Κροατικό αντάρτικο κατά του Τίτο... 1945-50

Παντελής Καρύκας
1001

Υπό την πίεση της επερχόμενης κατάρρευσης το καθεστώς των Ούστασι στην Κροατία άρχιζε να προετοιμάζει δυνάμεις που θα συνέχιζαν τον πόλεμο και μετά την αναπόφευκτη επικράτηση του Τίτο και των παρτιζάνων του. Πολλοί Κροάτες με τη λήξη του πολέμου κατέφυγαν στην Αυστρία και την Ιταλία από όπου συνέχισαν τις προετοιμασίες.

Με την συνθηκολόγηση και τη διάλυση του ανεξάρτητου κράτους της Κροατίας οι «Σταυροφόροι» ξεκίνησαν τη δράση τους. Οι περισσότεροι αντάρτες ήταν μέλη της φασιστικής και εγκληματικής Ούστασα, αλλά υπήρχαν και άνδρες που είχαν συμπολεμήσει με τους Γερμανούς στο Ανατολικό Μέτωπο.

Οι παρτιζάνοι του Τίτο είχαν εξαπολύσει απηνή διωγμό κατά των Ούστασι με κύριο όργανο την OZNA, τη Δύναμη Εσωτερικής Ασφαλείας των παρτιζάνων. Οι Κροάτες που συλλαμβάνονταν συνήθως εκτελούνταν άμεσα. Λίγοι δικάζονταν και εκτελούνταν ή κατέληγαν με βαριές ποινές σε φυλακές και στρατόπεδα. Την ίδια τύχη επεφύλασσε η ΟΖΝΑ και τους συγγενείς των συλληφθέντων.

Οι «Σταυροφόροι» ονομάστηκαν έτσι σε αντιδιαστολή με τους «άθεους κομμουνιστές του Τίτο». Οι περισσότεροι ήταν ρωμαιοκαθολικοί αλλά υπήρχαν και Βόσνιοι μουσουλμάνοι μεταξύ τους. Επίσης το κίνημά τους στηρίχθηκε από αντικομμουνιστικές ομάδες και οργανώσεις της Ισπανίας, του Καναδά, των ΗΠΑ, της Δυτικής Γερμανίας και της Αργεντινής.

Η Γιουγκοσλαβική Υπηρεσία Κρατικής Ασφαλείας (UDBA) πάντως κατηγορούσε το κροατικό Αγροτικό Κόμμα και τον ρωμαιοκαθολικό κλήρο για τον σχηματισμό των «Σταυροφόρων» κάτι που μάλλον δεν ίσχυε για το μετριοπαθές αυτό κροατικό κόμμα. Η σημαία των «Σταυροφόρων» είχε αναγεγραμμένη επάνω της τη φράση: «Για την Κροατία και τον Χριστό κατά των Κομμουνιστών», από τη μια πλευρά και «Εν τούτω Νίκα» από την άλλη.

Καταδίωξη

Η δράση των ανταρτών ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1945 και εξαπλώθηκε κυρίως στη Δαλματία και σε μερικές ακόμα επαρχίες. Βασικοί στόχοι τους ήταν κομμουνιστές αξιωματούχοι και στρατιωτικοί. Εκτελούσαν επιθέσεις κατά στρατιωτών και αστυνομικών, αλλά και κατά κολοκτιβίστικων αγροκτημάτων και άλλων υποδομών.

Το καθεστώς του Τίτο συνειδητοποίησε γρήγορα την απειλή και φοβούμενο την επιστροφή από την Αυστρία και την Ιταλία των περίπου 60.000 Ούστασι που, όπως θεωρούσε, είχαν καταφύγει εκεί αντέδρασε άμεσα. Τον Αύγουστο του 1945 ο Τίτο παραχώρησε αμνηστία και μεγάλος αριθμός Κροατών κατέθεσε τα όπλα.

Όχι όμως και οι πλέον σκληροπυρηνικοί ή οι πλέον ένοχοι όπως ο Βιέκοσλαβ Λούμπουριτς, υπεύθυνος των κροατικών στρατοπέδων θανάτου κατά τα διάρκεια του πολέμου, που ανέλαβε και τη διοίκηση των «Σταυροφόρων». Μετά τη λήξη της προθεσμίας παραχώρησης αμνηστίας η ΟΖΝΑ ανέλαβε εντατικά δράση κατά των υπολοίπων ανταρτών χρησιμοποιώντας και «μετανιωμένους» Ούστασι με την προοπτική διαγραφής της δράσης τους. Οι «μετανιωμένοι» πολλές φορές συνεργάζονταν αλλά κατόπιν η ΟΖΝΑ τους εκτελούσε μη τιμώντας τις υποσχέσεις της.

Η ΟΖΝΑ καταδίωξε και τους συγγενείς των ανταρτών ενώ υπήρξαν ακόμα και μετοικίσεις κατοίκων ολόκληρων χωρίων και εκτοπίσεις στα μικρά νησιά των δαλματικών ακτών ή σε γιουγκοσλαβικά αντίγραφα των γκουλάγκ. Ωστόσο το καθεστώς Τίτο αρνείτο να παραδεχτεί, επισήμως, την ύπαρξη των ανταρτών. Παράλληλα όμως και επιχειρήσεις διεξάγονταν και κατηγορούνταν η Αυστρία και η Ιταλία ότι στήριζαν τους «Σταυροφόρους».

Τον χειμώνα του 1945-46 ΟΖΝΑ και γιουγκοσλαβικός στρατός πραγματοποίησαν εκτεταμένες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις που είχαν ως αποτέλεσμα την εξόντωση πολλών ανταρτών. Οι αντάρτες εκτέλεσαν επιδρομή κατά του στρατού στα όρη Βέλεμπιτ, σκοτώνοντας 10 στρατιώτες. Ωστόσο το ισοζύγιο απωλειών ήταν δραματικά εναντίον τους. Το 1946 840 «Σταυροφόροι» σκοτώθηκαν και μόλις περί τους 550 παρέμειναν εν δράσει.

Το 1947 οι «Σταυροφόροι» σκότωσαν 38 αντιπάλους τους αλλά έχασαν 20πλάσιους άνδρες τους και συγγενείς αυτών. Ουσιαστικά το αντάρτικο είχε κατασταλεί. Παρόλα αυτά οι επιχειρήσεις συνεχίστηκαν και το 1948 οι αρχές υπολόγιζαν πως μόνο μια ομάδα 67 ανταρτών παρέμενε ενεργή. Το επόμενο έτος το κίνημα έσβησε εντελώς υπό την ασφυκτική πίεση του καθεστώτος και τα εξαιρετικά σκληρά κατασταλτικά μέτρα έναντι των οικογενειών των ανταρτών και κάθε υπόπτου συμπαθούντος.

Χιλιάδες κατέληξαν στις φυλακές και τα στρατόπεδα. Ο αρχηγός των ανταρτών πάντως, ο εγκληματίας Λούμπουριτς, διέφυγε στην Ισπανία όπου και δολοφονήθηκε στην Ισπανία από Γιουγκοσλάβους πράκτορες το 1969.