Κρήτη: Γερμανική στρατηγική αποτυχία και απώλειες

Παντελής Καρύκας
1086

Η γερμανική επίθεση κατά της Κρήτης, παρά τις μεγάλες απώλειες, υπήρξε επιτυχής. Η μεγαλόνησος κατακτήθηκε και τέθηκε εξολοκλήρου υπό τον έλεγχο των Γερμανών και των Ιταλών συμμάχων τους. Ωστόσο, η κατάληψη της Κρήτης είχε στοιχίσει στους Γερμανούς κάτι ακόμη πιο δυσαναπλήρωτο και από τους επίλεκτους αλεξιπτωτιστές τους, τον χρόνο.

Σε κάθε περίπτωση, η κατάληψη της Κρήτης δεν αποτέλεσε στρατηγική επιτυχία των Γερμανών. Η βασική αιτία της αποτυχίας αυτής συνοψίζεται στο γεγονός ότι ο κύριος λόγος κατάληψης του νησιού ήταν η εξασφάλιση μιας ασφαλούς βάσης για τις δυνάμεις του Άξονα, από όπου θα μπορούσαν να πλήξουν βρετανικούς μεσογειακούς στόχους.

Παρόλα αυτά, οι Γερμανοί ουδέποτε επιχείρησαν να αξιοποιήσουν την Κρήτη ως επιθετική βάση για την επίτευξη της αδρανοποίησης –τουλάχιστον– της διώρυγας του Σουέζ, χρησιμοποιώντας τις αεροκίνητες δυνάμεις τους κατά κύριο λόγο και την αεροπορική τους υπεροχή.

Και ναι μεν εξουδετέρωσαν κάθε περίπτωση βρετανικής επίθεσης, αλλά δεν εκμεταλλεύθηκαν ποτέ οι ίδιοι τις επιθετικές προοπτικές που η κατάληψη του νησιού τους εξασφάλιζε. Αυτό βασικά συνέβη, διότι ο Χίτλερ, αμέσως μετά την κατάληψη της Κρήτης, έπαψε να ασχολείται με τη Μεσόγειο και πάλι, επικεντρώνοντας τη γερμανική πολεμική προσπάθεια κατά της Σοβιετικής Ένωσης, βάσει των δικών του σχεδιασμών.

Ο Μέγας Ναπολέων κατηγορούσε πάντοτε τους αντιπάλους του Αυστριακούς στρατηγούς ότι επιδιώκουν πολλούς αντικειμενικούς σκοπούς ταυτόχρονα, χωρίς να επιτυγχάνουν τελικά κανέναν. Αυστριακός και ο Χίτλερ, τήρησε την παράδοση των στρατηγών των Αψβούργων και ενεπλάκη στη ρωσική περιπέτεια, χωρίς να «ξεκαθαρίσει» τα νώτα του.

Μεσόγειος και Σουέζ

Αντίθετα με τα όσα ο ίδιος πίστευε, ήταν η Μεσόγειος που αποστράγγισε τις ζωτικές δυνάμεις του Άξονα, όταν ακριβώς αυτός τις χρειαζόταν περισσότερο από ποτέ στις αχανείς ρωσικές στέπες. Στη Μεσόγειο τα όπλα του Άξονα γνώρισαν την πρώτη τους συντριπτική ήττα στον πόλεμο, στο Ελ Αλαμέιν.

Στη Μεσόγειος, τέλος, μετά την επιχείρηση «Torch» και την κατάληψη της Γαλλικής Βόρειας Αφρικής από τους Συμμάχους, ανοίχθηκε νέο μέτωπο κατά του Άξονα, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα, μερικούς μήνες αργότερα, τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας.

Ακόμη και χωρίς το Γιβραλτάρ, η κατάληψη του Σουέζ θα αποτελούσε θανάσιμο πλήγμα κατά των Βρετανών και, στη χειρότερη περίπτωση, θα προσέφερε πολύτιμο χρόνο στον Χίτλερ, έναντι της αναμενόμενης αγγλοσαξονικής αντεπίθεσης που, προφανώς, κάποτε θα συνέβαινε.

