Αλβανική επίθεση εναντίον Ελλήνων στρατιωτών (1946)

Παντελής Καρύκας
17721
Αλβανική επίθεση εναντίον Ελλήνων στρατιωτών (1946), Παντελής Καρύκας

Το 1946 η κατάσταση στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας θα μπορούσε, επιεικώς, να χαρακτηριστεί ρευστή. Ο ανταρτοπόλεμος είχε και επισήμως ξεκινήσει μετά την επίθεση στο Λιτόχωρο και ήδη ανταρτικές ομάδες εκτελούσαν επιθέσεις με ορμητήριο τις όμορες «αδερφές σοσιαλιστικές χώρες».

Σε ορισμένες περιπτώσεις ξένα στρατεύματα είτε εισέβαλαν στο ελληνικό έδαφος έπλητταν Έλληνες, στρατιώτες και πολίτες, ενίοτε κλέβοντας ότι μπορούσαν, είτε έπρατταν το αυτό μαζί με τους αντάρτες ή απλώς τους υποστήριζαν. Τέτοια περιστατικά σημειώθηκαν εκατοντάδες μέχρι και τις τελευταίες ημέρες του εμφυλίου.

Μια τέτοια περίπτωση είναι και η επίθεση αλβανικών στρατιωτικών τμημάτων κατά του ελληνικού φυλακίου της Σκίπη στα ελληνοαλβανικά σύνορα που έλαβε χώρα στις 7 Ιουλίου 1946. Το φυλάκιο Σκίπη βρισκόταν κοντά στο χωριό Ορεινό Ιωννίνων, δυτικά από τους Ποντικάτες. Η θέση του δεν ήταν πλεονεκτική. Περιβαλλόταν, ουσιαστικά, από τρία υψώματα εντός του βορειοηπειρωτικού εδάφους που ανήκει στην Αλβανία.

Λόγω του εδάφους και των χαραδρώσεών του η ορατότητα από το φυλάκιο σε κοντινή απόσταση δεν ήταν καλή και ο εχθρός μπορούσε να πλησιάσει σε μέχρι τα 50-60 μ. χωρίς να γίνει αντιληπτός. Το φυλάκιο επάνδρωναν ένας λοχίας και τέσσερις στρατιώτες και υπήρχε και χαράκωμα.

Το βράδυ της 6ης Ιουλίου 15 περίπου Αλβανοί άνοιξαν πυρ κατά του φυλακίου από το ύψωμα 856. Οι Έλληνες δεν απάντησαν στα πυρά τα οποία σε λίγο έπαψαν. Ωστόσο 25 λεπτά αργότερα οι Αλβανοί άνοιξαν πυρ κατά του ελληνικού φυλακίου της Παναγιάς.

Την επομένη όλα έβαιναν καλώς μέχρι τις 18.40 όταν οι Αλβανοί άνοιξαν πυρ με πολυβόλα και όλμους κατά του φυλακίου Σκίπη από τα υψώματα 856 και 687. Επίσης έβαλαν και κατά των φυλακίων Παναγιάς και Ορεινού. Στις 19.20 και καθώς τα πυρά συνεχίζονταν μια αλβανική διμοιρία, επιτέθηκε από τρεις κατευθύνσεις κατά του φυλακίου Σκίπη. Οι άνδρες του φυλακίου είχαν ήδη λάβει θέσεις μάχης αλλά λόγω του εδάφους, όπως αναφέρθηκε, οι Αλβανοί κατάφεραν να προσεγγίσουν στα 60 μ. περίπου αθέατοι.

Οι Έλληνες άνοιξαν πυρ από το οποίο ένας Αλβανός λοχίας σκοτώθηκε, σύμφωνα με μαρτυρία του Έλληνα λοχία και ένας στρατιώτης τραυματίσθηκε. Ωστόσο η αντίσταση ήταν αδύνατη καθώς οι Αλβανοί σχεδόν περικύκλωσαν τους μαχόμενους Έλληνες. Τελικά ο λοχίας και δύο άνδρες κατάφεραν να ξεφύγουν, αφού πρώα ειδοποίησαν τον οικείο λόχο. Δύο όμως Έλληνες στρατιώτες αιχμαλωτίσθηκαν. Ήταν οι στρατιώτες Γεώργιος Γιωτάκης και Κωνσταντίνος Μανδελής, ο οποίος, σύμφωνα με τα στοιχεία, βασανίστηκε από τους Αλβανούς.

Μετά την «ένδοξη» επίθεσή τους οι Αλβανοί άρπαξαν ότι μπορούσαν και αποσύρθηκαν. Στις 21.45 έφτασε στην περιοχή διμοιρία του 3ου Λόχου Δελβινακίου που ανακατέλαβε το φυλάκιο. Εντός του φυλακίου είχαν αναγραφεί, στα ελληνικά, η λέξη ΚΚΕ και είχαν ζωγραφιστεί σφυροδρέπανα.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των επιζησάντων ανδρών του φυλακίου με τους Αλβανούς συνέπρατταν και αντάρτες οι οποίοι τους εξύβριζαν. Σύμφωνα με την σχετική έκθεση της VIII Μεραρχίας Πεζικού η επίθεση αυτή, όπως και πολλές παρόμοιες, είχε ως στόχο τη διευκόλυνση εισόδου στο ελληνικό έδαφος ανταρτικών ομάδων. Επίσης στόχος τους ήταν να δημιουργηθεί σοβαρό επεισόδιο που θα τύγχανε πολιτικής εκμετάλλευσης τόσο από τα Τίρανα, όσο και από το ΚΚΕ που υποστήριζε ότι η Ελλάδα σχεδίαζε την κατάληψη της Αλβανίας.