Μπους, Σαντάμ, όπλα μαζικής καταστροφής & Ιρανός πράκτορας

Παντελής Καρύκας
470

To 2003 ο πόλεμος στο Ιράκ ξεκίνησε μετά από μια προσεκτικά ενορχηστρωμένη εκστρατεία παραπληροφόρησης σχετικά με το, υποτιθέμενο, οπλοστάσιο όπλων μαζικής καταστροφής του Σαντάμ Χουσεΐν.

Κατά τη διάρκεια δείπνου στο σπίτι του τότε Αμερικανού αντιπροέδρου, 11 μήνες πριν την εισβολή στο Ιράκ, η συζήτηση είχε επικεντρωθεί στην ανάγκη έκπτωσης της σουνιτικής δικτατορίας του Σαντάμ και της αντικατάστασής της από μια δημοκρατική κυβέρνηση. Αν αυτό επιτυγχανόταν θα πυροδοτούνταν εξελίξεις, προς την ίδια κατεύθυνση και στην εχθρική για το Ισραήλ Συρία.

Στις 26 Μαρτίου 1976 ο πρόεδρος της Αιγύπτου Ανουάρ Σαντάτ και ο Αμερικανός Τζίμι Κάρτερ υπέγραψαν την πρώτη συνθήκη ειρήνης μεταξύ ενός αραβικού κράτους και του Ισραήλ. Στις 26 Οκτωβρίου 1994 ήταν η σειρά του βασιλιά της Ιορδανίας Χουσεΐν να υπογράψει συνθήκη ειρήνης με το Ισραήλ, τερματίζοντας μια εμπόλεμη κατάσταση διάρκειας 46 χρόνων.

Στο δείπνο εκείνο, του αντιπροέδρου Ντικ Τσέινι, τα όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ ούτε καν αναφέρθηκαν. Οι παρευρισκόμενοι απλώς συμφώνησαν ότι η εισβολή θα πυροδοτούσε τις δημοκρατικές εξελίξεις στο Ιράκ, ώστε να κλείσει ο κύκλος της αραβικής ειρήνης γύρω από το Ισραήλ. Με τον τρόπο αυτό το Ισραήλ θα εξασφάλιζε ειρήνη για τα επόμενα χρόνια.

Τα ευγενή αυτά κίνητρα δεν είχαν σε τίποτα να κάνουν με όπλα μαζικής καταστροφής. Όλο το σκηνικό περί των πυρηνικών όπλων του Σαντάμ στήθηκε με βάση τις καταθέσεις ενός Ιρακινού αυτόμολου, ο οποίος, μετά από περιπέτειες, έφτασε στη Γερμανία. Ο εν λόγω, ήταν γνωστός με την κωδική ονομασία Curveball.

Υψηλόβαθμα στελέχη της CIA πήγαν στη Γερμανία για να τον ανακρίνουν και η κυβέρνηση Μπους, κυριολεκτικά, κατάπιε(;) όσα αυτός ανέφερε. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Τόνι Μπλερ, πήγε στην Ουάσινγκτον και παραβρέθηκε σε συνεδρίαση του Κογκρέσου, στην οποία αναφέρθηκε ότι ο Δυτικός πολιτισμός κινδύνευε από τον Σαντάμ και κατά συνέπεια έπρεπε να αναληφθεί στρατιωτική δράση εναντίον του. Έτσι ελήφθη η απόφαση εισβολής στο Ιράκ για να καταστραφεί το πυρηνικό οπλοστάσιο του Σαντάμ.

Το μόνο πρόβλημα για το σενάριο σωτηρίας τους κόσμου ήταν το ότι ο Σαντάμ δεν είχε πυρηνικά όπλα. Ο δε Curveball παραδέχτηκε αργότερα ότι επινόησε όλη την ιστορία. Παρόλα αυτά κορυφαίοι Αμερικανοί αξιωματούχοι, όπως ο Κόλινς Πάουελ, υπουργοί, αλλά και ο αρχηγός της CIA, δήλωσαν στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ότι οι ΗΠΑ είχαν αποδείξεις περί της ύπαρξης όπλων μαζικής καταστροφής στο οπλοστάσιο του Σαντάμ Χουσεΐν, τα οποία αποτελούσαν απειλή για τον Δυτικό πολιτισμό. Όλα αυτά ήταν φυσικά ψεύδη.

Το κόστος του ψεύδους αυτού, το οποίο κάποιοι θέλησαν να πιστέψουν, ξεπέρασε το 1,9 τρισ. δολάρια, ενώ στοίχισε τη ζωή σε 4.486 Αμερικανούς. Άλλοι 32.222 Αμερικανοί τραυματίστηκαν. Στην ιρακινή πλευρά οι νεκροί έφτασαν τους 601.027 και 3 εκατομμύρια περίπου άνθρωποι εγκατέλειψαν τις εστίες τους.