Στην καλύτερη περίπτωση, η αποκοπή του Σουέζ θα μπορούσε να οδηγήσει τη Βρετανία ακόμη και εκτός πολέμου. Οι Γερμανοί θα είχαν τη δυνατότητα να επιχειρήσουν την αναζωπύρωση της αντιβρετανικής εξέγερσης στο Ιράκ, την οποία οι Βρετανοί είχαν καταφέρει να καταστείλουν μόλις στις 31 Μαΐου 1941.

Επίσης θα μπορούσαν να ενισχύσουν τις δυνάμεις του Βισύ στη Συρία, προκαλώντας μια νέα Δουνκέρκη στα στρατεύματα Βρετανών και Ελεύθερων Γάλλων, τα οποία κατόρθωσαν να επικρατήσουν τελικά των δυνάμεων του Βισύ και να κατακτήσουν τη Συρία και τον Λίβανο, στο διάστημα από τις 8 Ιουνίου έως τις 14 Ιουλίου 1941, δηλαδή ελάχιστες ημέρες μετά την απώλεια της Κρήτης. Από τη Συρία δε οι Γερμανοί θα ήταν σε θέση να κινηθούν και προς το Σουέζ και προς το Ιράκ.

Με τον τρόπον αυτόν οι βρετανικές δυνάμεις της βόρειας Αφρικής θα βρίσκονταν μεταξύ δύο πυρών: του Γερμανικού Αφρικανικού Σώματος (Deutsches Afrika Korps – DAK) από δυτικά και των γερμανικών δυνάμεων που θα βάδιζαν μέσω Λιβάνου και Παλαιστίνης προς το Σουέζ από ανατολικά.

Ο Χίτλερ, ο οποίος θεωρούσε εαυτόν τον μεγαλύτερο στρατηγό της Ιστορίας, αποδείχθηκε ανίκανος να κατανοήσει ότι ο βασικός του αντίπαλος δεν ήταν η Σοβιετική Ενωση, αλλά η Βρετανία.

Αγνοώντας τα διδάγματα της Ιστορίας, δεν κατάλαβε ότι η ήττα της Γερμανίας θα έλθει τελικά από τις δυνάμεις που ελέγχουν τις θάλασσες. Ακόμη και η Σοβιετική Ενωση μόνη της, χωρίς την υλική ενίσχυση που της παρείχαν οι Αγγλοσάξονες σύμμαχοί της, δεν θα μπορούσε να επικρατήσει της Γερμανίας.

Ο Χίτλερ, όμως, δεν μπόρεσε ποτέ να κατανοήσει ότι πηγή ισχύος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας ήταν ο έλεγχος της Μεσογείου. Αν, μέσω Κρήτης, καταλάμβανε τη Συρία και βάδιζε προς το Ιράκ, το οποίο επίσης εύκολα θα ήταν δυνατόν να το καταλάβει κερδίζοντας και πολύτιμα αποθέματα πετρελαίου, θα μπορούσε με ισχυρότερα επιχειρήματα να οδηγήσει τον Στάλιν προς την κατάκτηση της Περσίας, ώστε και ο ίδιος να εξασφαλίσει το Ιράκ από ενδεχόμενη βρετανική ενέργεια μέσω Ινδίας.

Ακόμη καλύτερα, θα μπορούσε να προσεταιριστεί ο ίδιος την Περσία, ο σάχης της οποίας ήταν φιλικά διακείμενος στη Γερμανία, λόγω του φόβου του έναντι της Βρετανίας και της Σοβιετικής Ένωσης.

Όμως, το μεγάλο πρόβλημα του Χίτλερ ήταν ότι τελικά υπήρξε πάντοτε μόνο ένας απλός «πεζικάριος», ένας «στεριανός» χωρίς γνώση και επαφή με το υγρό στοιχείο και τις δυνατότητες που παρέχει σε όποιον το ελέγχει. Διαβάζοντας, άλλωστε, την κριτική της ναυμαχίας της Γιουτλάνδης, την οποία επιχειρεί στο βιβλίο του «Ο Αγών μου», κατανοεί κάποιος αμέσως την παντελή του άγνοια σε ό,τι αφορά τις ναυτικές επιχειρήσεις και τις συνέπειές τους.

Αλλιώς θα κατανοούσε ότι και στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Γερμανία δεν ηττήθηκε γιατί τη «μαχαίρωσαν στα πλευρά οι Εβραίοι», αλλά γιατί αδυνατούσε να αντεπεξέλθει στον βρετανικό ναυτικό αποκλεισμό, με αποτέλεσμα οι κάτοικοί της να φθάσουν να αντιμετωπίσουν ακόμη και το φάσμα της πείνας.

