Ισπανικός Εμφύλιος: Η εμπλοκή των ξένων δυνάμεων

Παντελής Καρύκας
568

Η Ισπανία σε όλη τη μακραίωνη ιστορία της είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον ξένων δυνάμεων στα εσωτερικά της. Στον νέο εμφύλιο όμως που ξέσπασε το 1936, λόγω της πολιτικής χροιάς του, αλλά και λόγω της περίπλοκης ευρωπαϊκής πολιτικής κατάστασης της εποχής, η Βρετανία προτίμησε να παραμείνει ουδέτερη.

Η ουδετερότητα αυτή οφειλόταν στο γεγονός ότι οι Βρετανοί πολιτικοί αντιπαθούσαν μεν τον Φράνκο, μισούσαν όμως παράλληλα και φοβούνταν τον κομμουνισμό.

Βρετανία, ΗΠΑ και Γαλλία

Φυσικά η ουδετερότητα της Βρετανίας λειτούργησε ουσιαστικά υπέρ του Φράνκο, αφού η Επιτροπή Μη Επέμβασης που συστήθηκε με πρωτοβουλία της Βρετανίας εμπόδιζε μεν τον εύκολο εφοδιασμό της δημοκρατικής Ισπανίας, αλλά όχι και της εθνικιστικής – δεν έπρεπε να εξοργιστούν οι Χίτλερ και Μουσολίνι, τη στιγμή μάλιστα που η Βρετανία επιχειρούσε να επαναπροσέγγισει τον Ιταλό δικτάτορα για να τον χρησιμοποιήσει ως αντίβαρο στην επεκτατική πολιτική του Χίτλερ.

Από την άλλη πλευρά, η Γαλλία, ανίσχυρη πολιτικά και βαθιά διχασμένη στο εσωτερικό, είχε εκ των πραγμάτων προσδεθεί στο βρετανικό άρμα ελπίζοντας έτσι να διασωθεί από την ολοένα εντεινόμενη γερμανική απειλή. Στο διάστημα από το 1918 ως το 1936 η Γαλλία βρισκόταν σε συνεχή κατάπτωση.

Όταν μάλιστα ξέσπασε ο ισπανικός πόλεμος, η νέα κυβέρνηση της Γαλλίας, η κυβέρνηση του «Λαϊκού Μετώπου» υπό τον Λεόν Μπλουμ, βρισκόταν μόλις στην έκτη εβδομάδα ζωής της. Ο Μπλουμ, και για ιδεολογικούς λόγους επιθυμούσε να ενισχύσει τη δημοκρατική Ισπανία.

Αυτό όμως θα έπρεπε να γίνει με άκρα μυστικότητα, ώστε να μην εξεγερθεί η γαλλική δεξιά αντιπολίτευση, οπαδοί της οποίας συγκρούονταν καθημερινά με οπαδούς της Αριστεράς στους δρόμους των γαλλικών μεγαλουπόλεων. Διακινδυνεύοντας ακόμα και την έκρηξη εμφυλίου πολέμου, ο Μπλουμ αποφάσισε να αποστείλει πολεμικό υλικό, κυρίως μαχητικά αεροσκάφη, στη δημοκρατική Ισπανία.

Η γαλλική Δεξιά όμως ανακάλυψε τη μυστική συμφωνία και άρχισε μεγάλη επίθεση κατά του Μπλουμ «ο οποίος, αδιαφορώντας για τις αμυντικές ανάγκες της Γαλλίας, έσπευδε να ενισχύσει τους ομοϊδεάτες του». Μοιραία ο Μπλουμ υπαναχώρησε επισήμως. Ανεπισήμως οι γαλλικές αεροναυπηγικές εταιρείες πουλούσαν αεροσκάφη, χωρίς όμως τον οπλισμό τους, στη δημοκρατία.

Την ίδια ώρα η δημοκρατική κυβέρνηση της Ισπανίας απέστειλε αντιπροσώπους της στη Γαλλία με αίτημα την αγορά φορητού οπλισμού και πυροβόλων. Πράγματι η κυβέρνηση Μπλουμ πούλησε όπλα στη δημοκρατία.

