Η σφαγή των γενναίων - Η άλωση της Άμιδας από τους Πέρσες

Καρύκας Παντελής
718

Η Άμιδα, το σημερινό Ντιγιαρμπακίρ, της σημερινής Τουρκίας, αποτελούσε, από την αρχαιότητα σημαντικό πέρασμα από την Μεσοποταμία προς τη Μικρά Ασία. Το 502 μ.Χ. ο Πέρσης βασιλιάς Καβάδ κήρυξε πόλεμο στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Αφού κατέλαβε τη Θεοδοσιούπολη, ο Καβάδ, συνέχισε την πορεία του προς την Άμιδα. Οι Πέρσες προσέγγισαν στις 5 Οκτωβρίου του 502 μ.Χ. Η πόλη δεν διέθετε καν φρουρά στρατιωτών. Ωστόσο οι πολίτες της συγκεντρώθηκαν και ομόφωνα αποφάσισαν να υπερασπίσουν την πόλη τους.

Οι Πέρσες σταδιακά περικύκλωσαν την πόλη και άρχισαν τη τακτική της πολιορκία. Οι πηγές δεν αναφέρουν την αριθμητική δύναμη του στρατού των πολιορκητών, ούτε τον αριθμό των μάχιμων πολιτών στην Άμιδα. Οι τελευταίοι πρέπει να πολέμησαν στο σύνολό τους –άνδρες γυναίκες και παιδιά– αφού οι πηγές αναφέρουν ότι ακόμα και οι μοναχοί είχαν λάβει τα όπλα και φρουρούσαν τμήμα του τείχους.

Ο Καβάδ διέταξε τους άνδρες του να αρχίσουν να κατασκευάζουν έναν κεκλιμένο επίπεδο από χώμα (ράμπα) το οποίο θα έφτανε στο ύψος των τειχών και θα τους επέτρεπε να εισβάλουν. Οι κάτοικοι όμως άρχισαν να σκάβουν κρυφά, κάτω από το κεκλιμένο επίπεδο, έχοντας ανοίξει τρύπα στη βάση του τείχους, αφαιρώντας το χώμα, από κάτω και μεταφέροντάς το στην πόλη, για να μη γίνει αντιληπτή η ενέργειά τους από τους Πέρσες. Οι κάτοικοι εργάστηκαν πυρετωδώς, και αφαίρεσαν μεγάλη ποσότητα χώματος, τοποθετώντας παράλληλα υποστυλώματα, τα οποία είχαν εμποτίσει με εύφλεκτες ύλες.

Όταν οι Πέρσες επιχείρησαν να επιτεθούν έβαλαν φωτιά στα υποστυλώματα και ξαφνικά, το κεκλιμένο επίπεδο κατέρρευσε, μαζί με τον κριό και εκατοντάδες Πέρσες στρατιώτες. Η αποτυχία αυτή και οι βαριές απώλειες που υπέστη ο στρατός του έπεισαν τον Καβάδ να μην επιχειρήσει νέα έφοδο, άμεσα τουλάχιστον. Αποφάσισε τότε να εκτελέσει επιδρομές στην γύρω περιοχή. Την ίδια ώρα, οι Άραβες σύμμαχοι των Περσών είχαν φτάσει καίγοντας, σφάζοντας και λεηλατώντας μέχρι την Έδεσσα της Μεσοποταμίας.

Μόνο οι αιχμάλωτοι που οι Άραβες έσυραν πίσω τους δεμένους, έφτασαν τους 18.500 ανθρώπους, κυρίως γυναίκες και παιδιά, καθώς οι άνδρες σφάζονταν, συνήθως. Επίσης τα βάρβαρα αραβικά στίφη άρπαξαν τεράστιο αριθμό ζώων και κάθε άλλο είδος. Μόνο η καλά οχυρωμένη και φρουρούμενη μεσοποταμιακή μητρόπολη της Έδεσσας γλίτωσε από την καταστροφή. Ενώ συνέβαιναν αυτά ο Καβάδ συνέχισε να πολιορκεί την Άμιδα, με τον στρατό του να υφίσταται τεράστιες απώλειες, λόγω του ψύχους, αλλά και της αντίστασης των κατοίκων. Ο Καβάδ αποφάσισε να ανακατασκευάσει το κεκλιμένο επίπεδο που είχε καταπέσει.

Οι κάτοικοι όμως είχαν άλλη γνώμη. Κατασκεύασαν μια τεράστια λιθοβόλα μηχανή, η οποία, έριχνε βλήματα βάρους 150 κιλών. Η μηχανή αυτή κατέστρεψε και έναν ακόμα τεραστίων διαστάσεων περσικό κριό και σκότωσε όλους τους Πέρσες στρατιώτες που τον χειρίζονταν. Η πολιορκία συνεχιζόταν για τρίτο μήνα –είχε ήδη έρθει ο Ιανουάριος του 503– και ο Καβάδ το μόνο που είχε να επιδείξει ήταν 50.000 απώλειες του στρατού του!

Ο Καβάδ όμως ήταν αποφασισμένος να πάρει την πόλη με κάθε θυσία. Οι Πέρσες εντόπισαν τότε έναν κάτοικο, ο οποίος έβγαινε από μια κρυφή δίοδο από την πόλη, αναζητώντας τρόφιμα. Τον παρακολούθησαν και ανακάλυψαν τη δίοδο. Τα υπόλοιπα ήταν εύκολα. Ένα τμήμα του στρατού του πέρασε από τη δίοδο, την ώρα που το κύριο σώμα εκτέλεσε έφοδο. Οι κάτοικοι αντιστάθηκαν γενναία, αλλά, τελικά επικράτησε η αριθμητική υπεροχή των Περσών και ύστερα από άγρια τειχομαχία πολλών ωρών, οι Πέρσες εισήλθαν στην πόλη, ύστερα από πολιορκία 80 ημερών, το μεσημέρι της 11ης Ιανουαρίου του 503 μ.Χ.

Ακολούθησε ένα απίστευτο όργιο αίματος και καταστροφής. «Κατέστρεψαν την πόλη, καταπάτησαν τα ιερά σκεύη και τις αγίες τράπεζες, άρπαξαν τα πάντα από τις εκκλησίες και αιχμαλώτισαν τους επιζώντες, εκτός από μερικούς γέρους και μερικούς που είχαν καταφέρει να κρυφτούν», θρηνεί ο ψευδό-Ιησούς ο στηλίτης, στο χρονικό του.

Ο ψευδό-Ιησούς, μάλλον υπερβάλλοντας, υπολογίζει τον αριθμό των νεκρών σε 80.000. Αυτό πάντως που προκαλεί εντύπωση είναι η αναφορά του στους τρόπους θανάτωσης των κατοίκων από τους Πέρσες, οι οποίοι, άλλους μεν λιθοβόλησαν, έξω από την πόλη, άλλους έπνιξαν στον ποταμό Τίγρη και άλλους παλούκωσαν, διαπερνώντας τις κοιλιές τους.