Έλληνες, Τούρκοι, Μοροζίνι, Ακρόπολη και προδοσία

Παντελής Καρύκας
798

Το 1683 αποτελεί την καταλυτική ημερομηνία αναφορικά με την τουρκική. επεκτατικότητα. Από τη συντριβή του Οθωμανικού Στρατού στη Βιέννη, που συνέβη το έτος αυτό και έπειτα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία άρχισε να αποσυντίθεται. Φυσικά σημειώθηκαν κάποιες τουρκικές επιτυχίες και αργότερα αλλά ήταν όλες μικρής σημασίας, ανίκανες να αντιστρέψουν το κλίμα της κατάπτωσης και της παρακμής.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η Ενετική Δημοκρατία αποφάσισε να κηρύξει τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, παράλληλα με την Αυτοκρατορία των Αψβούργων (Αυστρία) και τα υπ’ αυτήν ελεγχόμενα γερμανικά κράτη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους. Στους συμμάχους προστέθηκαν το κράτος του Βατικανού, οι Ιππότες του Αγ.Ιωάννη της Μάλτας και οι Ιππότες του Αγ.Στεφάνου της Τοσκάνης.

Στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου πάντως το βάρος του αγώνα έφεραν οι Ενετοί. Στο βόρειο μέτωπο αντίστοιχα ήταν οι αυστρογερμανικές δυνάμεις που κυρίως πολέμησαν. Η Πολωνία και η Ρωσία, μέλη επίσης του συνασπισμού, δεν διαδραμάτισαν σοβαρό ρόλο στις στρατιωτικές εξελίξεις.

Οι Ενετοί κήρυξαν επίσημα τον πόλεμο στις 25 Απριλίου 1684. Ήταν η πρώτη φορά που οι Ενετοί κήρυσσαν πρώτοι τον πόλεμο στους Τούρκους. Αμέσως άρχισε να αναπτύσσετε τεράστια δραστηριότητα σε κάθε τομέα που αφορούσε την πολεμική προετοιμασία. Συγκεντρώθηκαν χρήματα με τα οποία συγκροτήθηκαν νέες στρατιωτικές μονάδες. Οι περισσότεροι άλλωστε άνδρες που υπηρετούσαν στα ενετικά συντάγματα ήταν μισθοφόροι, κυρίως Γερμανοί, αλλά και Ιταλοί, Ελβετοί και φυσικά Έλληνες.

Ακόμα επινοικιάστηκαν ολόκληρα συντάγματα από τα σύμμαχα γερμανικά κράτη και για τη διοίκηση του στρατού προσκλήθηκαν, έναντι αδράς αμοιβής, μερικοί από τους καλύτερους στρατηγούς της Ευρώπης. Στρατηγοί όπως ο Σουηδός Κένιγκσμαρκ , ο ιταλικής καταγωγής Αυστριακός Στρασόλντο ή ο Γερμανός Ντέγκεφελντ, υπηρέτησαν φιλότιμα και υποδειγματικά υπό τις σημαίες με τον λέοντα του Αγ. Μάρκου και έγιναν το φόβητρο των Τούρκων.

Παράλληλα με τον στρατό ενισχύθηκε και ο στόλος, με τον οποίο ενώθηκαν παπικά (5), ελληνικά (6), μαλτέζικα (7) και τοσκανικά (4) πλοία. Επίσης πράκτορες της Ενετικής Δημοκρατίας στάλθηκαν στην υπόδουλη Ελλάδα σε μια προσπάθεια προσεταιρισμού των Έλληνων. Τα ελληνικά πλοία ήταν γαλέρες από τα Επτάνησα (μία κερκυραϊκή, δύο κεφαλλονίτικες και τρεις από τη Ζάκυνθο), με Έλληνες πλοιάρχους και ελληνικά πληρώματα. Στα δε πεζοναυτικά τμήματα του ενετικού στόλου κατατάχθηκαν τουλάχιστον 2.000 Επτανήσιοι.

