Restart με «μικροχειρουργική» στους θεσμούς

Γιώργος Σωτηρέλης
8
Restart με

Γράφει ο Γιώργος Σωτηρέλης  – 

Μπορεί η Ελλάδα να είναι βυθισμένη στον μνημονιακό βάλτο, αλλά οι ανορθωτικές δυνάμεις αυτού του τόπου οφείλουν να συζητήσουν για το πως οραματίζονται το μέλλον και τους θεσμούς. Ορίζουσα κάθε μεταρρυθμιστικού σχεδίου που έχει προοδευτικό πρόσημο οφείλει να είναι η υπεράσπιση των κοινωνικών κατακτήσεων που συγκροτούν τον πυρήνα του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, που το τελευταίο διάστημα δέχεται πυρά με σκοπό τη σταδιακή αποδόμησή του.

Αρχικά πρέπει να διασφαλισθεί η δεσμευτικότητα των κοινωνικών δικαιωμάτων, μέσω της συνταγματικής κατοχύρωσης ενός εγγυημένου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης που θα ενισχύσει τον πυρήνα τους. Πρέπει ακόμα να αναμορφωθούν συνολικά οι προνοιακοί μηχανισμοί, χωρίς δογματικές εμμονές σε συντεχνιακά κεκτημένα. Με τον τρόπο αυτό θα εξορθολογισθεί το σύστημα, θα συνδεθεί με την κοινωνική οικονομία και ιδίως θα απεμπλακεί από την λογική της πελατειακής συναλλαγής. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να εξοικονομηθούν προσωπικό και πόροι που θα πραγματώσουν το περιεχόμενο των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Κρίσιμο ζήτημα είναι και η θωράκιση, με επιλεγμένες παρεμβάσεις, των εργασιακών δικαιωμάτων, ώστε να αποτραπεί η γενικευμένη και στοχευμένη προσπάθεια ριζικής ανατροπής των εργασιακών σχέσεων. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ούτε τυφλή υπεράσπιση των πάσης φύσεως συντεχνιακών στρεβλώσεων, αλλά ούτε και ότι πρέπει να κλείνουμε τα μάτια στην ανάγκη να διαμορφωθεί μια πιο ευέλικτη αγορά εργασίας, εν όψει της οικονομικής κρίσης και της ραγδαίας αύξησης της ανεργίας.

Ο ευρηματικός όρος flexi security, όπως τον έχει εξειδικεύσει υποδειγματικά στη χώρα μας ο Γιάννης Κουκιάδης, είναι η λέξη-κλειδί για μια ισορροπημένη θεσμική πολιτική. Χρειαζόμαστε ισορροπία ανάμεσα αφενός στην αναγκαία διασφάλιση της συλλογικής αυτονομίας και του δικαιώματος της απεργίας, αφετέρου στην προσεκτική και κριτική προσαρμογή στις αυξημένες απαιτήσεις ενός άκρως ανταγωνιστικού περιβάλλοντος.

Σε μια εποχή, στην οποία κυριαρχεί η κρίση αντιπροσώπευσης και η απαξίωση των κομμάτων, χρειάζονται λύσεις που θα επανενεργοποιήσουν τα κουρασμένα αντανακλαστικά της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και θα αναζωπυρώσουν το ενδιαφέρον των πολιτών για τα κοινά. Τι σημαίνει όμως αυτό στην πράξη;

Το εκλογικό σύστημα

Το εκλογικό σύστημα πρέπει να αλλάξει με προέχον κριτήριο τη διασφάλιση της ισοδυναμίας της ψήφου, που πηγάζει σε τελευταία ανάλυση από την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Δεν πρέπει, ωστόσο, να αγνοηθεί και η παράμετρος της κυβερνησιμότητας. Η ψήφιση της απλής αναλογικής από τον ΣΥΡΙΖΑ και η δεδομένη θέση της ΝΔ για επαναφορά της ενισχυμένης αναλογικής δημιουργούν μία ρευστότητα για ένα κρίσιμο ζήτημα που αφορά τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού και θα έπρεπε να είναι σημείο συναίνεσης.