Σύμφωνα με το Center for Public Integrity, η κυβέρνηση Μπους έκανε 935 ψευδείς δηλώσεις προς τους Αμερικανούς πολίτες και προς τη διεθνή κοινότητα, σχετικά με το Ιράκ, μεταξύ του 2001 και του 2003, όταν πραγματοποιήθηκε η εισβολή. Παρόλα αυτά η κοινή γνώμη στις συμμαχικές αραβικές χώρες δεν φαίνεται να πείστηκε και σε ποσοστό 96% και 68% σε Ιορδανία και Σαουδική Αραβία, αντίστοιχα, απέρριψε τις αμερικανικές αιτιάσεις.

Ίσως η πιο ντροπιαστική αποτυχία των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών αφορά την υπόθεση του Αχμέτ Τσαλαμπί, ο οποίος έγινε ο επίσημος αγαπημένος διαφόρων αμερικανικών νέο συντηρητικών think tanks στην Ουάσινγκτον. Αυτά άσκησαν σοβαρή πίεση στην κυβέρνηση να απαντήσει με τα όπλα στην «πυρηνική απειλή» του Σαντάμ Χουσεΐν.

Ο Τσαλαμπί, ήταν πρόεδρος μια τράπεζας στην Ιορδανία, την οποία οδήγησε στη χρεοκοπία. Ήταν πανέξυπνος. Σπούδασε μαθηματικά στις ΗΠΑ και κατόπιν ίδρυσε την Τράπεζα Πέτρας στην Ιορδανία. Η Κεντρική Τράπεζα της Ιορδανίας, το 1989, έδωσε εντολή σε όλες τις τράπεζες της χώρας να τοποθετήσουν το 35% των αποθεματικών τους στην Τράπεζα Πέτρας του Τσαλεμπί.

Ο Τσαλαμπί πάντως, μετά τη χρεωκοπία, έφυγε από την Ιορδανία, ασφαλής, με μια από τις βασιλικές λιμουζίνες, που τον πήγε στη Δαμασκό και από εκεί μετέβη στο Λονδίνο. Από εκεί άρχισε να χρηματοδοτεί μια εκστρατεία παραπληροφόρησης κατά του Σαντάμ, το κόστος της οποίας ξεπέρασε τα 200 εκατ. δολάρια. Τα χρήματα προφανώς προέρχονταν από την χρεοκοπημένη του τράπεζα.

Ο ήρωας αυτός των αμερικανικών νέο συντηρητικών think tanks εμφανίστηκε έκτοτε πολλάκις στην αμερικανική τηλεόραση, ψευδόμενος κατά του Σαντάμ και του υποτιθέμενου πυρηνικού του οπλοστασίου, ώστε να τρομοκρατηθεί και πειστεί η αμερικανική κοινή γνώμη για την αναγκαιότητα της εισβολής.

Το 2003 το αμερικανικό Πεντάγωνο τον έστειλε στο Ιράκ, μαζί με το πρώτο κύμα των αμερικανικών δυνάμεων. Ήδη είχε ενταχθεί στο μισθολόγιο των αμερικανικών υπηρεσιών και προοριζόταν να γίνει ο πρώτος πρόεδρος του «απελευθερωμένου» Ιράκ. Ο Τσαλαμπί πραγματοποίησε πολλές επισκέψεις στην Τεχεράνη, συσκεπτόμενος με την εκεί ηγεσία, σχετικά με το μέλλον της περιοχής. Μέχρι δεν τον Μάιο του 2005 κατείχε τη θέση του αντιπροέδρου της ιρακινής κυβέρνησης. Οι επαφές του, όμως, με το Ιράν οδήγησαν στην έκπτωσή του από τον ρόλο του αγαπημένου παιδιού των Αμερικανών νεοσυντηρητικών.

Ο Τσαλαμπί, ωστόσο, όλο αυτό το διάστημα, είχε προμηθεύσει τους Αμερικανούς με εκατοντάδες πλαστά έγγραφα, μέσω των οποίων το καθεστώς του Σαντάμ συνδέονταν με την αλ Κάιντα. Οι γαλλικές μυστικές υπηρεσίες, είχαν πάντως από καιρό καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Τσαλαμπί ήταν Ιρανός πράκτορας, ο οποίος είχε ως αποστολή να οδηγήσει τις ΗΠΑ σε γεωπολιτική παγίδα.