Στα μέσα του καλοκαιριού του 1684 ο ενετικός στόλος με επικεφαλής έναν παλαιό γνώριμο των ελληνικών θαλασσών, τον παλαίμαχο του Κρητικού Πολέμου Φραγκίσκο Μοροζίνι, έπλευσε στο Ιόνιο με πρώτο στόχο τη Λευκάδα. Η πολιορκία του οχυρού του νησιού, του κάστρου της Αγίας Μαύρας, άρχισε στις 21 Ιουλίου. Με τη συνδρομή των Επτανησίων καπετανιών Μανέτα, Μεταξά, Δελλαδέτσιμα, Άννινο, αλλά και του επισκόπου Κεφαλληνίας Τιμόθεου –ο Τιμόθεος τέθηκε ο ίδιος επικεφαλής ενόπλου σώματος 150 ιερέων και μοναχών – το οχυρό παραδόθηκε στις 6 Αυγούστου 1684.

Έναν περίπου μήνα αργότερα και η Πρέβεζα είχε καταληφθεί, ενώ οι Έλληνες των δυτικών ακτών της Ρούμελης είχαν πάρει τα όπλα κατά του τυράννου. Ονομαστοί έμειναν οι Έλληνες αρματολοί Αγγελής Σουμίλας, γνωστό ως Βλάχος, ο Πάνος Μεϊτάνης, από τον Βάλτο και το μικρό Χορμόπουλο. Τα σώματα των αρματωλών αυτών, ενισχυμένα με ένα σώμα Κεφαλλονιτών και Ιθακισίων και ένα τακτικό ενετικό σώμα, υπό τον Στρασόλντο, κυρίευσαν την Αιτωλία και τμήμα της Ηπείρου.

Ο πόλεμος φουντώνει

Έξω από το Μεσολόγγι τα χριστιανικά στρατεύματα συναντήθηκαν με τα τουρκικά του Σεφέρ αγά, τα κατανίκησαν και τα διασκόρπισαν. Κατόπιν απελευθέρωσαν το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό. Ως το τέλος του 1684 μεγάλο τμήμα των δυτικών ελληνικών ακτών είχε καταληφθεί από τους Έλληνες επαναστάτες κυρίως, με τη συνδρομή φυσικά και των Ενετών.

Στις 8 Νοεμβρίου κατελήφθη και η ακρόπολη της Πρέβεζας, το τελευταίο σημείο στηρίγματος των Τούρκων στην περιοχή. Στις στρατιωτικές επιτυχίες των Ενετών και των Ελλήνων οι Τούρκοι απάντησαν με σφαγές και λεηλασίες αμάχων. Ανάμεσα στα θύματα τους ήταν και ο επίσκοπος Κορίνθου Άγιος Ζαχαρίας, ο οποίος σουβλίστηκε και ψήθηκε ζωντανός.

Το νέο έτος (1685) έμελλε να είναι το πλέον καθοριστικό για την έκβαση του πολέμου. Αρχικά οι Ενετοί δεν σκέπτονταν ούτε καν οι ίδιοι το ενδεχόμενο γενίκευσης του πολέμου ή κατάληψης εκτεταμένων ελληνικών τουρκοκρατούμενων περιοχών. Ήταν οι αρχικές επιτυχίες που «άνοιξαν» την όρεξη του Φ.Μοροζίνι σε συνδυασμό με κάποιες αποτυχίες που σημειώθηκαν στις δαλματικές ακτές. Αφού απέτυχε στη Δαλματία ο Μοροζίνι σκέφθηκε να καταλάβει την Πελοπόννησο.

Ζήτησε μάλιστα τη σύμπραξη των Μανιατών, οι οποίοι είχαν ήδη αρχίσει να συγκεντρώνουν όπλα. Οι Τούρκοι για να προλάβουν την εξέγερση εισέβαλαν προληπτικά στη Μάνη και άρχισαν τις γνωστές «αβροφροσύνες» τους-σφαγές, πυρπολήσεις, ατιμάσεις. Την ίδια ώρα τουρκικές δυνάμεις επιτίθεντο στο Ξηρόμερο και στα χωριά του Βάλτου. Οι δυνάμεις των αρματωλών δεν επαρκούσαν για την αντιμετώπιση της απειλής.

