Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας – Συμπεράσματα

Ιωάννης Μάζης925


+100%-

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Εκ των ανωτέρω εκτεθέντων προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα – οδηγοί για την έρευνα που απαιτείται προτού διατυπωθεί το νέο Αμυντικό Δόγμα της Ελλάδος.

Πρώτον, το Δόγμα συμπυκνώνει και συνάμα κωδικοποιεί την συνισταμένη των διαστάσεων ισχύος της χώρας. Κατά συνέπεια, και προκειμένου αυτό να ανθέξει στον χρόνο, προαπαιτείται σαφής γνώση των διαστάσεων αυτών.

Δεύτερον, είναι αναγκαίο να γνωρίζει ο ερευνητής την πολιτική βούληση σχετικά με τα εθνικά συμφέροντα, ζωτικά, μείζονα/ουσιώδη και ήσσονα. Υπό κανονικές συνθήκες, τούτο θα ήταν απλούστατο, καθ’ όσον θα αρκούσε η ανάγνωση του Δόγματος Εθνικής Ασφαλείας της χώρας. Δεδομένου, όμως, ότι τέτοιο δόγμα ουδέποτε διατυπώθηκε στην Ελλάδα, ο αναλυτής οφείλει να διερευνήσει και διακριβώσει ποια συμφέροντα αξιολογούνται ως τέτοια από την Πολιτική Ηγεσία της χώρας, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι ο προσδιορισμός των εθνικών συμφερόντων δεν προκύπτει αυτοδικαίως, αλλ’ είναι έργο των πολιτικών ιθυνόντων, εξαρτώμενο από ποικίλους ενδοσυστημικούς παράγοντες, ιδίως προκειμένου περί συγχρόνων πλουραλιστικών σχηματισμών Αριστοτελικο-Ρωμαιο-Ιουδαιοχριστιανικής υφής.

Τρίτον, πρέπει να αποσαφηνισθεί τι νοείται ως επαγγελματικός στρατός.

Τέταρτον, χρειάζεται αναδιοργάνωση ή /και αλλαγή του τομέα C3, ούτως ώστε να προστεθεί ο τομέας πληροφορικής, καθώς και ένα πλήρες δίκτυο ISR με δημιουργία ενός ιστού προσαρμοσμένου στις ελληνικές ανάγκες και δυνατότητες, τόσο τις τεχνολογικές όπως ορίσθηκαν προηγουμένως, όσο και τις οικονομικές. Ο συγκερασμός COTS (commercial off the shelf) και εξειδικευμένων εφαρμογών αποτελεί το κρίσιμο στοίχημα, ενώ η ανάπτυξη λογισμικού είναι η βάση για οποιαδήποτε αυτάρκεια στο μέλλον.

Πέμπτον, είναι απαραίτητο να προβλεφθούν βασικές γεωστρατηγικές παράμετροι και με την μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια. Κατά συνέπεια απαιτείται η ανάλυση των κινήσεων ορισμένων βασικών παικτών στην διεθνή σκηνή, με βάση τα δεδομένα που υπάρχουν διαθέσιμα ήδη από τις ελευθέρως προσβάσιμες πηγές.

Έκτον, αξιοποιώντας όσα είναι γνωστά ή μπορούν να υπολογισθούν βάσει των διαθεσίμων πληροφοριών, σκόπιμον είναι να αναλυθεί η στρατηγική συγκεκριμένων χωρών (Η.Π.Α, Γαλλία, Ο.Δ. Γερμανίας, Ηνωμένο Βασίλειο, Ισπανία, Ιταλία, Ολλανδία, Σουηδία, Ισραήλ, Ρωσική Ομοσπονδία, Κίνα, Ινδία, Β. Κορέα, Ιαπωνία) στον στρατιωτικό τομέα, δοθέντος ότι οι χώρες αυτές αποτελούν, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο, οδηγούς της τεχνολογικής εξελίξεως και συνεπώς του νέου είδους πολέμου που αναπτύσσεται θεωρητικά και πρακτικά παγκοσμίως και θα μας επηρεάσει ολοένα και περισσότερο στο μέλλον, άμεσα ή έμμεσα.

Έβδομον, πρέπει να υπάρξει πρόνοια στο Δόγμα για πιθανή μελλοντική ίδρυση ενός Οργάνου κατά το πρότυπο του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας των Η.Π.Α. (NSC). Ένα ανάλογο θεσμοθετημένο Όργανο θα αποτρέψει μία εξέλιξη λίαν αρνητική, πλην όμως μη δυναμένη να αποκλεισθεί, στην ελληνική πτραγματικότητα: δηλαδή την – σε βραχύ χρονικό διάστημα – εν μέρει ή και εν όλω μεταβολή του Δόγματος και, άρα, και την αναδιαμόρφωση των στρατηγικών επιλογών που βασίζονται επ’ αυτού και απορρέουν εξ αυτού, πράγμα το οποίο και σύγχυση θα προξενήσει και πολλά και σοβαρά πρακτικά προβλήματα (καθώς θα ευρίσκονται εν εξελίξει προγράμματα δαπανηρά και χρονοβόρα). Όμως, η οικονομία μέσων και δυνάμεων πρέπει να αποτελεί στρατηγικό διακύβευμα για την χώρα, διότι επιτρέπει την γρήγορη προσαρμογή σε ριζικές μεταβολές, εάν και όταν αυτές επέλθουν, χωρίς να διαταράσσει σοβαρώς την οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας. Κλασσικό παράδειγμα αποτελεί το «σοκ» που υπέστη το Ισραήλ όταν αναγκάσθηκε να καταπολεμήσει την Ιντιφάντα. Στην περίπτωση της Ελλάδος, η οικονομία δυνάμεων μεταφράζεται τόσο σε υλικά μέσα όσο και σε έμψυχο δυναμικό.

