Κασταντώνης... Ο σταυραετός των Αγράφων

Παντελής Καρύκας
673

Υπάρχουν ορισμένες μορφές στην ιστορία που ως διάττοντες αστέρες φωτίζουν και χάνονται, αφήνοντας όμως πίσω τους ζωηρή τη μνήμη. Μια τέτοια μορφή ήταν και ο Κατσαντώνης. Ο Αντώνης Μακρυγιάννης γεννήθηκε στο χωριό Μάραθος των Αγράφων. Ορισμένοι αναφέρουν πάντως ότι γεννήθηκε στο Βασταβέτσι της Ηπείρου. Οι πηγές δεν συμφωνούν ούτε για τη ημερομηνία γέννησής του. Η επικρατέστερη άποψη αναφέρει ότι γεννήθηκε το 1775.

Ο πατέρας του Ιωάννης ήταν τσέλιγκας. Νυμφεύθηκε την κόρη του καπετάν Δίπλα Αρετή και απέκτησε τέσσερα παιδιά, τον Αντώνη, τον Κώστα (που ονομάστηκε Λεπενιώτης επειδή γεννήθηκε στη Λεπενού του Ξηρομέρου), τον Γιώργο (που λεγόταν Χασιώτης διότι γεννήθηκε στα Χάσια), τον Χρήστο γνωστό ως «κούτσικο» (μικρό) και την Κατερίνα.

Κλέφτης

Ο Αντώνης ακολουθώντας τα χνάρια του πατέρα του ασχολήθηκε με την εκτροφή ζώων. Κάποιες πηγές αναφέρουν ότι νυμφεύτηκε και απέκτησε και έναν γιο. Αυτό όμως δεν επιβεβαιώνεται. Το πώς από τσελιγκόπουλο ο Αντώνης μετατράπηκε στον φοβερό για τους Τούρκους και Αλβανούς Κατσαντώνη, δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο.

Η επικρατέστερη θεωρία τον θέλει να σκοτώνει έναν Τούρκο που τον βασάνισε κατηγορώντας για ζωοκλοπή. Άλλες πηγές αναφέρουν ότι συνελήφθη μαζί με την πατέρα του με την ίδια κατηγορία. Όπως και να χει ο μικρόσωμος και ασθενικός Αντώνης, περί το 1800 ή το πιθανότερο το 1802 είχε βγει στο βουνό και εντάχθηκε στο κλέφτικο σώμα του παππού καπετάν Δίπλα. Μαζί του βγήκαν στο βουνό και τα αδέρφια του.

Ο διαβόητος Αλή Πασάς των Ιωαννίνων σε απάντηση συνέλαβε και σκότωσε τους γονείς του, έκαψε το σπίτι τους και άρπαξε την περιουσία τους. Όσον αφορά τη μετονομασία του σε Κατσαντώνη οι εκδοχές επίσης ποικίλουν. Μια από αυτές αναφέρει ότι η μητέρα του προσπαθώντας να το αποτρέψει από το να βγει στο βουνό του φώναζε «Κάτσε Αντώνη». Άλλοι λένε πως το Κατσά προέρχεται από το τουρκικό «κατσάν» που σημαίνει φυγόδικος.

Μάχες

Το 1803 ο Αλή έστειλε εναντίον του τον Ιλιάσμπεη με 300 Τουρκαλβανούς. Ο Κατσαντώνης όμως τους νίκησε και ο ίδιος σκότωσε τον αρχηγό τους. Το ίδιο έτος νίκησε στο Κεράσοβο ακόμα ισχυρότερο τουρκικό σώμα. Το 1804 στην Κεχρινιά, κοντά στην Κατούνα του Ξηρόμερου, διέλυσε το σώμα του Κουτζού Μουσταφά μπέη. Από τους 150 Τουρκαλβανούς σκοτώθηκαν οι 145 και οι άλλοι αιχμαλωτίσθηκαν, αλλά ο Κατσαντώνης τους χάρισε τη ζωή.

Ο Αλή αδυνατώντας να τον νικήσει προσπάθησε να προσεταιρισθεί τον Κατσαντώνη, αλλά δεν το κατόρθωσε. Αργότερα όμως έγινε αρματολός των Αγράφων για ένα διάστημα. Ακολούθησαν πολλές ακόμα μάχες. Τον Αύγουστο του 1806 νίκησε το σώμα του Τουρκαλβανού Αλούς Μπεράτη δυνάμεως 400 ανδρών. Τον Οκτώβριο του 1806 τραυματίσθηκε όμως σοβαρά σε μάχη με τους Τουρκαλβανούς του Μπεκίρ Τζογαδούρου και χρειάστηκε να μεταφερθεί στη Λευκάδα για αποθεραπεία. Έμεινε εκεί τρεις μήνες και ήρθε σε επαφή με τον Έλληνα σε ρωσική υπηρεσία Παπαδόπουλο με σκοπό τον ξεσηκωμό του Γένους.