Μια κούφια νίκη

Λόγω της αβελτηρίας και της μειωμένης –επί του προκειμένου τουλάχιστον– στρατηγικής αντίληψης του Χίτλερ, η γερμανική κατάληψη της Κρήτης αποδείχθηκε μια «κούφια» αμυντική, τελικά, επιτυχία και μόνο.

Ο Χίτλερ δεν έπραξε καν το ακόμη πιο απλό: να κυριεύσει τη Μάλτα και να ενισχύσει τον Ρόμμελ στη βόρεια Αφρική με δύο επιπλέον μεραρχίες πάντσερ, οι οποίες θα ήταν αρκετές για να οδηγήσουν το DAK στην Αλεξάνδρεια, εκείνη την εποχή.

Ο Χίτλερ άλλωστε, στην υπ’ αριθμόν 30 Οδηγία του της 23ης Μαΐου 1941, ξεκαθάρισε ότι η επίθεση κατά των Βρετανών στην ανατολική Μεσόγειο θα διεξαχθεί μόνο μετά το επιτυχές πέρας της επιχείρησης «Barbarossa» και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.

Σημαντικό, πάντως, ρόλο στη μη εκμετάλλευση της νίκης στην Κρήτη από τον Χίτλερ πρέπει να διαδραμάτισαν οι πολύ μεγάλες απώλειες που υπέστησαν τόσο η Luftwaffe, όσο και οι επίλεκτες δυνάμεις των αλεξιπτωτιστών του.

Δεν είναι τυχαίο ότι μετά την Κρήτη οι γερμανικές αεροκίνητες και αερομεταφερόμενες δυνάμεις ουδέποτε έδρασαν ως τέτοιες ξανά. Για παράδειγμα, η Ταξιαρχία «Ramcke» των αλεξιπτωτιστών, η οποία υποτίθεται ότι θα χρησιμοποιείτο κατά της Μάλτας, πολέμησε και υπέκυψε ως κοινό πεζικό στη βόρεια Αφρική, ενταγμένη στο DAK του Ρόμμελ.

Οι γερμανικές απώλειες

Οι γερμανικές απώλειες στην Κρήτη δεν έχουν ακόμη υπολογιστεί με ακρίβεια. Σύμφωνα με τον Νεοζηλανδό ιστορικό Νταν Ντάβιν, οι απώλειες των Γερμανών έφθασαν τους 6.698 άνδρες, χωρίς στο σύνολο αυτό να περιλαμβάνονται οι απώλειες του VIII Αεροπορικού Σώματος της Luftwaffe και οι απώλειες του Γερμανικού Ναυτικού.

Νέα έρευνα που ολοκληρώθηκε το 1986 για λογαριασμό της κυβέρνησης της Νέας Ζηλανδίας και η οποία δημοσιεύτηκε στον Τύπο της χώρας, υπολόγισε τις γερμανικές απώλειες στην Κρήτη σε 17.000 άνδρες συνολικά. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ υπολόγισε τις γερμανικές απώλειες σε 15.000, ενώ ο ναύαρχος σερ Άντριου Κάνινγκαμ τις ανέβασε σε 22.000.

Αντίθετα, η Διεύθυνση Ιστορίας του Αμερικανικού Στρατού τις υπολόγισε σε περίπου 7.000 άνδρες. Οι ίδιοι οι Γερμανοί παραδέχονται απώλειες περίπου 6.500 ανδρών, η πλειοψηφία των οποίων ήταν αλεξιπτωτιστές.

Σε κάθε περίπτωση, ο κατάλογος των νεκρών Γερμανών περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό αξιωματικών με πρώτο τον Βίλχελμ Ζίσμαν, διοικητή της 7ης Αεροπορικής Μεραρχίας (Αλεξιπτωτιστών), ο οποίος σκοτώθηκε όταν το ανεμόπτερο στο οποίο επέβαινε κατέπεσε στη θάλασσα. Επίσης στον ίδιο κατάλογο περιλαμβάνεται ο υποστράτηγος Μάιντλ, επικεφαλής του Αερομεταφερόμενου Συντάγματος Εφόδου της Luftwaffe.

