Γερμανική εισβολή: Ο “μπαλαντέρ” του ελληνικού δράματος το 1941

Παντελής Καρύκας
827

Η Γιουγκοσλαβία δεν είχε εμπλακεί μέχρι τον Απρίλιο του 1941 στον πόλεμο. Ο Χίτλερ από τα τέλη Νοεμβρίου του 1940 είχε επιχειρήσει να προσδέσει τη χώρα αυτή στο γερμανικό άρμα, ενόψει της σχεδιαζόμενης επίθεσης κατά της Ελλάδας.

Στις 28 Νοεμβρίου ο Χίτλερ συναντήθηκε με τον Γιουγκοσλάβο υπουργό εξωτερικών Μάρκοβιτς, στον οποίο πρότεινε την προσχώρηση της Γιουγκοσλαβίας στο Άξονα, γνωστοποιώντας του παράλληλα την πρόθεσή του να επέμβει εναντίον των Ελλήνων και υπέρ των Ιταλών.

Γερμανική προσέγγιση, επιτυχία και ανατροπή

Αμέσως μετά την εκδίωξη των Βρετανών, του είπε, θα γινόταν διαρρυθμίσεις των συνόρων και η Γιουγκοσλαβία θα αποκτούσε έξοδο στο Αιγαίο. Ωστόσο έπρεπε να ληφθούν υπόψη και τα ιταλικά συμφέροντα στην περιοχή. Αυτός ακριβώς ήταν και ο λόγος της μη προσχώρησης της Γιουγκοσλαβίας στον Άξονα, η ιταλική αντίδραση, αφού ο Μουσολίνι θεωρούσε τη Βαλκανική αποκλειστικό χώρο επιρροής της Ιταλίας.

Στις 14 Φεβρουαρίου 1941 Χίτλερ και Ρίμπεντροπ συναντήθηκαν με τον Γιουγκοσλάβο πρωθυπουργό Τσβέτκοβιτς και τον υπουργό Μάρκοβιτς. Ωστόσο οι δύο πλευρές δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Στις 4 Μαρτίου οι επαφές επαναλήφθηκαν, αυτή τη φορά μεταξύ Χίτλερ και αντιβασιλέα Παύλου.

Και πάλι όμως η γιουγκοσλαβική πλευρά στάθηκε στην ιταλική ανάμειξη στα Βαλκάνια και συμφωνία δεν επετεύχθη. Στις 18 Μαρτίου όμως οι Γιουγκοσλάβοι αποδέχτηκαν τελικά τις γερμανικές προτάσεις και η χώρα έγινε μέλος του Άξονα. Η επίσημη τελετή προσχώρησης έγινε στις 25 Μαρτίου στη Βιέννη.

Η χαρά του Χίτλερ πάντως δεν κράτησε για πολύ, καθώς τη νύκτα της 26ης προς 27ης Απριλίου 1941, εκδηλώθηκε στο Βελιγράδι στρατιωτικό πραξικόπημα. Ο αντιβασιλέας Παύλος, ο θερμότερος θιασώτης της συνεργασίας με τους Γερμανούς, ανατράπηκε και την διακυβέρνηση ανέλαβε ο πτέραρχος Σίμοβιτς.

Η νέα γιουγκοσλαβική κυβέρνηση αρνήθηκε να επικυρώσει το σύμφωνο προσχώρησης στον Άξονα, αλλά παρόλα αυτά δεσμεύτηκε δημόσια ότι δεν σκόπευε να ακολουθήσει αντιγερμανική πολιτική. Ο Χίτλερ όμως δεν πείστηκε και διέταξε τους επιτελείς του να σχεδιάσουν την επίθεση κατά της Γιουγκοσλαβίας – Σχέδιο 25. Οι Γιουγκοσλάβοι προσπάθησαν να προσκολληθούν στη ρωσική σφαίρα επιρροής.

Στις 3 Απριλίου γιουγκοσλαβική αντιπροσωπεία αφίχθη στη Μόσχα και σύντομα υπογράφτηκε σύμφωνο μη επιθέσεως μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και ΕΣΣΔ. Ωστόσο ο Στάλιν προτιμούσε να θυσιάσει τη Γιουγκοσλαβία, παρά τη φιλία του με τον Χίτλερ. Έτσι η Γιουγκοσλάβο-σοβιετική συμφωνία έμεινε κενό γράμμα. Τρεις μέρες αργότερα οι Γερμανοί επιτέθηκαν.

Η Ελλάδα

Η στάση της Γιουγκοσλαβίας ενδιέφερε ιδιαίτερα τη σκληρά μαχόμενη Ελλάδα. Η άρνηση των Γιουγκοσλάβων να αποσαφηνίσουν ευθύς εξαρχής τη στάση τους δημιούργησε μεγάλα προβλήματα στην ελληνική πλευρά. Μετά τη γιουγκοσλαβική μεταπολίτευση, υπήρξαν επαφές Ελλήνων και Γιουγκοσλάβων, σε επίπεδο επιτελών αξιωματικών, με σκοπό την από κοινού αντιμετώπιση της επικείμενης γερμανικής απειλής.