Αργότερα μετέβη πάλι στη Λευκάδα και συμμετείχε στην «συνέλευση των Κλεφταρματολών» που συγκάλεσε ο Ιωάννης Καποδίστριας με σκοπό γενικευμένη επανάσταση κατά των Τούρκων. Στη Λευκάδα γνώρισε και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

Κατά την πορεία του όμως προς τη Λευκάδα οι Τουρκαλβανοί τον περίμεναν στη γέφυρα του Μανώλη στην Τατάρνα Ευρυτανίας. Εκεί δόθηκε σκληρή μάχη. Οι 1.500 Τουρκαλβανοί δεν μπόρεσαν όμως να νικήσουν τους 300 περίπου Έλληνες του Κατσαντώνη και του Κίτσου Μπότσαρη. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκε και ο παππούς του Κατσαντώνη καπετάν Δίπλας πολεμώντας με το σπαθί στο χέρι.

Επιστρέφοντας συνέχισε τη δράση του. Το 1807 έδωσε μεγάλη μάχη με 1.000 Τουρκαλβανούς, υπό τον Άγο Μουχουρντάρη. Πάνω από 150 εχθροί σκοτώθηκαν έναντι 12 Ελλήνων. Το 1808 πέτυχε μια ακόμα νίκη κατά του Χασάν Μπελούση. Στη μάχη έπεσαν 40 Τουρκαλβανοί και ένας μόνο Έλληνας.

Το ίδιο έτος, στο Προσηλιάκο, το σώμα του Κατσαντώνη, στο οποίο είχε ενταχθεί και ο Καραϊσκάκης πολέμησε τον διαβόητο Βελή Γκέκα, πρωτοπαλίκαρο του Αλή, ο οποίος και σκοτώθηκε στη μάχη. Ο Βελή Γκέκας είχε υποσχεθεί στον Αλή να του φέρει το κεφάλι του Κατσαντώνη στα Ιωάννινα…

Ασθένεια, σύλληψη, μαρτύριο

Ότι δεν κατάφεραν οι Τούρκοι όμως το κατάφερε η ευλογιά. Ο ασθενικός οργανισμός του Κατσαντώνη δεν άντεξε τόσες κακουχίες και ο ηρωικός κλέφτης αρρώστησε βαριά. Έτσι αποσύρθηκε μαζί με τον αδελφό του Γιώργο και πέντε ακόμα παλικάρια σε μια σπηλιά. Εκεί όμως προδόθηκε.

Και πάλι υπάρχουν διάφορες εκδοχές για το ποιος ή ποια τον πρόδωσε. Άλλες πηγές κάνουν λόγο για έναν βοσκό που βασανίστηκε απάνθρωπα για να αποκαλύψει την σπηλιά, άλλες για μια γριά ζητιάνα, άλλες για ένα καλόγερο ή ιερέα που επίσης βασανίστηκε, ή για κάποια παιδιά.

Σε κάθε περίπτωση οι Τούρκοι περικύκλωσαν την σπηλιά και ύστερα από σύντομη μάχη στην οποία τέσσερις (κατ’ άλλους και οι πέντε) άνδρες του Κατσαντώνη σκοτώθηκαν και ο αδερφός του τραυματίσθηκε, συνέλαβαν ζωντανό τον θρύλο της κλεφτουριάς.

Στα Ιωάννινα ο Αλή αποφάσισε να θανατώσει τα δύο αδέρφια με θραύση των οστών. Κάτω από τον μεγάλο πλάτανο έσπασαν τα κόκαλα των δύο Ελλήνων, που σύμφωνα με την παράδοση άντεξαν με καρτερία το μαρτύριο.

Ο Γάλλος πρόξενος στην αυλή του Αλή Πουκεβίλ αναφέρει ως βασανιστή του Κατσαντώνη τον ανεψιό του Βελή Γκέκα. Αν και υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές, φαίνεται πως οι δύο κλέφτες εμψύχωναν ο ένας τον άλλο να αντέξουν χωρίς «γυναικεία κλάματα και βογγητά».

«Δυο γύφτοι τον εστρώσανε δεμένονε στ’ αμόνι κι αρχίσανε με το σφυρί να τον πελεκάνε. Σκλήθρες πετάν τα κόκαλα, σκορπάνε τα μεδούλια, νεύρα, κομμένα κρέατα, σέρνονται σαν ξεσκλίδια και κείνος τηράει τον ουρανό και γλυκοτραγουδάει: Χτυπάτε, πελεκάτε με σκυλιά, τον Κατσαντώνη δεν τον τρομάζει Αλήπασας, φωτία, σφυρί κι αμόνι», έγραψε για το μαρτύριο τους, παραστατικά, ο μεγάλος Αριστοτέλης Βαλαωρίτης.

Έτσι χάθηκε ο μικρός στο ανάστημα και την σωματική διάπλαση, αλλά μεγάλος στην παλικαριά Κατσαντώνης, αφήνοντας όμως λαμπρό παράδειγμα θάρρους και ευψυχίας.