Έτσι ο Μοροζίνι διέταξε τον Έλληνα συνταγματάρχη Δελλαδέτσιμα να σπεύσει προς ενίσχυση των επαναστατών, επικεφαλής ενός τακτικού τμήματος. Οι Τούρκοι πράγματι αποκρούστηκαν. Αλλά και από τη Μάνη έφτασαν ενθαρρυντικές ειδήσεις στον Μοροζίνι. Οι Μανιάτες μόνοι τους είχαν κατορθώσει να νικήσουν τον Ισμαήλ πασά, σκοτώνοντας 1.800 Τούρκους. Ο Ισμαήλ όμως είχε άλλους 8.000 ετοιμοπόλεμους στρατιώτες στη διάθεση του. Έτσι οι Μανιάτες ζήτησαν εσπευσμένα τη βοήθεια του Μοροζίνι.

Το καλοκαίρι του 1685 η ενετική και συμμαχική αρμάδα εισήλθε στον Μεσσηνιακό κόλπο. Ήταν 24 Ιουνίου. Την επόμενη μέρα οι 6.400 άνδρες του Ενετικού Στρατού, υπό τον Ντέγκενφελντ, άρχισαν να πολιορκούν το φρούριο της Κορώνης. Μαζί τους είχαν έλθει και εκατοντάδες Έλληνες εθελοντές, από τα Επτάνησα, την Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία, οι οποίοι ενώθηκαν και με άλλους επαναστάτες από την Πελοπόννησο. Οι Τούρκοι προσπάθησαν να άρουν την πολιορκία του ισχυρού και σημαντικού οχυρού. Δεν το κατόρθωσαν όμως, ηττηθέντες σε σειρά μαχών, και στις 11 Αυγούστου η Κορώνη παραδόθηκε στους πολιορκητές.

Οι Ενετοί διέθεταν πλέον έναν σίγουρο λιμένα και ένα άριστο ορμητήριο για την παραπέρα προέλαση τους εντός της Πελοποννήσου. Στο μεταξύ αφίχθησαν στην Πελοπόννησο σημαντικές ενισχύσεις- 3.300 Σάξωνες στρατιώτες- και επαναστάτησαν και οι Μανιάτες. Σε συνεργασία δε με τα σαξωνικά και τα ενετικά τμήματα απελευθέρωσαν όλη τη Μάνη και την πόλη της Καλαμάτας. Έτσι έληξε επιτυχώς και το δεύτερο έτος του πολέμου.

Νέες συγκρούσεις και νίκες

Στις αρχές Ιουνίου του 1686 οι επιχειρήσεις επαναλήφθηκαν. Από τα χριστιανικά πλοία αποβιβάστηκαν στο Παλαιό Ναβαρίνο 10.000 πεζοί και 1.000 περίπου ιππείς. Η μικρή στρατιά τέθηκε υπό τον Σουηδό Κένιγκσμαρκ και μέσα σε λίγες μέρες κατέλαβε το Παλαιό και το Νέο Ναβαρίνο και αφού νίκησε τον στρατό του σερασκέρη Πελοποννήσου, πολιόρκησε και το φρούριο της Μεθώνης. Η Μεθώνη παραδόθηκε με τη σειρά της (7 Ιουλίου). Ακολούθησε η Κυπαρισσία. Ο ηττηθείς σερασκέρης, μη τολμώντας να πλησιάσει τις χριστιανικές δυνάμεις, περιορίστηκε στη σφαγή αμάχων Ελλήνων, σε πυρπολήσεις χωριών και λεηλασίες.

Ο δαιμόνιος Σουηδός στρατηγός εκμεταλλεύθηκε στο έπακρο τις επιτυχίες του και στράφηκε αμέσως κατά της τότε πελοποννησιακής πρωτεύουσας, του Ναυπλίου. Τα χριστιανικά στρατεύματα επανεπιβιβάστηκαν στα πλοία και αποβιβάστηκαν ξανά στο σημερινό Τολό. Από εκεί κινήθηκαν ταχύτατα και πριν οι Τούρκοι συνειδητοποιήσουν τι συμβαίνει, η ενετική σημαία κυμάτιζε στον λόφο του Παλαμηδίου.

Οι επιζώντες Τούρκοι πολιορκήθηκαν τότε στην Ακροναυπλία. Παράλληλα όμως αφίχθη βοήθεια. Ο Ισμαήλ πασάς είχε φτάσει στο Άργος, επικεφαλής 4.000 ιππέων και 3.000 πεζών. Από εκεί , με συνεχείς επιδρομές, καταπονούσε τους πολιορκητές και ενίσχυε και τροφοδοτούσε τους πολιορκημένους συμπατριώτες του. Η κατάσταση είχε καταστεί κρίσιμη για τον Κένιγκσμαρκ. Οι δυνάμεις του βρισκόταν ανάμεσα σε δύο τουρκικά τμήματα και ασφυκτιούσαν.