Όγδοον, το νέο δόγμα οφείλει να λάβει υπ’όψη του τις κοινωνιολογικές και οικονομικές μεταβολές που επέρχονται στην χώρα και οι οποίες αναμένεται να καταστούν εμφανέστερες, προϊόντος του χρόνου. Παρ’ ότι κάθε Δόγμα δεν είναι αιώνιο – και τείνει να αναδιαμορφώνεται συν τω χρόνω – καλόν είναι να πράξουμε κατά τρόπον ώστε ο πυρήνας και οι θεμελιώδεις κατευθύνσεις του να μη χρήζουν μεταβολής στο ορατό μέλλον. Επομένως, είναι απαραίτητο να ενσωματωθεί και αυτή η κρίσιμη παράμετρος, που αφορά το χαρακτηριζόμενο και ως «εσωτερικό μέτωπο». Εξ άλλου, πληρουμένης αυτής της προϋποθέσεως, και η εθνική αυτοπεποίθηση ενισχύεται αλλά και προς τα έξω μπορεί να ασκηθεί αποτελεσματικώτερα Ψυχολογικός Πόλεμος.

Ένατον, ενδείκνυται η ίδρυση Εθνικών Μονάδων Συλλογής, Διαχειρίσεως και Αξιοποιήσεως Πληροφοριών και, συνακολούθως, η χρήση Βάσεως Δεδομένων πραγματικού ή οιονεί πραγματικού χρόνου, η οποία θα επιτρέπει την συνεχή αξιολόγηση δυνατοτήτων και πιθανών εσωτερικών και εξωτερικών απειλών, προκειμένου να καταστεί δυνατή η προσαρμογή επί μέρους στοιχείων του Δόγματος σε μεσοπρόθεσμες μεταβολές, προτού, όμως, οι μεταβολές αυτές επέλθουν. Στην ουσία πρόκειται για μια μορφή ασκήσεως πολιτικής η οποία λειτουργεί στα πλαίσια της Αποτροπής. Ενώ δεν αποτελεί μέρος του σκληρού πυρήνα του Δόγματος από πρακτικής απόψεως, είναι μέρος του από πλευράς θεωρητικής προσεγγίσεως. Δηλαδή, ενώ δεν μεταβάλλει τον στρατιωτικό σχεδιασμό και την ανάπτυξη συγκεκριμένου φάσματος ικανοτήτων, αποτρέπει, μέσω των ανακοινωσίμων ή υποθετικών σεναρίων, άλλους (τρίτους) από επιλογές, τα αποτελέσματα των οποίων, ειδάλλως θα έπρεπε να αντιμετωπίσουμε υπό πραγματικούς όρους. Πρόκειται για εξαιρετικά λεπτό ψυχολογικό παίγνιο, το οποίο εδράζεται στην αξιοπιστία των μελετών που έχουν ανακοινωθεί και γνωστοποιηθεί στον αντίπαλο, και κατά συνέπεια στην υπόθεση στην οποία προβαίνει ο τελευταίος και σε σχέση με μελέτες ή σενάρια, την ύπαρξη των οποίων ναι μεν δεν γνωρίζει αλλά υποθέτει ως δεδομένη.

Δέκατον, χρειάζεται τακτική αλληλοενημέρωση και αυτοματοποιημένη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των διαφόρων κλιμακίων της Κυβερνήσεως, προκειμένου να είναι αξιόπιστη η τρέχουσα εικόνα ικανοτήτων και απομειωτών ισχύος.

Εν κατακλείδι, η σχεδίαση και εκπόνηση ενός νέου Εθνικού Αμυντικού Δόγματος αποτελεί, καθ’ εαυτήν, μία σοβαρή θεωρητική και αναλυτική άσκηση, δεδομένου ότι, αφ’ ενός μεν, δεν υφίσταται μέχρι σήμερα ολοκληρωμένη και καταγεγραμμένη Πολιτική Εθνικής Ασφαλείας, αφ’ ετέρου δε, η θεσμική μνήμη και, κατά συνέπεια, η αυτογνωσία του Ελληνικού Κράτους είναι περιορισμένη, όπως άλλωστε μαρτυρούν, κατά καιρούς, οι ίδιες οι Υπηρεσίες του (Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, Γενικό Λογιστήριο κ.ο.κ). Και η εν λόγω άσκηση απαιτεί την γόνιμη σύμπραξη διαφορετικών ειδικοτήτων προ της διατυπώσεως μιας τελικής προτάσεως.

bookmark icon