Πέρα από το αναγκαίο σπάσιμο των μεγάλων εκλογικών περιφερειών, μπορεί να προβλέπεται μπόνους για τον πρώτο κόμμα ή συνασπισμό κομμάτων, αλλά να δίδεται υπό αυστηρούς όρους. Τέτοιοι όροι μπορεί να είναι το πρώτο κόμμα να έχει συγκεντρώσει υψηλό ποσοστό (από 42-44%) και η διαφορά του από το δεύτερο κόμμα να είναι μεγαλύτερη από δύο μονάδες.

Παράλληλα, προκειμένου να χτυπηθούν οι αθέμιτες συναλλαγές του πελατειακού συστήματος, αλλά και να ενισχυθεί η εσωκομματική δημοκρατία, πρέπει να εισαχθεί το σύστημα της ανατρεπόμενης λίστας, που ισχύει σε αρκετές χώρες. Τι σημαίνει αυτό; Ότι οι εκλογές διεξάγονται με λίστα, αλλά αν ο πολίτης διαφωνεί με τη σειρά μπορεί να την αλλάξει, ψηφίζοντας κάποιον χαμηλά στη λίστα. Αν αυτός συγκεντρώσει ένα ορισμένο ποσοστό, καταλαμβάνει τη θέση του πρώτου.

Το μεγάλο πλεονέκτημα τέτοιων λύσεων είναι ότι τον τελευταίο λόγο θα τον έχει τελικά ο πολίτης. Αυτός θα αποφασίζει αν το σύστημα θα είναι απλή αναλογική, ή σύστημα ενίσχυσης του πρώτου κόμματος. Αυτός θα έχει τη δύναμη να αποδεχθεί ή να απορρίψει την κομματική λίστα που του προτείνεται.

Η εσωκομματική δημοκρατία

Στο πεδίο των δημοκρατικών αλλαγών επιβάλλεται ο λελογισμένος εμπλουτισμός της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με θεσμούς άμεσης συμμετοχής και όχι άμεσης δημοκρατίας. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συζητήσουμε εναλλακτικές μορφές νομοθετικής πρωτοβουλίας, τόσο από την Τοπική Αυτοδιοίκηση όσο και από τον ίδιο τον λαό, κάτι το οποίο, άλλωστε, έχει υιοθετήσει ακόμη και η ΕΕ.

Αναφορικά με τα κόμματα, θα μπορούσε να τους επιβληθεί συνταγματικά ένα minimum εσωτερικών δημοκρατικών διαδικασιών, που θα ελέγχεται και δικαστικά. Πρέπει να ξεφύγουμε επιτέλους από μια λογική στεγανοποίησης των κομμάτων, η οποία εύλογα είχε επικρατήσει στην μεταπολίτευση. Πρέπει να τα αντιμετωπίσουμε πλέον στην πραγματική τους διάσταση: ως συνταγματικούς θεσμούς που βρίσκονται στην καρδιά του πολιτεύματος και άρα πρέπει αποδεδειγμένα να υπηρετούν την δημοκρατική λειτουργία του.

Αυτό συνεπάγεται και μια δεύτερη συναφή αλλαγή: τα κόμματα πρέπει να ελέγχονται δικαστικά, επί ποινή αποκλεισμού τους από τις εκλογές, και όταν παρεκτρέπονται προς επικίνδυνες για την δημοκρατία ατραπούς. Όταν για παράδειγμα κρύβουν στον μανδύα τους εγκληματικές οργανώσεις που αποσκοπούν στην ανατροπή της δημοκρατίας και την καταπάτηση των αξιών της.