Με συνεχείς επιθέσεις κατά των δυνάμεων του Ισμαήλ, ο Κένιγκσμαρκ περιόρισε το κακό. Χρειαζόταν όμως η ανάληψη σοβαρής δράσης για να αρθεί το αδιέξοδο. Με αυτό το σκεπτικό ο Κένιγκσμαρκ επιτέθηκε με ισχυρές δυνάμεις κατά των δυνάμεων του Ισμαήλ. Ήταν η πρώτη κατά παράταξη μάχη (του Άργους) μεταξύ των δύο αντιπάλων, η οποία έληξε με συντριβή των Τούρκων, παρά την υπεροχή τους σε ιππικό (7 Αυγούστου 1686). Οι Τούρκοι μετά την ήττα τους κατέφυγαν στην Κόρινθο. Δεν ησύχασαν όμως. Αφού ενισχύθηκε, ο Ισμαήλ αποφάσισε να ξαναδοκιμάσει την τύχη των όπλων.

Και πάλι όμως κατατροπώθηκε από τον Σουηδό στρατηγό και οι δυνάμεις του διασκορπίστηκαν. Ύστερα από την νέα ήττα ο Τούρκος φρούραρχος του Ναυπλίου αναγκάστηκε να παραδώσει την πόλη. Ο ηττημένος Ισμαήλ είχε αποσυρθεί στο Αίγιο. Οι στρατιώτες του όμως , θορυβημένοι από τις ήττες και από τις διάφορες φήμες, άρχισαν να εγκαταλείπουν μαζικά τις θέσεις τους. Αναφέρονται ακόμα και περιπτώσεις στάσεως ολοκλήρων τμημάτων και δολοφονίας των αξιωματικών από πανικόβλητους στρατιώτες!

Για το επόμενο έτος και οι δύο πλευρές ετοιμάζονταν πυρετωδώς. Στόχος των Ενετών ήταν τώρα η κατάληψη της αχαϊκής πρωτεύουσας, της Πάτρας. Για την Πάτρα όμως ήταν διατεθειμένοι να αγωνιστούν και οι Τούρκοι. Ο σερασκέρης της Πελοποννήσου αφού συγκέντρωσε ισχυρές δυνάμεις – περί τους 15.000 άνδρες- επιτέθηκε κατά των χριστιανικών δυνάμεων –14.000 άνδρες, το 1/3 τουλάχιστον από αυτούς Έλληνες- που ετοιμάζονταν να αρχίσουν συστηματική πολιορκία της πόλης.

Η μάχη δόθηκε στις 22 Ιουλίου 1687, στη θέση Ιτιές. Διεξήχθη με πείσμα, ορμή και ιδιαίτερο φανατισμό και από τις δύο πλευρές. Τελικά όμως επικράτησε η πειθαρχία και η ανώτερη τακτική των χριστιανικών δυνάμεων. Περισσότεροι από 2.000 Τούρκοι στρατιώτες έπεσαν ή τραυματίσθηκαν στη μάχη.

Οι υπόλοιποι τράπηκαν σε φυγή, εγκαταλείποντας το φρούριο των Πατρών και πολλά λάφυρα στους νικητές. Στη βιασύνη τους οι Τούρκοι εγκατέλειψαν στο λιμάνι ακόμα και 14 πλοία τους. Ο χριαστιανικός στρατός κυρίευσε περί τα 160 πυροβόλα, χιλιάδες όπλα, μεγάλες ποσότητες τροφίμων και πυρομαχικών και το λάβαρο του ίδιου του σερασκέρη. Η νίκη ήταν πλήρης. Τόσο πλήρης μάλιστα που η τουρκική φρουρά του Ρίο εγκατέλειψε αμαχητί το φρούριο!

