Τα φαντάσματα που λατρεύουν τα πλήθη

Στάθης Ανδρέου1467


+100%-

του Στάθη Ανδρέου  – 

Αν πριν από δύο αιώνες πλανιόταν πάνω από την Ευρώπη ένα φάντασμα, όπως έλεγε ο Μαρξ, το φάντασμα του κομμουνισμού, μετά το θάνατό του ένα φάντασμα εξακολουθεί να πλανάται όχι μόνο πάνω από την Ευρώπη, αλλά πάνω από ολόκληρο τον κόσμο: το δικό του. Μοίρα ή ειρωνεία της τύχης; Επικίνδυνη επιλογή λέξεων για κάποιον που πολέμησε την μοίρα, αλλά αγάπησε την ειρωνεία.

Αλλά γιατί τελοσπάντων τα φαντάσματα είναι τρομαχτικά; Τι κάνουν, λοιπόν, τα φαντάσματα; Τα φαντάσματα στοιχειώνουν, αυτή είναι η λειτουργία τους. Καταλαμβάνουν και ιδιοποιούνται έναν συγκεκριμένο χώρο, που στο εξής νέμονται αποκλειστικά. Κανένας δεν μπορεί να τον παραβιάσει, χωρίς να υποστεί τις συνέπειες. Μα είναι τα φαντάσματα πραγματικά; Βεβαίως, είναι η απάντηση. Αρκεί να ξέρει κανείς πού να τα αναζητήσει.

Μην ψάχνετε άσκοπα σε ερημικούς πύργους και σκοτεινές επαύλεις, ούτε σε παλιά νεκροταφεία και ξεχασμένα μαυσωλεία. Τα φαντάσματα δεν κατοικούν εκεί. Ίσως κάποια μόνο, τα μυθιστορηματικά, τα μονόχνωτα. Εν πάση περιπτώσει εκείνα που η χάρη τους θα τα ανεβάσει το πολύ στα δελτία των ειδήσεων και στα διηγήματα τρόμου και φαντασίας.

Πλάσματα της ιδεολογίας

Τα περισσότερα φαντάσματα, ή τουλάχιστον τα φαντάσματα που ενδιαφέρουν εμάς, είναι πολύ πιο κοινωνικά. Λατρεύουν τα μεγάλα πλήθη. Ως πραγματικοί αστέρες της δημοσιότητας έχουν φανατικούς οπαδούς και ορκισμένους αντιπάλους. Ο χώρος τους είναι η καθαρή σκέψη. Γιατί αυτό που λατρεύουν να στοιχειώνουν είναι οι συνειδήσεις, τα μυαλά και οι καρδιές των ανθρώπων. Τα φαντάσματα είναι πλάσματα της ιδεολογίας. Ως τέτοια, τα χαρακτηριστικά τους είναι τα χαρακτηριστικά της ιδεολογίας.

Είναι η ιδεολογία πραγματική; Ή, για να γίνει πιο ενοχλητική η ερώτηση, είναι η ιδεολογία πραγματικότητα; Ναι, λέει ο Μαρξ, αλλά είναι ψεύτικη. Ναι, λέει ο Αλτουσέρ, αλλά… Για τα φαντάσματα ισχύει το ίδιο. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αλλά ιδωμένο κάπως από την ανάποδη. Κάτι σαν την Αλίκη να κοιτάζει από την πίσω μεριά του καθρέφτη. Για τα φαντάσματα, η πραγματικότητα είναι ιδεολογική. Γιατί στο βαθμό που είναι ιδεολογική είναι και φασματική.

Είναι σχήμα οξύμωρο, αλλά ο αντι-πλατωνισμός των φαντασμάτων είναι έντονος. Τα φαντάσματα απεχθάνονται την ιδεολογία και διψούν για πραγματικότητα. Την λαχταρούν όσο τίποτε άλλο. Θα έκαναν τα πάντα για να υπάρξουν. Αλλά έχουν προβλήματα. Τα ίδια προβλήματα συναντούν τόσο αυτοί που τα επικαλούνται, όσο και εκείνοι που προσπαθούν να τα ξορκίσουν. Γιατί όσο και να πλησιάζουν, όσο και να προσομοιάζουν, όσο και να συγχέονται, ιδεολογία και πραγματικότητα διαφέρουν.

Στα βαλτοτόπια της ιδεολογίας

Ως εκ τούτου, το βασικό πρόβλημα των φαντασμάτων είναι οντολογικό. Φταίει η φύση τους. Χωρίς το χάρισμα της ύλης, είναι καταδικασμένα να πλανώνται μέχρι το τέλος της φασματικής τους υπάρξεως στα άχρονα βαλτοτόπια της ιδεολογίας. Γιατί η ιδεολογία είναι άχρονη. Τόσο άχρονη, ώστε, ενίοτε, να γίνεται διαχρονική. Αλλά ακόμα και όταν είναι σύγχρονη με την πραγματικότητα, αυτό είναι φευγαλέο, ψευδές.

Η ιδεολογία αγκιστρώνεται στην πραγματικότητα, αλλά άχρονη ούσα δεν μπορεί να κινηθεί από μόνη της. Η Αλίκη έχει φύγει μπροστά από τον καθρέφτη, το είδωλό της επίσης. Η Αλίκη πίσω από τον καθρέφτη, όμως, παραμένει ακίνητη μέχρι που το βλέμμα της πραγματικής Αλίκης να την συναντήσει ξανά.