Η δημοκρατία είναι το πιο ανεκτικό πολίτευμα, αλλά δεν πρέπει επουδενί να είναι ένα ανίσχυρο πολίτευμα. Άλλο η ανοχή της κριτικής και της αμφισβήτησής της, που πρέπει να είναι πλήρως εγγυημένη στο πλαίσιο της ελευθερίας της έκφρασης, και άλλο η συνειδητή και έμπρακτη υπονόμευσή της από τους οπαδούς του όποιου ολοκληρωτισμού. Ας σημειωθεί ότι ένα υπολογίσιμο κομμάτι τόσο της παραδοσιακής Δεξιάς όσο και της παραδοσιακής Αριστεράς, κατά περίπτωση, εξακολουθεί να διατηρεί εκλεκτικές συγγένειες με εκδοχές του ολοκληρωτισμού.

Συνταγματικό Δικαστήριο

Κρίσιμη σημασία έχει και η καθιέρωση Συνταγματικού Δικαστηρίου. Το θέμα δεν αφορά μόνο τον έλεγχο της λειτουργίας των κομμάτων, όπως τέθηκε προηγουμένως, αλλά και ορισμένων κυβερνητικών πράξεων. Οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου και το Δημοψήφισμα είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα, δεδομένου ότι κακώς εκφεύγουν σήμερα του δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας.

Η πρόταση για καθιέρωση Συνταγματικού Δικαστηρίου έχει τεθεί από καιρό επί τάπητος, διότι το σημερινό σύστημα ελέγχου συνταγματικότητας χωλαίνει πολλαπλά. Από εκεί και πέρα, βέβαια, υπάρχουν ανοιχτά αρκετά ζητήματα:

  • Θα είναι ένα εντελώς νέο δικαστήριο;
  • Θα είναι θεσμική μετεξέλιξη του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, το οποίο θα αλλάξει ριζικά τόσο ως προς τη σύνθεση όσο και ως προς τις αρμοδιότητες;
  • Θα προβλέπεται και προληπτικός έλεγχος και σε ποια έκταση;

Οι αποφάσεις αυτές απαιτούν προσεκτική στάθμιση, στο πλαίσιο ενός νηφάλιου και απροκατάληπτου διαλόγου, κρισιμότερο σημείο του οποίου θα είναι, αναμφίβολα, ο τρόπος ανάδειξης των μελών του όποιου Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Δύο ακόμα παρεμβάσεις

Για τον εξορθολογισμό της λειτουργίας του πολιτεύματος είναι επιβεβλημένη η καθιέρωση αντιβάρων στο πεδίο της εκτελεστικής εξουσίας. Πιο συγκεκριμένα χρειάζεται επιλεκτική ενίσχυση ιδίως των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας, ενδεχομένως και καθιέρωση Γερουσίας.

Δεν πρέπει να επιστρέψουν στον Πρόεδρο όλες οι αρμοδιότητες του Συντάγματος του 1975, που είχε φτιάξει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στα μέτρα του,  αλλά μπορούν να προστεθούν κάποιες νέες. Ενδεικτικά αναφέρω την ανάδειξη της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και των ανεξάρτητων αρχών, μετά από πρόταση περισσότερων προσώπων από την κυβέρνηση ή την Βουλή. Επίσης, τέτοια αρμοδιότητα είναι και η δυνατότητα να συγκαλεί σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό την προεδρία του.

Συμμερίζομαι σε πολλά σημεία την λογική ότι πρέπει να καθιερωθεί ασυμβίβαστο της ιδιότητας του υπουργού και του βουλευτή. Έχω επιφυλάξεις, όμως, για μια γενικευμένη καθιέρωση τέτοιου ασυμβιβάστου. Φοβούμαι ότι είναι εν τέλει έξω από την λογική του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Θα προτιμούσα ένα μερικό ασυμβίβαστο, όπως περίπου αυτό που ισχύει στην κοιτίδα του κοινοβουλευτισμού, την Αγγλία. Δηλαδή να προβλέπεται ένα συγκεκριμένο ποσοστό μελών της νομοθετικής εξουσίας (π.χ. 5% για τα ελληνικά δεδομένα) που θα μπορούν να γίνονται υπουργοί, ώστε να αξιοποιούνται τουλάχιστον τα κορυφαία κοινοβουλευτικά στελέχη.