Το ίδιο συνέβη και στην απέναντι ακτή. Το φρούριο του Αντιρίου εγκαταλείφθηκε επίσης. Σε όλη δε τη Στερεά, οι Έλληνες οπλαρχηγοί είχαν πάρει τα όπλα και πολεμούσαν σκληρά τον κατακτητή, διακόπτοντας τις επικοινωνίες των Τούρκων της Πελοποννήσου με αυτούς της Θεσσαλίας. Υπό τις ευλογίες και την υλική βοήθεια των επισκόπων Φολοθέου Σαλώνων, Ιεροθέου Θηβών, Μακαρίου Λαρίσσης, Αμβροσίου Χαλκίδας, οι αρματολοί Λιβίνης, Κούρμας και Σπανός, εκδίωξαν τους Τούρκους από ολόκληρη τη Φωκίδα και τη Βοιωτία.

Και ο μεν Κούρμας έδωσε κατά παράταξη μάχη με τον σεραρσκέρη Θηβών και τον διέλυσε. Οι συνολικές απώλειες των Τούρκων στη μάχη των Θηβών ξεπέρασαν τους 4.000 άνδρες. Την ίδια ώρα ο επίσκοπος Φιλόθεος απελευθέρωσε ο ίδιος την πόλη του τα Σάλωνα Μόνο από τον Ισθμό μπορούσαν πια να επικοινωνούν οι τουρκικές δυνάμεις της Πελοποννήσου με τους συμπατριώτες τους.

Σε λίγο όμως κατελήφθη και η Κόρινθος. Έτσι η μοναδική τουρκική κτήση στην Πελοπόννησο ήταν πια η Μονεμβασιά, η οποία μόλις το 1690 θα παραδίδονταν τελικά στους Ενετούς. Την ίδια ώρα ο Ζακυνθινός οπλαρχηγός Άγγελος Νέγρης καταλάμβανε με τους άνδρες του το φρούριο της Γλαρέντζας.

Αθήνα – Ακρόπολη

Έχοντας ουσιαστικά καταλάβει ολόκληρη την Πελοπόννησο, ο Φ. Μοροζίνι θέλησε να εξασφαλίσει τις νέες του κατακτήσεις, καταλαμβάνοντας την Αθήνα και τη Χαλκίδα. Θα εξασφάλιζε έτσι τον έλεγχο των κυρίων οδών που οδηγούσαν στην Πελοπόννησο. Για τον σκοπό αυτό ισχυρές δυνάμεις του Ενετικού Στρατού αποβιβάστηκαν στον Πειραιά και από εκεί βάδισαν προς την Αθήνα.

Η τουρκική φρουρά της Ακροπόλεως είχε ειδοποιηθεί και ανέμενε ατάραχη τον χριστιανικό στρατό. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1687 άρχισε η τακτική πολιορκία της Ακροπόλεως. Οι Τούρκοι κατεδάφισαν τον ναό της Αθηνάς Νίκης, εντός του φρουρίου, για να τοποθετήσουν στη θέση του μια τους πυροβολαρχία. Το ενετικό πυροβολικό τάχθηκε στους γύρω από τον Ιερό Βράχο λόφους και άρχισε τα πυρά.

Στις 12 Σεπτεμβρίου ενετική οβίδα έπληξε τα προπύλαια όπου οι Τούρκοι αποθήκευαν πυρίτιδα. Αποτέλεσμα της έκρηξης ήταν να τιναχθεί στον αέρα μέρος του οικοδομήματος. Την επομένη όμως έγινε η μεγάλη καταστροφή, το μοναδικό ανοσιούργημα. Οβίδα ενετικού ολμοβόλου έπληξε τη στέγη του Παρθενώνα, τη διέτρησε και ανατινάξε τα βαρέλια της πυρίτιδας που οι Τούρκοι φύλασσαν εκεί. Ο ναός κομματιάστηκε. Η στέγη του εκσφενδονίστηκε, μαζί με άλλα αρχιτεκτονικά μέλη και τα υπολείμματα 300 Τούρκων στρατιωτών.

Τρεις μέρες αργότερα η τουρκική φρουρά παραδόθηκε. Μετά την κατάληψη και της Αθήνας, έστω και με τον τρόπο αυτό, η ενετική στρατιά στράφηκε κατά της Χαλκίδας. Η επιχείρηση αυτή όμως απέτυχε εντελώς. Ανάμεσα δε στα θύματα ήταν και ο γενναίος Κένιγκσμαρκ, που προσεβλήθη από επιδημική νόσο. Η αποτυχία αυτή είχε σοβαρές συνέπειες και για την τύχη της Αθήνας. Χωρίς τη Χαλκίδα οι Ενετοί δεν μπορούσαν να κρατηθούν ούτε στην Αθήνα. Αναγκάστηκαν έτσι να την εγκαταλείψουν και να περιοριστούν στην Πελοπόννησο.