Φρόντισε όμως να της πουλήσει ότι παλαιότερο είχε στις αποθήκες του ο Γαλλικός Στρατός, και μάλιστα σε πολύ υψηλές τιμές. Ακόμα και αυτές οι παραδόσεις υλικού όμως έπρεπε να σταματήσουν. Η Βρετανία προειδοποίησε τη Γαλλία ότι αν συνέχιζε να ενισχύει τη δημοκρατία, η ίδια δεν θα μπορούσε να αποτρέψει τους δικτάτορες να ενισχύουν τον Φράνκο.

Υπήρχε άλλωστε ο κίνδυνος ο ισπανικός πόλεμος να κλιμακωθεί και να προκαλέσει την έκρηξη νέου ευρωπαϊκού πολέμου, όπως τόνισε ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Άντονι Ίντεν στον Γάλλο ομόλογό του Ντελμπός.

Αργότερα, ο Ντελμπός εξομολογήθηκε ότι κατά τη διάρκεια των συνομιλιών ο Ίντεν του είχε αναφέρει ότι ο ίδιος προτιμούσε να νικήσουν οι εθνικιστές από το να δει την Ισπανία «κόκκινη».

Υπό αυτό το πρίσμα θα πρέπει μάλλον να ιδωθεί και η βοήθεια που ήδη είχαν προσφέρει οι Βρετανοί στον Φράνκο τις πρώτες μέρες εκδήλωσης του κινήματος, αλλά και πριν, κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του.

Η βρετανική βάση του Γιβραλτάρ είχε καταστεί κέντρο διασποράς της εθνικιστικής προπαγάνδας προς τον δυτικό κόσμο. Από τους εθνικιστές πρόσφυγες που είχαν καταφύγει εκεί οι Βρετανοί δημοσιογράφοι εκμαίευαν ιστορίες φρίκης σχετικά με την «ερυθρή λαίλαπα» που έπληττε την Ισπανία, τις οποίες φρόντιζαν να κάνουν γνωστές σε όλον τον κόσμο.

Επίσης, τα μέσα επικοινωνιών της βάσης εξυπηρετούσαν τον στρατό των κινηματιών, στα πρώτα και κρίσιμα στάδια του πολέμου. Την ίδια ώρα το βρετανικό θωρηκτό «Queen Elizabeth» απέτρεπε τον δημοκρατικό στόλο από τον βομβαρδισμό του ελεγχόμενου από τους εθνικιστές λιμένα της Αλγκεθίρα.

Οι Αμερικανοί επίσης τηρούσαν επισήμως ουδέτερη στάση. Αμερικανικών συμφερόντων όμως εταιρείες βοήθησαν όσο μπορούσαν τον Φράνκο. Κατά τη διάρκεια του πολέμου οι εθνικιστές παρέλαβαν περισσότερους από 3.500.000 τόνους πετρελαίου με πίστωση από αμερικανικές εταιρείες.

Άλλες εταιρείες, όπως η Ford ή η ΙΤΤ, ενίσχυσαν οικονομικά και υλικά τους εθνικιστές, αλλά και τους Γερμανούς στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, λίγο αργότερα. Ο ίδιος ο Ισπανός υφυπουργός Εξωτερικών δήλωνε σε κλειστό κύκλο το 1945 ότι «χωρίς το αμερικανικό πετρέλαιο, χωρίς τα αμερικανικά οχήματα και χωρίς τις αμερικανικές πιστώσεις, δεν υπήρχε περίπτωση να κερδίσουμε τον εμφύλιο πόλεμο».

Και όμως, ήταν η στάση των δυτικών δυνάμεων που ανάγκασε τη δημοκρατία να καταστεί φέουδο του Στάλιν.

Γερμανία και Ιταλία

Από τη στιγμή που η Σοβιετική Ένωση ήταν η μόνη χώρα που προμήθευε αφειδώς όπλα στους Δημοκρατικούς, ήταν απολύτως λογικό να ισχυροποιηθούν οι Ισπανοί κομμουνιστές και να γίνουν τελικά οι ρυθμιστές της κατάστασης και οι κυρίαρχοι στη δημοκρατική Ισπανία, μαζί με τους χιλιάδες «συμβούλους» που έστειλε ο Στάλιν.

Είναι δεδομένο ότι από ένα σημείο και έπειτα η δημοκρατική κυβέρνηση ουσιαστικά δεν υφίστατο. Με την ισχύ των ρωσικών όπλων η δημοκρατική Ισπανία κυβερνώνταν από τους κομμουνιστές.