Από τους περίπου 14.000 άνδρες των γερμανικών αεροκίνητων και αερομεταφερόμενων δυνάμεων του ΧΙ Αεροπορικού Σώματος οι οποίοι έδρασαν στην Κρήτη, σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν περίπου οι μισοί. Όχι άδικα, λοιπόν, ο Γερμανός αντιπτέραρχος Στούντεντ χαρακτήρισε την Κρήτη «τάφο των Γερμανών αλεξιπτωτιστών».

Στην επιχείρηση κατά της Κρήτης η Luftwaffe υπέστη σοβαρότατες απώλειες, χάνοντας 284 αεροσκάφη και 311 πιλότους και πληρώματα – άλλοι 127 χειριστές αεροσκαφών και άνδρες πληρωμάτων τραυματίστηκαν.

Άλλα 100 περίπου γερμανικά αεροσκάφη υπέστησαν μεγαλύτερες ή μικρότερες ζημιές, ανεβάζοντας τις συνολικές απώλειες της Luftwaffe στα 370 αεροσκάφη κάθε τύπου, δηλαδή χάθηκε το 33%, περίπου, των διατιθεμένων για την επιχείρηση αεροσκαφών. Τη «μερίδα του λέοντος» των γερμανικών απωλειών όσον αφορά τα αεροσκάφη υπέστησαν τα μεταγωγικά.

Ακόμη και ο αντίπαλος διοικητής, ο Φράιμπεργκ, εντυπωσιάστηκε από τις απώλειες που υπέστησαν οι γερμανικές δυνάμεις αλεξιπτωτιστών, γράφοντας προφητικά, όπως αποδείχθηκε, στις 24 Μαΐου: «Η μάχη έχει καταστεί ιδιαίτερα σκληρή και μπορώ αναμφισβήτητα να πω ότι οι υπερεκτιμημένοι αλεξιπτωτιστές έχουν υποστεί βαριά ήττα. Δεν πιστεύω ότι θα χρησιμοποιηθούν ποτέ ξανά σε παρόμοιο εγχείρημα».

Οι συμμαχικές απώλειες

Οι συμμαχικές απώλειες είναι σαφώς πιο εύκολο να υπολογιστούν με ακρίβεια. Στην Κρήτη σκοτώθηκαν περίπου 1.900 άνδρες των συμμαχικών δυνάμεων, με άλλους τόσους περίπου να έχουν τραυματιστεί. Οι απώλειες του Βρετανικού Ναυτικού ξεπέρασαν τους 2.000 νεκρούς και τραυματίες, καθώς βυθίστηκαν τα καταδρομικά «Gloucester», «Fiji» και «Calcutta», καθώς και τα αντιτορπιλικά «Kelly», «Greyhound», «Kashmir», «Hereward», «Imperial» και «Juno».

Επίσης υπέστησαν ζημιές το αεροπλανοφόρο «Formidable», τα θωρηκτά «Warspite» και «Barham», τα καταδρομικά «Ajax», «Dido», «Orion» και το αυστραλιανό «Perth», καθώς και τα αντιτορπιλικά «Kelvin» και «Nubian». Όσον αφορά τους αιχμαλώτους, οι Γερμανοί συνέλαβαν 12.250 άνδρες της Κοινοπολιτείας και 5.250 Έλληνες.

Μεγάλη αιμορραγία υπέστησαν οι Κρήτες πολίτες, είτε λόγω των γερμανικών βομβαρδισμών, είτε λόγω της συμμετοχής τους στις μάχες κατά των εισβολέων, είτε ως θύματα των γερμανικών αντιποίνων. Καθ’ όλη τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, περίπου 7.000-9.000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά σκοτώθηκαν από τους Γερμανούς στην Κρήτη.

Η ανεκμετάλλευτη νίκη

Η νίκη του Χίτλερ στην Κρήτη έμεινε παντελώς ανεκμετάλλευτη και εξελίχθηκε τελικά σε στρατηγική ήττα του Γερμανού δικτάτορα, καθώς εξαιτίας της Κρήτης υπήρξε χρονική απόκλιση σχεδόν 40 ημερών για την έναρξη της εισβολής στη Σοβιετική Ένωση, η οποία τελικά εκδηλώθηκε στις 22 Ιουνίου, αντί της 15ης Μαΐου το αργότερο, ημερομηνία που προέβλεπε το αρχικό γερμανικό σχέδιο.

