Η μάχη στην Καστάνιτσα, Κολοκοτρωναίοι μέχρι θανάτου

Παντελής Καρύκας
1220

Οι Έλληνες είχαν ξεσηκωθεί κατά των Τούρκων, στηριζόμενοι στις υποσχέσεις των αδερφών Ορλόφ, το 1770. Σύντομα όμως απέμειναν μόνοι να αντιμετωπίσουν τον αλλόθρησκο εχθρό. Επί μια δεκαετία Τούρκοι και Τουρκαλβανοί έσφαζαν και λεηλατούσαν στην Πελοπόννησο.

Επειδή οι Τουρκαλβανοί είχαν καταστεί μάστιγα και για τους Τούρκους, η τουρκική διοίκηση ζήτησε την συνδρομή των Ελλήνων Αρματολών και Κλεφτών για να τους συντρίψει. Έτσι και έγινε, αλλά οι Τούρκοι, άπιστοι πάντα, καταπάτησαν τις συμφωνίες και καταδίωξαν και τους Κλέφτες.

Το 1779 μια δύναμη 10.000 Τούρκων, υπό το Αλί μπέη βάδισε κατά της Μάνης, ζητώντας τα κεφάλια των κλεφτών Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνη, πατέρα του Γέρου του Μωριά, και του 80χρονου, τότε, γεροκαπετάνιου Παναγιώταρου Βενετσανάκη.

Οι τουρκικές δυνάμεις από το Γύθειο κινήθηκαν προς την Καστάνιτσα. Οι Έλληνες, 400 ψυχές, μαζί με τα γυναικόπαιδα, που δεν πρόλαβαν να διώξουν, ταμπουρώθηκαν σε δύο πύργους και περίμεναν τον εχθρό. Πρόλαβαν πάντως να στείλουν μήνυμα ζητώντας βοήθεια. Οι Τούρκοι, όμως, περίζωσαν τους πύργους και έπιασαν τα γύρω περάσματα, αποκλείοντας την άφιξη ενισχύσεων.

Επί 12 ολόκληρες μέρες αντιστάθηκαν οι Έλληνες, άνδρες γυναίκες και παιδιά, στους χιλιάδες Τούρκους, σκοτώνοντας πάνω από 2.000. Ο μικρός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, 10 χρονών μόλις τότε, πολεμούσε στο πλευρό του πατέρα του σαν άντρας. Καθώς τα τρόφιμα και τα πυρομαχικά άρχισαν να λείπουν φάνηκε πως δεν υπήρχε άλλη λύση. Οι πολιορκημένοι αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν έξοδο. Αφού έδωσαν τον τελευταίο ασπασμό οι Έλληνες εξόρμησαν.

Με τα σπαθιά στα χέρια όρμησαν μπροστά οι λίγοι, έχοντας πίσω τους τις γυναίκες και τα παιδιά, που και αυτά πολεμούσαν. Σύντομα όμως η τουρκιά τους έπνιξε. Ο Κωσταντής Κολοκοτρώνης έπεσε.

Σε λίγο και τα δύο του αδέρφια, ο Αποστόλης και ο Γιώργης έπεσαν μαχόμενοι, μέχρις εσχάτων. Η μητέρα του Κολοκοτρώνη όμως κατάφερε να γλιτώσει, μαζί με τον μικρό Θοδωρή και τον θείο του Αναγνώστη. Ο Βενετσανάκης αιχμαλωτίστηκε. Οι Τούρκοι του έκοψαν πρώτα, ένα-ένα, τα χέρια και κατόπιν τα πόδια και μετά τον έκαψαν ζωντανό με καυτό κατράμι.