Η πραγματικότητα κινείται και η αγκιστρωμένη ιδεολογία σύρεται, ώσπου τα νήματα που την δένουν με την πραγματικότητα να φθαρούν και να σπάσουν. Τότε και μόνο τότε τα φαντάσματα ξορκίζονται. Οι σταυροί και το αγιασμένο νερό είναι απλά σύνεργα εντυπωσιασμού για αφελείς.

Όμως, το πρόβλημα με την αχρονία είναι η έκταση. Είναι πολύ μεγάλη για να χωρέσει στο παρελθόν. Αναγκαστικά εκτείνεται και στο μέλλον. Υπάρχουν, λοιπόν, και τα φαντάσματα εκείνα που δεν στοιχειώνουν το παρελθόν, αλλά και το μέλλον. Το μέλλον, βέβαια, είναι μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση. Το μέλλον είναι καθαρά ιδεολογικό.

Το μέλλον δεν έχει αναμνήσεις

Σε αντίθεση με το παρελθόν (που και αυτό είναι σε τεράστιο βαθμό ιδεολογικό), το μέλλον δεν έχει αναμνήσεις. Δεν υπάρχει κανένας να το θυμάται, ή για την ακρίβεια κανένας που να τον εμπιστεύομαι προσωπικά. Ωστόσο, όλοι το ονειρεύονται, το επικαλούνται και ζουν με την προσδοκία του. Έρχεται σε πολλές εκδοχές η κάθε μία με διαφορετικό βαθμό “φασματικότητας”, ας μου επιτραπεί ο όρος.

Υπάρχει “εκείνο που θα έρθει”, “εκείνο που είναι γραφτό”, “εκείνο που μπορεί να συμβεί”, “όσα δεν έχουν γίνει ακόμα” κ.ο.κ. Ο βαθμός “φασματικότητας” δεν είναι παρά η πιθανότητα συγχρονισμού του ιδεολογικού με το πραγματικό σε βάθος χρόνου. Η θεολογική εκδοχή, λόγου χάρη, που περιλαμβάνει ζωή του μέλλοντος κ.λπ., θα είχε και τον μέγιστο βαθμό “φασματικότητας”, βλέπε εσχατολογία.

Κάπου στην κατηγορία “όσα δεν έχουν γίνει ακόμα” (η ακριβής κατηγορία θα έλεγα ότι εκφράζεται καλύτερα στα αγγλικά ως “the things that have not yet come to pass”) τοποθετείται και το φάντασμα του Μαρξ, η προσωποποίηση στην ουσία του φαντάσματος του κομμουνισμού. Η θέση αυτή αυξάνει τον τρόμο για τους αντιπάλους και την προσδοκία για τους συμπαθούντες.

Είναι η πιο κοντινή θέση αναφορικά με την πραγματικότητα. Δεν είναι μια απλή προφητεία, ένας χρησμός, μια συνθήκη υπό όρους, αλλά το προδεδομένο και αμετάκλητο μέλλον. Είναι μία υπόσχεση της ιστορίας και η ιστορία, ως γνωστόν, τηρεί τις υποσχέσεις της, ή μήπως όχι;

Κατηγορούμενος για μαγεία

Ο Ντεριντά είναι σκληρός με τον Μαρξ. Τον κατηγορεί για μαγεία. Ο λόγος δεν είναι ότι φοβάται τα φαντάσματα, το αντίθετο μάλλον. Ο Ντεριντά απομακρύνει τα φαντάσματα αρνούμενός τα. Δεν υπάρχουν φαντάσματα, λέει ο Ντεριντά και έχει δίκιο. Όμως ο Μαρξ δεν μπορεί να πει το ίδιο. Και έχει και εκείνος δίκιο, γιατί φαντάσματα υπάρχουν.

Ο Μαρξ δεν μπορεί να αρνηθεί τα φαντάσματα, γιατί ο Μαρξ δεν συμμερίζεται τον νομιναλισμό του Ντεριντά. Ο Μαρξ μπορεί ή να τα ξορκίσει, ή να συμφιλιωθεί μαζί τους. Είναι, όμως, υποχρεωμένος να τα δεχτεί. Αφού η αφετηρία του είναι η αντιστροφή του Χέγκελ και όχι η άρνησή του, είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει τη φασματική λογική μέχρι το τέλος.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η φασματική λογική προβεβλημένη στο μέλλον γίνεται νομοτέλεια, γίνεται υπόσχεση. Μια υπόσχεση που ο Ντεριντά δεν μπορεί (και σίγουρα δεν θα ήθελε) να δώσει. Παρ’ ότι, τελικά και η άρνηση της φασματικής λογικής είναι και η ίδια εν μέρει φασματική, στο βαθμό που είναι παράγωγο του ανθρώπινου νου. Ας μην παρεκτραπούμε, όμως, περισσότερο.

Ο Ντεριντά κατηγορεί τον Μαρξ για μαγεία. Και έχει δίκιο. Όμως με την ίδια ευκολία που τον κατηγορεί θα μπορούσε να τον επαινεί για τον ίδιο λόγο. Μήπως η μαγεία του Μαρξ δεν είναι στη μαγεία;

bookmark icon