Αν και εσχάτως αμφισβητείται γενικότερα το κέρδος χρόνου που πρόσφερε στη συμμαχική υπόθεση η ελληνική αντίσταση κατά των Γερμανών, τα γεγονότα άλλα αποδεικνύουν.

Η Κρήτη, τελικά, αποδείχθηκε μικρή ανταμοιβή για την τόσο μεγάλη φθορά σε υλικό και ανθρώπινο δυναμικό την οποία οι γερμανικές δυνάμεις υπέστησαν για να την κυριεύσουν. Οι Γερμανοί επικράτησαν στην Κρήτη, όχι γιατί πολέμησαν καλύτερα ή γιατί απολάμβαναν συντριπτικής υπεροχής στρατιωτών ή μέσων.

Βασικός λόγος της επιτυχίας τους ήταν η ανικανότητα της συμμαχικής διοίκησης να τους αντιμετωπίσει, αν και γνώριζε εκ των προτέρων ότι η επίθεση ήταν επικείμενη.

Από όλες τις γερμανικές επιχειρήσεις, η επιχείρηση «Barbarossa» αποδεικνύει ότι ο Χίτλερ, τελικά, δεν κατόρθωσε ποτέ να διακρίνει τις στρατηγικές ανάγκες της Γερμανίας από τις ρατσιστικές και ιδεολογικές του αγκυλώσεις.

Ο «Ζωτικός Χώρος» (Lebensraum), τον οποίο ο Χίτλερ ονειρευόταν για τη Γερμανία, δεν περιελάμβανε τα Βαλκάνια, μια περιοχή που ο Χίτλερ, εξαιρώντας την Ελλάδα, θεωρούσε κατοικούμενη από «κατώτερους» λαούς. Ο ίδιος έλεγε σχετικά: «Ας παραμείνουμε Βόρειοι».

Εξετάζοντας την κατάληψη της Κρήτης υπό αυτό το πρίσμα, ανακαλύπτουμε μια ακόμη –πιθανή– αιτία της μη στρατηγικής αξιοποίησης της Κρήτης, με εντολή του Χίτλερ. Αν και η υπ’ αριθμόν 28 Οδηγία επιχειρήσεων του Χίτλερ (επιχείρηση «Merkur»), η οποία αφορούσε την κατάληψη της Κρήτης, όριζε ότι «η Κρήτη έπρεπε να αξιοποιηθεί ως αεροπορική βάση για επιχειρήσεις κατά των Βρετανών στην ανατολική Μεσόγειο», εντούτοις ο ίδιος αμέσως μετά απέσυρε τις αεροπορικές του δυνάμεις από την Ελλάδα, τις δυνάμεις δηλαδή που θα απαιτούντο για να καταστεί η Κρήτη βάση επιθετικών γερμανικών επιχειρήσεων.

Επίσης υποτίθεται ότι η Κρήτη αποτέλεσε μια ευκαιρία επίδειξης των δυνατοτήτων των Γερμανών αλεξιπτωτιστών, των οποίων η δράση είχε κατά κάποιον τρόπο μυθοποιηθεί μετά τις επιτυχίες τους στην Ολλανδία και στο Βέλγιο, το 1940.

Ωστόσο αποδείχθηκε αυτό που σήμερα είναι γνωστό, ότι δηλαδή οι ελαφρά, εκ των πραγμάτων, οπλισμένες δυνάμεις αλεξιπτωτιστών μπορούν να αποτελούν τον προπομπό μόνο μιας ισχυρής δύναμης και όχι την κύρια δύναμη επίθεσης.

Σε κάθε περίπτωση, η μάχη της Κρήτης αποτέλεσε τον ορισμό της πύρρειου νίκης για τους Γερμανούς, αλλά και την απαρχή της ένοπλης αντίστασης των λαών της Ευρώπης στον Άξονα. Οι Κρήτες από την πρώτη στιγμή πολέμησαν τον εχθρό με φανατισμό, κάτι που το πλήρωσαν με το αίμα τους.

Μόλις στις 2 Ιουνίου, δηλαδή την επόμενη ημέρα από το πέρας της μάχης, οι Γερμανοί εκτέλεσαν 60 Έλληνες στο χωριό Κοντομάρι. Την επομένη ισοπέδωσαν το χωριό Κάνδανος και δολοφόνησαν 180 κατοίκους.