Ο προδότης

Το ως τότε σε γενικές γραμμές επιτυχημένο, σε στρατιωτικό επίπεδο, έργο του Μοροζίνι, απείλησε να καταστρέψει ένας Έλληνας, ο Λιβέριος Γερακάρης ή Λιμπεράκης. Ο διαβόητος Μανιάτης πειρατής είχε και στο παρελθόν, όπως είδαμε, συνεργαστεί με τους Τούρκους. Ανασύρθηκε λοιπόν από τις φυλακές, όπου η αδιάκριτη πειρατική του δραστηριότητα τον είχε οδηγήσει, και του ανατέθηκε η αποστολή να πολεμήσει τους Ενετούς στη Στερεά και να πείσει τους Έλληνες να ταχθούν με τους Τούρκους !

Την άνοιξη του 1689 ο Γερακάρης επικεφαλής 2.000 Τούρκων και διαφόρων άλλων αποβρασμάτων –«Ελλήνων» και Σλάβων- επιτέθηκε στο Μεσολόγγι και το κατέκαυσε. Στη συνέχεια λεηλάτησε όλα τα χωριά του Ξηρόμερου και του Βάλτου. Απέτυχε μόνο απέναντι στο οχυρωμένο Αιτωλικό και στη Βόνιτσα. Για την αντιμετώπιση της κατάστασης οι Ενετοί συγκρότησαν δύο διοικήσεις, μία με έδρα το Λιδορίκι της Φωκίδας και μία με έδρα το Καρπενήσι. Στις διοικήσεις αυτές υπήχθησαν άτακτα ελληνικά και δαλματικά σώματα.

Όλο το υπόλοιπο του έτους 1689 συνεχίστηκαν οι μικροσυπλοκές μεταξύ των επαναστατών και του σώματος του Γερακάρη. Το επόμενο έτος έπεσε επιτέλους η Μονεμβασιά. Ο Γερακάρης όμως δεν απογοητεύθηκε. Ιθύνων νους πλέον της τουρκικής πλευράς, ο Μανιάτης πειρατής, εισέβαλε μαζί με τον Τούρκο σερασκέρη στην Πελοπόννησο. Επιτέθηκε και κατέλαβε την Κόρινθο την οποία και πυρπόλησε.

Απέτυχε όμως να καταλάβει τον Ακροκόρινθο και το Άργος. Τελικά η αντεπίθεση των ενετικών τακτικών δυνάμεων έτρεψαν αυτόν και τους ανόσιους συμμάχους τους σε φυγή. Ακόλουθως ο Γερακάρης επιτέθηκε στην απελευθερωμένη Ναύπακτο. Αποκρούστηκε όμως και πάλι και για τα επόμενα 4 χρόνια περιορίστηκε σε επιδρομές σε ανοχύρωτα χωριά της Πελοποννήσου, κυρίως.

Τελικά οι Ενετοί κατόρθωσαν να τον προσεταιρισθούν. Και πάλι όμως φάνηκε άπιστος και λεηλάτησε ενετοκρατούμενες περιοχές. Τότε συνελήφθη και κλείστηκε στις φυλακές, όπου και πέθανε. Μόνο μετά τον θάνατο του ανέπνευσαν οι ελληνικοί πληθυσμοί και άρχισε η ζωή στην ύπαιθρο να ξαναπαίρνει τους κανονικούς της ρυθμούς.

Μετά τον θάνατο του, οι επιχειρήσεις ουσιαστικά έπαυσαν. Μικροεπιδρομές και συγκρούσεις στη θάλασσα εξακολούθησαν βέβαια να σημειώνονται, χωρίς όμως να έχουν κάποιο ιδιαίτερο αντίκτυπο στο στρατηγικό θέατρο επιχειρήσεων.

Ο πόλεμος έληξε τελικά το 1699 με την υπογραφή της συνθήκης του Κάρλοβιτς βάση της συνθήκης οι Ενετοί κράτησαν την Πελοπόννησο, όχι όμως και τις κατακτήσεις τους στη δυτική Ελλάδα και τη Ναύπακτο.