονα αμυντικά συστήματα της μοναδικής υπερδύναμης, επειδή ακριβώς υπήρχε το στοιχείο της επιχειρησιακής καινοτομίας.

Δεν επρόκειτο μόνο για έναν απλό αιφνιδιασμό, ή για μία απλή τρομοκρατική ενέργεια. Ενυπήρχαν και τα δύο αυτά στοιχεία, αλλά η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 τα υπερέβη. Γι’ αυτό και ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους εξ αρχής μίλησε για πόλεμο. Εννοούσε, βεβαίως, τον ασύμμετρο πόλεμο, ο οποίος δεν υπακούει σε κανόνες ή στο δίκαιο του πολέμου, ούτε έχει πολλά κοινά με τις κλασικές στρατιωτικές συγκρούσεις.

Η επίθεση-καμπή

Οι ΗΠΑ έχουν πολλές φορές υποστεί κλασικές τρομοκρατικές επιθέσεις και έχουν θρηνήσει θύματα. Αμερικανοί διπλωμάτες και στρατιωτικοί έχουν σκοτωθεί σε ξένες χώρες από τοπικές τρομοκρατικές οργανώσεις. Ακόμα και οι πιο αιματηρές απ’ αυτές τις επιθέσεις, όμως, δεν είχαν ούτε τη διάσταση, ούτε τις επιπτώσεις, που θα επέτρεπαν να χαρακτηρισθούν πράξη ασύμμετρου πολέμου. Η 11η Σεπτεμβρίου του 2001 αποτέλεσε καμπή. Απέδειξε την καταλυτική σημασία της ασύμμετρης απειλής για την –υπό τη στενή έννοια– εθνική ασφάλεια της υπερδύναμης.

Η αλήθεια είναι ότι οι αρμόδιοι στην Ουάσιγκτον φοβούνταν μία μείζονος σημασίας τρομοκρατική επίθεση και είχαν εκπονήσει σχετικά σενάρια. Ουσιαστικά, όμως, πίστευαν ότι ακόμα και η μεγαλύτερη ενδεχόμενη επίθεση δεν θα ήταν τίποτα περισσότερο από ένα αιματηρό επεισόδιο, μία αμυχή στο σώμα της αμερικανικής κοινωνίας. Υπήρχαν, βεβαίως, και τα σενάρια, που αφορούσαν το ενδεχόμενο τρομοκράτες να χρησιμοποιήσουν πυρηνικά, χημικά ή βιολογικά όπλα εναντίον του πληθυσμού. Όλα αυτά, όμως, ήταν περισσότερο μία θεωρητική απειλή.

Η πρακτική επί προεδρίας του Μπιλ Κλίντον ήταν επιλεκτικοί βομβαρδισμοί εναντίον χωρών της «μαύρης λίστας», όπως κατά καιρούς ήταν το Σουδάν και η Λιβύη. Επισήμως, στόχος των «χειρουργικών» αεροπορικών πληγμάτων ήταν η καταστροφή εγκαταστάσεων, που χρησιμοποιούσαν τρομοκράτες. Κατά κανόνα, όμως, επρόκειτο για πράξεις τιμωρίας. Το ίδιο νόημα είχε και η επιβολή διεθνών πολιτικών και οικονομικών κυρώσεων στα λεγόμενα κράτη-παρίες.

Από την περιφέρεια στο κέντρο

Το ποιοτικά νέο της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 δεν ήταν μόνο το πρωτοφανές μέγεθος του πλήγματος. Ήταν το γεγονός ότι εκείνη τη φορά η ισλαμική τρομοκρατία έπληξε την καρδιά της Αυτοκρατορίας, με καταλυτικές συνέπειες στο πολιτικοψυχολογικό επίπεδο. Η Αλ Κάϊντα έπληξε με επιτυχία δύο σύμβολα της αμερικανικής παντοδυναμίας. Οι δίδυμοι πύργοι του Διεθνούς Κέντρου Εμπορίου της Νέας Υόρκης δεν ήταν μόνο σύμβολο της μητρόπολης του διεθνούς καπιταλισμού. Ήταν σύμβολο και της αμερικανικής οικονομικής ισχύος.

Το Πεντάγωνο δεν είναι απλώς ένα δημόσιο κτίριο. Είναι το κέντρο και το σύμβολο της ακαταμάχητης αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος. Πέρα από το γιγαντιαίο αριθμό των ανθρωπίνων θυμάτων και τις τεράστιες υλικές ζημιές, υπήρξε και το πλήγμα στο κύρος των HΠΑ. Η παντοδύναμη CIA και οι άλλες αμερικανικές και ευρωπαϊκές μυστικές υπηρεσίες με τα προηγμένα τεχνολογικά μέσα δεν κατάφεραν να αποτρέψουν ούτε τις αεροπειρατείες ούτε τις επιθέσεις αυτοκτονίας, όταν τα πολιτικά αεροσκάφη άλλαξαν την προγραμματισμένη πορεία τους.