Οι στρατιωτικοί, πριν καν επιχειρήσουν το κίνημά τους, είχαν έρθει σε επαφή με τους Γερμανούς και τους Ιταλούς. Ο αρχηγός του κινήματος, στρατηγός Σανχούρχο, την ημέρα που ξέσπασε το κίνημα –19 Ιουλίου– είχε εξουσιοδοτήσει τον Λουίς Μπολίν -μετέπειτα αξιωματικό πληροφοριών του Φράνκο- να μεταβεί στη Ρώμη και να ζητήσει εκ μέρους του βοήθεια από τον Μουσολίνι.

Την ίδια μέρα ο Σανχούρχο σκοτώθηκε σε αεροπορικό «δυστύχημα» σχεδιασμένο από τον Φράνκο, σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ο οποίος και τον διαδέχθηκε στην ηγεσία του κινήματος. Ο Μπολίν έγινε δεκτός από τους Τσιάνο και Μουσολίνι, οι οποίοι με ενθουσιασμό δέχτηκαν να βοηθήσουν «στην εξόντωση του κομμουνισμού στη Μεσόγειο».

Στις 30 Ιουλίου ο Μπολίν έφτανε με 9 ιταλικά βομβαρδιστικά στο Μαρόκο. Αυτά όμως ήταν μόνο μια μικρή προκαταβολή από τον Ιταλό δικτάτορα.

Σύντομα οι εθνικιστές θα ενισχύονταν με μαχητικά Fiat 32, αρματίδια CV 33/35 , βαρύ πυροβολικό και ένα Σώμα Στρατού, δύναμης τεσσάρων μεραρχιών στο απόγειο της ισχύος του έδρασε στην Ισπανία. Αργότερα η Ιταλία πούλησε ακόμα και υποβρύχια στους εθνικιστές την ώρα που τα υποβρύχια του Ιταλικού Ναυτικού απέκλειαν τα δημοκρατικά λιμάνια και βύθιζαν τα σοβιετικά πλοία.

Η Ιταλία ήταν η χώρα που βοήθησε καταλυτικά τον Φράνκο, υπολογίζοντας στη συμμαχία του κατά των Βρετανών όταν θα ξεκινούσε ο νέος μεγάλος πόλεμος.

Αντίθετα, η Γερμανία του Χίτλερ περιορίστηκε στην αποστολή ποιοτικής και όχι ποσοτικής ενίσχυσης, με το αζημίωτο φυσικά. Ο ίδιος ο Φράνκο ζήτησε αρχικά να του διατεθούν τα μεταγωγικά Ju 52, με τα οποία πέρασε τη Στρατιά της Αφρικής από το Μαρόκο στην Ισπανία.

Ωστόσο, η σημασία αυτής της αερογέφυρας έχει μάλλον υπερτιμηθεί. Στις πρώτες κρίσιμες μέρες τα Ju 52 δεν μετέφεραν περισσότερους από 1.500 στρατιώτες στο μητροπολιτικό ισπανικό έδαφος.

Χρειάστηκαν δύο περίπου μήνες για να περάσουν τα αφρικανικά στρατεύματα σε ευρωπαϊκό έδαφος. Η δε μεταφορά της συντριπτικής πλειοψηφίας τους έγινε με πλοία, χάρη στην αδράνεια που δημοκρατικού στόλου, ο οποίος βεβαίως διοικούνταν από επαναστατική επιτροπή ναυτών.

Στα μέσα Αυγούστου, οι Γερμανοί έστειλαν 20 μεταγωγικά Ju 52 και 6 διπλάνα καταδιωκτικά Heinkel 51. Σταδιακά εστάλησαν και άλλα αεροσκάφη, αντιαεροπορικά πυροβόλα και ελαφρά άρματα μάχης Pz I. Τα τελευταία συνόδευσε στην Ισπανία ο συνταγματάρχης φον Τόμα, που έμελλε να γίνει αργότερα ο τελευταίος διοικητής του περίφημου Άφρικα Κόρπς.

Οι γερμανικές αεροπορικές και αντιαεροπορικές μονάδες στην Ισπανία συντάχθηκαν τον Νοέμβριο του 1936 υπό ενιαία διοίκηση, συγκροτώντας τη «Λεγεώνα Κόνδωρ» (αρχικά η λεγεώνα διέθετε 36 μόλις μαχητικά He 51 και άλλα τόσα μεταγωγικά Ju 52 μετασκευασμένα σε βομβαρδιστικά).

