«Η επίθεση των Νεκρών», 60 Ρώσοι κατά 7.000 Γερμανών (vid.)

Παντελής Καρύκας
1198

Το φρούριο του Οσοβιέτς βρίσκεται στη βορειανατολική Πολωνία. Κτίστηκε στο διάστημα 1882-92 με στόχο την κάλυψη της ρωσικής, τότε, Πολωνίας από γερμανική επίθεση από την Ανατολική Πρωσία. Κτίστηκε επί του ποταμού Μπιέμπρζα, βόρεια του Μπιαλιστόκ, σε απόσταση 50 χλμ. από τα σύνορα.

Το φρούριο καλυπτόταν από τα έλη γύρω από τον ποταμό και δεν μπορούσε να παρακαμφθεί. Το φρούριο ήλεγχε επίσης την σιδηροδρομική γραμμή Βιάλιστοκ – Κένιγκσμπεργκ. Με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το φρούριο κατέστη κύριο εξάρτημα της ρωσικής άμυνας στην περιοχή. Μετά την καταστροφική για τους Ρώσους μάχη στο Τάνεμπεργκ οι Γερμανοί κινήθηκαν και κατά του φρουρίου, τον Σεπτέμβριο του 1914.

Οι Γερμανοί επιτέθηκαν με δύναμη σώματος στρατού (40 τάγματα πεζικού) ενισχυμένοι με βαρύ πυροβολικό – τουλάχιστον 60 βαριά πυροβόλα μεγάλου διαμετρήματος. Μέχρι τις 21 Σεπτεμβρίου το γερμανικό πεζικό πίεζε σκληρά τους υστερούντες αριθμητικά Ρώσους κερδίζοντας χώρο για την ανάπτυξη του πυροβολικού τους.

Τα βαριά γερμανικά πυροβόλα ανέλαβαν δράση από τις 26 Σεπτεμβρίου. Μετά από εντατικό βομβαρδισμό δύο ημερών, στις 28 Σεπτεμβρίου, το γερμανικό πεζικό εξόρμησε. Ωστόσο οι Ρώσοι πολέμησαν μανιασμένα και απέκρουσαν την επίθεση. Παράλληλα, με αντεπίθεση, οι Ρώσοι κέρδισαν κρίσιμο έδαφος, υποχρεώνοντας τους Γερμανούς να αναδιατάξουν τα βαριά τους πυροβόλα σε σημείο που δεν μπορούσαν να πλήξουν το οχυρό.

Νέα γερμανική επίθεση

Στις 3 Φεβρουαρίου 1915 οι Γερμανοί επιτέθηκαν και πάλι. Χρειάστηκαν πέντε ημέρες άγριας πάλης για να καταλάβουν την πρώτη ρωσική γραμμή άμυνας. Οι Ρώσοι υποχώρησαν στη δεύτερη γραμμή χαρακωμάτων τους όπου απέκρουσαν όλες τις γερμανικές εφόδους. Οι Γερμανοί εκμεταλλεύτηκαν τα εδαφικά τους κέρδη για να μεταφέρουν και πάλι βαρύ πυροβολικό σε θέσεις από όπου μπορούσε να πλήξει το φρούριο.

Συνολικά 360 γερμανικά πυροβόλα διαμετρήματος 100-420χλστ. άρχισαν να βομβαρδίζουν τις ρωσικές θέσεις. Εντός μιας εβδομάδας τα γερμανικά πυροβόλα είχαν εξαπολύσει 250.000 οβίδες κατά των ακαταπόνητων, παρόλα αυτά, Ρώσων, ενώ τα ελαφρύτερα πυροβόλα είχαν βάλλει σχεδόν 1.000.000 οβίδες.

Η ρωσική ανώτατη διοίκηση, θεωρώντας βέβαιη την κατάληψη του φρουρίου, ζήτησε από την φρουρά να κρατήσει, ει δυνατόν, άλλες 48 ώρες για να απομακρυνθούν πολίτες. Το φρούριο όμως δεν έπεσε παρά τις επιθέσεις και τους βομβαρδισμούς.

Η επίθεση των νεκρών

Έτσι ήρθε το καλοκαίρι με τους Γερμανούς πάντα καθηλωμένους ενώπιον του φρουρίου. Στις 6 Αυγούστου 1915 οι Γερμανοί εκτόξευσαν νέα ισχυρή επίθεση με 14 τάγματα πεζικού, ένα τάγμα μηχανικού και 30 πυροβολαρχίες, αλλά και για πρώτη φορά, χημικά αέρια.

Εκείνη την περίοδο στο φρούριο αμυνόταν 900 μόλις Ρώσοι – 500 άνδρες του 226ου Συντάγματος Πεζικού και 400 άνδρες της εθνοφρουράς. Αφού πρώτα αφέθηκαν τα αέρια, έναντι των οποίων οι Ρώσοι δεν είχαν καμία άμυνα, 7.000 Γερμανοί στρατιώτες εξόρμησαν.

Στην πρώτη ρωσική γραμμή χαρακωμάτων όμως ήρθαν αντιμέτωποι με τους άνδρες του 13ου Λόχου του 226ου Συντάγματος. Οι Ρώσοι, φτύνοντας αίμα από τους καμένους από τα αέρια πνεύμονες τους, νεκροί ουσιαστικά, ξεπετάχθηκαν σαν φαντάσματα μέσα από τα χαρακώματα και αντεπιτέθηκαν με όση ζωή τους είχε απομείνει. Περίπου 60 Ρώσοι στρατιώτες, υπό τον ανθυπολοχαγό Βλαντίμιρ Κοτλίνσκι, έτρεψαν σε φυγή χιλιάδες Γερμανούς.

Ο γενναίος ανθυπολοχαγός πάντως δεν επέζησε της μάχης. Οι Γερμανοί πανικόβλητοι τράπηκαν σε φυγή. Ήταν η τελευταία νίκη των Ρώσων. Στις 18 Αυγούστου αποφασίστηκε η εκκένωση του φρουρίου διότι οι ρωσικές δυνάμεις εκατέρωθεν αυτού είχαν ηττηθεί και το φρούριο κινδύνευε με περικύκλωση.

Ο Σεργκεί Χμελκόφ που επέζησε της επίθεσης ανέφερε: «Κάθε ζωντανός εκτός των οχυρώσεων είχε πεθάνει… το γρασίδι έγινε μαύρο, τα λουλούδια πέθαναν και τα τρόφιμα δηλητηριάστηκαν»…