Κατ’ αρχήν ο Έλληνας αρχιστράτηγος Παπάγος ζήτησε από τους Γιουγκοσλάβους να επιτεθούν στο αριστερό πλευρό της ιταλικής διάταξης στην Αλβανία, που στηριζόταν στη λίμνη Αχρίδα, σε συνδυασμό με επίθεση των ελληνικών δυνάμεων του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ). Στόχος του Παπάγου ήταν να ριχτούν οι Ιταλοί στη θάλασσα, πριν την πλήρη εμπλοκή των Γερμανών.

Επίσης, σε συνάντηση που είχε με Γιουγκοσλάβο συνταγματάρχη του γενικού επιτελείου, ανέφερε τους φόβους του ότι το γιουγκοσλαβικό σχέδιο άμυνας δεν έδινε σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Καλούσε λοιπόν τους Γιουγκοσλάβους να οργανωθούν αμυντικά στην περιοχή από την Αχρίδα, μέχρι τα Κρούσια όρη, καλύπτοντας με τον όγκο των δυνάμεων τους τον τομέα Δοϊράνη – Μοναστήρι – Φλώρινα.

Με τον τρόπο αυτό οι Γιουγκοσλάβοι θα εγκατέλειπαν αμαχητί το μεγαλύτερο μέρος της χώρας τους στον εχθρό, όμως θα δημιουργούνταν σταθερό μέτωπο, εφοδιαζόμενο από την Θεσσαλονίκη, το οποίο δεν θα μπορούσε να υπερφαλαγγιστεί, ούτε θα ήταν εύκολο να διασπαστεί.

Οι Γιουγκοσλάβοι δεν δέχτηκαν την εισήγηση αυτή και ανέπτυξαν τις 29 Μεραρχίες Πεζικού (ΜΠ) και τις 3 Μεραρχίες Ιππικού (ΜΙ) τους, γραμμικά, κατά μήκος των εκτεταμένων συνόρων τους (μήκους 3.000 χλμ. περίπου), από τα ιταλικά σύνορα στις ακτές της Αδριατικής, τα ουγγρικά σύνορα, τα ρουμανικά, σύνορα, τα βουλγαρικά σύνορα και τα σύνορα με την Αλβανία, αφήνοντας μόνο μια ΜΠ στην περιοχή των Σκοπίων, η οποία θα μπορούσε να συνεργαστεί με τον Ελληνικό Στρατό.

Η ελαττωματική αυτή, γραμμική, διάταξη, αποτελούσε το επιστέγασμα της καταστροφής. Ο όγκος των δυνάμεών τους όχι μόνο αναπτύχθηκε γραμμικά, αλλά και δεν υπήρξε πρόνοια για τον σχηματισμό σοβαρών εφεδρικών μαζών.

Επίσης, με την έναρξη της γερμανικής εισβολής ολόκληρες μονάδες Κροατών σκότωσαν τους Σέρβους αξιωματικούς τους και παραδόθηκαν στους Γερμανούς. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις συμπολέμησαν με τους εισβολείς. Όσον αφορά τα όποια σχέδια για την κοινή δράση με τους Έλληνες, έστω και μόνο της ΜΠ που τηρούσαν στα Σκόπια, ούτε αυτά πραγματοποιήθηκαν, καθώς η διάλυση σάρωσε τον Γιουγκοσλαβικό Στρατό, σε τρεις μόλις μέρες.

Το γεγονός αυτό, της διάλυσης ενός στρατού 32 μεραρχιών σε τρεις μέρες αποτέλεσε και τον μεγαλύτερο στρατηγικό αιφνιδιασμός που πέτυχαν οι Γερμανοί. Ο Παπάγος δεν πίστευε στην γιουγκοσλαβική νίκη. Θεωρούσε όμως ότι ο Γιουγκοσλαβικός Στρατός, ή έστω ένα μεγάλο κομμάτι του, θα κατόρθωσε να υποχωρήσει μαχόμενος και να λάβει θέσεις μεταξύ Φλώρινας και Δοϊράνης.

Πίστευε επίσης ότι οι Γιουγκοσλάβοι θα άντεχαν επιπλέον μερικές μέρες, δίνοντάς του τον απαραίτητο χρόνο να τροποποιήσει τη διάταξή μάχης του Ελληνικού Στρατού, ανάλογα με τους κύριους άξονες εφόδου των Γερμανών. Δυστυχώς τίποτα από τα δύο δεν συνέβη.

Η μόνη δε συνδρομή των Γιουγκοσλάβων στον αγώνα του Ελληνικού Στρατού ήταν ένας ημίωρος βομβαρδισμός με όλμους, των ιταλικών θέσεων, στις 8 Απριλίου. Αυτή ήταν και η μόνη προσφορά τους στον ελληνικό αγώνα.