Αντίθετα με τα όσα διακήρυττε η δημοκρατική προπαγάνδα, η γερμανική βοήθεια προς τους εθνικιστές δεν ήταν ούτε ποσοτικά ούτε ποιοτικά ανάλογη της λαμβανομένης από τη δημοκρατία σοβιετικής.

Τα γερμανικά μαχητικά αεροσκάφη He 51 ήταν σαφώς κατώτερα σε επιδόσεις των σοβιετικών καταδιωκτικών Polikarpov I 15 που χρησιμοποιούσαν αρχικά οι Δημοκρατικοί και εντελώς ξεπερασμένα απέναντι στα επίσης σοβιετικά Polikarpov Ι 16 που απέστειλαν αργότερα οι Σοβιετικοί.

Μόνο από την άνοιξη του 1937 και μετά, με την άφιξη των πρώτων καταδιωκτικών Μesserschmitt Βf 109 B, μπορεί να λεχθεί ότι η λεγεώνα «Κόνδωρ» απέκτησε ποιοτική ισότητα απέναντι στη δημοκρατική Αεροπορία.

Η υπεροχή των Γερμανών έναντι των Σοβιετικών και των δημοκρατικών Ισπανών έγκειτο στην καλύτερη εκπαίδευση των πληρωμάτων τους καθώς και στην ικανότητά τους να ενεργούν εν στενώ συνδέσμω με τις χερσαίες δυνάμεις.

Αντίθετα, η δημοκρατική Αεροπορία ουδέποτε κατόρθωσε να υποστηρίξει με επιτυχία τις φίλιες χερσαίες δυνάμεις, ακόμα και αν είχε κατορθώσει να αποκτήσει τοπική αεροπορική υπεροχή.

Στον τομέα των αρμάτων μάχης επίσης οι Δημοκρατικοί υπερείχαν ως το τέλος του πολέμου ποιοτικά και κατά περίσταση και αριθμητικά. Οι εθνικιστές χρησιμοποίησαν κυρίως ιταλικά αρματίδια Cv 33/35, τα οποία είχαν λεπτότατη θωράκιση, διατρητή κατά περίπτωση ακόμα και από πολυβόλα, και ήταν οπλισμένα με ένα ή δύο πολυβόλα.

Τα δε γερμανικά άρματα Pz I ήταν επίσης ελαφρά θωρακισμένα και οπλισμένα με δύο πολυβόλα των 7,92 χιλ. Μόνο τους τελευταίους μήνες του πολέμου απέστειλαν οι Γερμανοί στην Ισπανία άρματα Pz II, οπλισμένα με πυροβόλο των 20 χιλ., τα οποία όμως δεν πρόλαβαν να συμμετάσχουν.

Απέναντι στα άρματα αυτά οι Δημοκρατικοί διέθεταν τα εξαίρετα σοβιετικά ελαφρά άρματα Τ-26 και ΒΤ-7 τα οποία ήταν οπλισμένα με πυροβόλο των 45 χιλ., ικανό να κομματιάσει τα εθνικιστικά άρματα από μεγάλη απόσταση.

Επίσης, στον τομέα των αντιαρματικών όπλων οι εθνικιστές ήταν κυρίως εξοπλισμένοι με τα γερμανικά αντιαρματικά πυροβόλα PAK 36 των 37 χιλ. και τα άχρηστα ιταλικά αντιαρματικά πυροβόλα των 47 χιλ.

Οι Δημοκρατικοί από την πλευρά τους διέθεταν σοβιετικά αντιαρματικά πυροβόλα των 45 χιλ. και γαλλικά των 25 και των 47 χιλ. Δεν ήταν λοιπόν η έλλειψη πολεμικού υλικού που υποχρέωσε τη δημοκρατία σε ήττα.

Ήταν ο τραγικός τρόπος χειρισμού του υλικού αυτού, σε στρατηγικό, τακτικό αλλά και ατομικό επίπεδο. Σύμφωνα με έναν Βρετανό εθελοντή των Διεθνών Ταξιαρχιών, οι Ισπανοί δημοκρατικοί πολιτοφύλακες δεν είχαν καλές σχέσεις με τη συντήρηση του οπλισμού τους.