Με την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001, η ανασφάλεια εισέβαλε από τα προβληματικά σημεία της περιφέρειας του διεθνούς συστήματος στο κέντρο του, στην καρδιά των ΗΠΑ. Η απειλή έπαψε πια να είναι οριοθετημένη, όπως ήταν μέχρι τότε. Αποδείχθηκε στην πράξη ότι η έννοια της εθνικής ασφάλειας είναι σφαιρική και χρήζει επαναπροσδιορισμού.

Στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, οι Αμερικανοί φοβούνταν τα πυρηνικά στρατηγικά όπλα των Σοβιετικών και αντιστρόφως. Για να εξουδετερώσει την απειλή των εχθρικών διηπειρωτικών πυραύλων και να αποκτήσει στρατηγικό πλεονέκτημα, η Ουάσιγκτον (επί προεδρίας Ρόναλντ Ρέηγκαν) έθεσε σε εφαρμογή το πρόγραμμα του “πολέμου των άστρων”. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η απειλή συρρικνώθηκε.

Ο μύθος της άτρωτης Αυτοκρατορίας

Η 11η Σεπτεμβρίου του 2001 ήταν ένα σοκ, που προκάλεσε πρωτοφανή φόβο στους Αμερικανούς. Απέδειξε ότι ακόμα και τα τελειότερα συστήματα ασφαλείας δεν είναι σε θέση να εξουδετερώνουν πάντα και εγκαίρως τρομοκρατικές επιθέσεις, ειδικά όταν τις πραγματοποιούν άτομα αποφασισμένα να θυσιασθούν. Ο μύθος της άτρωτης Αυτοκρατορίας κατέρρευσε. Μαζί του κατέρρευσε και η βεβαιότητα που εξέθρεψε η ιστορία δύο αιώνων, ότι το έδαφος των ΗΠΑ είναι απρόσβλητο (με την εξαίρεση ενός μη ορατού πυρηνικού πολέμου) από εχθρικές επιθέσεις.

Από τότε, οι ΗΠΑ έχουν υποστεί επανειλημμένως αιματηρές επιθέσεις εκ μέρους της ισλαμικής τρομοκρατίας, αλλά τίποτα που έστω να προσεγγίζει την εμβληματική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001. Επιβεβαιώθηκε και τότε και στη συνέχεια ότι όσο κι αν επεκταθούν και ενταθούν τα μέτρα ασφαλείας, είναι πιθανόν κάποια στιγμή να προκύψει μια ρωγμή, μέσα από την οποία θα βρει δρόμο για να εκδηλωθεί μια τρομοκρατική επίθεση αυτοκτονίας. Αυτό δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι είναι περιττά τα μέτρα αποτροπής. Σημαίνει απλώς ότι δεν επαρκούν πάντα. Ενώ είναι αναγκαία, δεν είναι και ικανή συνθήκη για την καταπολέμηση αυτού του είδους της τρομοκρατίας.

Είναι ενδεικτικό ότι πλέον ο φόβος για ένα νέο πλήγμα εκ μέρους της ισλαμικής τρομοκρατίας στοιχειώνει την καθημερινότητα και των Αμερικανών και των Ευρωπαίων. Έχουμε για τα καλά εισέλθει σ’ ένα φαύλο κύκλο τρομοκρατίας κι αντιτρομοκρατίας, που παγιδεύει εκατέρωθεν τους πολίτες. Η ασφάλειά τους ήταν για πολλά χρόνια σχεδόν αυτονόητη. Σήμερα, έχει καταστεί ζητούμενο.

Τα αστυνομικά μέτρα εντείνονται και η καθημερινότητα θυμίζει ολοένα και περισσότερο συνθήκες αεροδρομίου. O κόσμος έχει εισέλθει σε μία περίοδο αβεβαιότητας. Στο όνομα της ασφάλειας γίνονται εκπτώσεις ακόμα και σε μέχρι τότε αυτονόητα δημοκρατικά δικαιώματα. Ειδικά στις ΗΠΑ, οι ελευθερίες έχουν ακρωτηριασθεί στον βωμό των ασαφών σκοπιμοτήτων της ασφάλειας, που συχνά διολισθαίνουν στην υπερβολή. Αναμφίβολα, η ασφάλεια είναι πρώτιστο και ύψιστο αγαθό. Από την άλλη πλευρά, είναι κατάρα η καθημερινότητα των απλών πολιτών στη Δύση να εγκλωβισθεί σε μία μέγγενη μεταξύ της διάχυτης ανασφάλειας και ενός ασφυκτικού αστυνομικού κορσέ.