Ακόμα και μετά τη μάχη δεν φρόντιζαν ούτε για τον καθαρισμό του ατομικού τους τυφεκίου. Τα περισσότερα τυφέκια ήταν κατασκουριασμένα, σύμφωνα με τον Βρετανό εθελοντή.

Ο Χίτλερ αποφάσισε σωστά - όσον αφορούσε σχέδια του - να εμπλακεί στην Ισπανία με το μικρότερο δυνατό κόστος και το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος. Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος του επέτρεπε να αποσπάσει την προσοχή της διεθνούς κοινής γνώμης από την κεντρική Ευρώπη και τις ενέργειες του εκεί.

Έστρεφε τα ενοχλητικά βλέμματα μακριά από το εσωτερικό της Γερμανίας στην Ισπανία και ενίσχυε τη διεθνή θέση της Γερμανίας. Από την άλλη, ο Χίτλερ πραγματικά επιθυμούσε την επικράτηση του Φράνκο, όχι τόσο για λόγους ιδεολογικής ταύτισης μαζί του, όπως αρέσκονται να αναφέρουν οι αριστεροί ιστορικοί, αλλά για λόγους καθαρά πρακτικούς.

Ο Χίτλερ δεν ασκούσε συναισθηματική πολιτική, όπως ο Λατίνος σύμμαχός του Μουσολίνι. Μια εθνικιστική Ισπανία στοιχειοθετούσε αυτομάτως απειλή στα νώτα της αντιπάλου της Γερμανίας, της Γαλλίας. Παράλληλα η συμμαχία με τον Φράνκο θα του επέτρεπε να ελέγχει ουσιαστικά την είσοδο της Μεσογείου, και κατ’ επέκταση θα του επέτρεπε τον αποκλεισμό του βρετανικού στόλου.

Επίσης, ο Χίτλερ είχε και οικονομικά οφέλη. Όλες οι πληρωμές πολεμικού υλικού γίνονταν σε χρυσό ή σε άλλα στρατηγικά υλικά –κυρίως χαλκό- απαραίτητα για τη γερμανική πολεμική μηχανή η οποία την περίοδο εκείνη βρισκόταν υπό δημιουργία. Τέλος η Ισπανία αποτέλεσε για τον Γερμανό δικτάτορα ένα εκτεταμένο πεδίο δοκιμών των νέων τακτικών δογμάτων της Λουφτβάφε και της Πάντσερβάφε.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1940 ο Χίτλερ έθεσε υπό την κρίση του Φράνκο το σχέδιο «Φέλιξ», το οποίο αφορούσε την κατάληψη του Γιβραλτάρ από ένα γερμανικό Σώμα Στρατού, το οποίο θα περνούσε μέσα από το ισπανικό έδαφος.

Ο Φράνκο, αφού κέρδισε όσο περισσότερο χρόνο μπορούσε, απέρριψε τελικά το σχέδιο προς μεγάλη απογοήτευση του Χίτλερ. Ο πονηρός Ισπανός δεν επιθυμούσε την εμπλοκή της χώρας του στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην πλευρά μάλιστα των – όπως πίστευε – ηττημένων.

Η όλη βοήθεια του Φράνκο προς τον Χίτλερ κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου περιορίστηκε στην αποστολή της «Γαλάζιας Μεραρχίας» (Αθούλ) των εθελοντών της φάλαγγας στο Ανατολικό Μέτωπο το 1941) και σε ανεφοδιαστικές διευκολύνσεις σε γερμανικά πλοία και κυρίως υποβρύχια.

Σοβιετική Ένωση και Στάλιν

Από την άλλη πλευρά, ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος δεν απασχόλησε εξαρχής τον Σοβιετικό δικτάτορα Στάλιν. Το 1936 ο Στάλιν ετοιμαζόταν να αρχίσει τις εκκαθαρίσεις στον Ερυθρό Στρατό, εκκαθαρίσεις οι οποίες μετέβαλαν τον ισχυρότερο στρατό του κόσμου σε ένα άχρηστο, μαλθακό σώμα. Εξάλλου, τυχόν εμπλοκή του ίσως προκαλούσε πόλεμο με τη Γερμανία, ενδεχόμενο που ο Στάλιν απευχόταν.

Η σιγή του Σοβιετικού ηγέτη, όμως, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε ψιθύρους δυσαρέσκειας στους απανταχού κομμουνιστές. Ιδιαίτερα αντέδρασε ο εξόριστος Τρότσκι, ο οποίος κατηγόρησε τον (πολιτικό) αντίπαλό του για προδοσία της ισπανικής επανάστασης.

Ο Στάλιν λοιπόν, μην έχοντας άλλη επιλογή, αναγκάστηκε να αντιδράσει. Ξαφνικά ολόκληρη σοβιετική επικράτεια συνταράχτηκε από «αυθόρμητες» διαδηλώσεις των Σοβιετικών πολιτών υπέρ της δημοκρατικής Ισπανίας, προσφέροντας έτσι στον Στάλιν τη δικαιολογία που ζητούσε για να επέμβει.

Αρχικά, εστάλησαν «σύμβουλοι» στην Ισπανία, που είχαν ως αποστολή την «καθοδήγηση» του μικρού ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος και την διεύρυνσή του.

Από τον Οκτώβριο του 1936, άρχισαν οι μαζικές παραδόσεις πολεμικού υλικού και η αποστολή «στρατιωτικών» συμβούλων, Σοβιετικών αλλά και αλλοεθνών, κυρίως Ούγγρων, Ιταλών και Γερμανών κομμουνιστών.

Περί τους 4.000 Σοβιετικοί στρατιωτικοί σύμβουλοι υπηρέτησαν στην Ισπανία, κυρίως ως διοικητές σχηματισμών, ως καθοδηγητές μονάδων, ως ειδικοί στη χρήση αρμάτων μάχης και ως χειριστές αεροσκαφών.

Επίσης, η ΝΚVD η αντίστοιχη των SS οργάνωση της Σοβιετικής Ένωσης δημιούργησε ειδικό παράρτημα στη Μαδρίτη με επικεφαλής τον Ορλόφ. Ο πρέσβης της Σοβιετικής Ένωσης στη Μαδρίτη, Ρόζενμπεργκ, εξελίχθηκε σε ηγετική φυσιογνωμία για τα πολιτικά πράγματα στη δημοκρατική Ισπανία έως την «εκκαθάρισή» του από τον Στάλιν.

Ο στρατηγός Γκόριεφ ήταν επί της ουσίας ο διοικητής του Δημοκρατικού Στρατού στη Μαδρίτη, τον οποίο κατ’ επίφαση διοικούσε ο όχι ιδιαίτερα ικανός Ισπανός Μιάχα. Ειδικός σύμβουλος επί των αρμάτων μάχης ήταν ο στρατηγός Παυλόφ (κωδικό όνομα Πάμπλο), ο οποίος εκτελέστηκε από τον Στάλιν το 1941.

Επίσης στην Ισπανία εστάλη ο Ιλία Έρεμπουργκ και πλήθος Ευρωπαίων κομμουνιστών, μεταξύ των οποίων ξεχώριζαν ο Ιταλός Τολιάτι (γενικός γραμματέας του ΚΚΙ εν εξορία), οι Κλέμπερ, Βάλτερ, Γκαλ και Τσόπικ και ο γνωστός και σε εμάς τους Έλληνες Βούλγαρος Δημητρόφ, ο οποίος έμελε να διαδραματήσει σημαντικό ρόλο στην περίοδο 1943-49.

Συνολικά, η Σοβιετική Ένωση απέστειλε στη δημοκρατική Ισπανία περισσότερα από 1.000 μαχητικά αεροσκάφη και δεκάδες βομβαρδιστικά Tupolev SB 2. Πολλές ακόμα δεκάδες μαχητικών Ι 15 κατασκευάστηκαν στα εργοστάσια της δημοκρατίας με σοβιετική τεχνογνωσία.

Οι Δημοκρατικοί εξασφάλισαν άλλα 300 αεροσκάφη από άλλες πηγές, κυρίως από τη Γαλλία και τη Βρετανία και λίγα από τις ΗΠΑ. Οι Σοβιετικοί παραχώρησαν επίσης στη δημοκρατία τουλάχιστον 800 άρματα μάχης και 400 θωρακισμένα οχήματα, 1.500 πεδινά και αντιαρματικά πυροβόλα, 4.000.000 βλήματα πυροβόλων, 15.000 πολυβόλα και 500.000 τυφέκια. Σίγουρα η ήττα της δημοκρατίας δεν οφειλόταν λοιπόν στην έλλειψη υλικού.

Πρέπει πάντως να τονιστεί ότι η Σοβιετική Ένωση παραχώρησε το πολεμικό υλικό στη δημοκρατία με το αζημίωτο! Η τελευταία παραχώρησε «προς φύλαξη» το 70% των αποθεμάτων χρυσού της Ισπανίας στον Στάλιν.

Υποχρεώθηκε δε να πληρώσει 80.000 δολάρια (σε τιμές του 1936) στη Σοβιετική Ένωση ως μεταφορικά έξοδα για τον χρυσό! Σαν να μην έφτανε αυτό, ο Στάλιν ζήτησε και έλαβε άλλα 70.000 δολάρια για τα έξοδα αποθήκευσης του χρυσού, ενώ λάμβανε και άλλα 174.000 δολάρια κατ’ έτος για τα έξοδα φύλαξής του στα σοβιετικά θησαυροφυλάκια.

Η σοβιετική βοήθεια λοιπόν στοίχισε πολύ ακριβά στη δημοκρατία, ακριβότερα από ότι θα της στοίχιζε στην ελεύθερη αγορά, αν φυσικά μπορούσε να αγοράζει όπλα από την τελευταία. Σε κάθε περίπτωση πάντως η συμπεριφορά του Στάλιν ήταν επιεικώς κατάπτυστη και δεν είχε καμία σχέση με τα επαναστατικά ιδεώδη που με θράσος εξήγαγε στον υπόλοιπο κόσμο.

Το τραγικότερο βέβαια ήταν ότι στο όνομα αυτών των ιδεωδών πέθαιναν άνθρωποι. Φυσικά, οι αγνοί ιδεολόγοι κομμουνιστές δεν είχαν καμία σχέση με τις ατιμίες του «πατερούλη» Στάλιν. Πιστοί στην ιδεολογία τους, κατατάχθηκαν κατά χιλιάδες στις Διεθνείς Ταξιαρχίες, πολέμησαν και πολλοί πέθαναν υπερασπιζόμενοι τα πιστεύω τους.

Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες υπήρξαν δημιούργημα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, της γνωστής Κομιντέρν. Η ιδέα συγκρότησής τους ανήκε στον Γάλλο κομμουνιστή ηγέτη Μορίς Τορέ.

Η σκέψη του Τορέ ήταν να συγκροτήσει ένα στρατιωτικό σώμα αποτελούμενο από εξόριστους κυρίως κομμουνιστές από κάθε γωνιά της γης. Σταδιακά όμως στις ταξιαρχίες εντάχθηκαν και μη διωκόμενοι, ακόμα και μη κομμουνιστές – τουλάχιστον το 45% των ανδρών δεν ανήκαν σε κομμουνιστικά κόμματα.

Σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, τουλάχιστον 35.000 άνδρες πολέμησαν εντεταγμένοι στις ταξιαρχίες, προερχόμενοι από 53 διαφορετικές χώρες, περιλαμβανομένης της Ελλάδας και της Κύπρου.

Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν εργάτες, αγρότες ή άνεργοι, μικρή επαφή είχαν με τη «διαφώτιση» των κομμουνιστικών κομμάτων των χωρών τους και ελάχιστα ήταν σε θέση να γνωρίζουν σχετικά με το τι σημαίνει πόλεμος.

Όλοι τους πάντως είχαν καλές προθέσεις και η συμμετοχή τους στις ταξιαρχίες αποτελούσε συνειδητή επιλογή, για την οποία όμως πολύ σύντομα πολλοί από αυτούς μετάνιωσαν.

Η αντιστροφή αυτή είχε κυρίως να κάνει με τον τρόπο διοίκησης των ταξιαρχιών και με τον τρόπο της χρησιμοποίησής τους στις μάχες, αλλά και με τη συμπεριφορά ορισμένων κομματικών στελεχών.

Ένας από αυτούς, ο Γάλλος Αντρέ Μαρτί, ήταν υπεύθυνος, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε, για τις εκτελέσεις 500 τουλάχιστον «ταξιαρχιτών». Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν κατηγορηθεί είτε για δειλία ενώπιον του εχθρού είτε για κατασκοπία είτε για αντικομμουνιστική δράση.

Η τελευταία κατηγορία αποδιδόταν συνήθως σε ταξιαρχίτες οπαδούς άλλου, μη ορθοδόξου κομμουνιστικού δόγματος, όπως για παράδειγμα στους τροτσκιστές ή τους αναρχικούς.