Ο «Ιπτάμενος» Νορβηγός: Μια απίστευτη απόδραση από τους ναζί

Παντελής Καρύκας
1446

Ο Σβεν Σόμε ήταν ένας Νορβηγός δημόσιος υπάλληλος, το 1940. Τον Απρίλιο του 1940 όμως οι Γερμανοί εισέβαλαν στη χώρα του και την κατέλαβαν. Ο Σόμε δεν μπορούσε να πολεμήσει, λόγω ηλικίας, αλλά, μαζί με τον αδερφό του Γιάκομπ, εντάχθηκαν στην αντίσταση.

Ο Γιάκομπ συνελήφθη από τους Γερμανούς, βασανίστηκε άγρια και εκτελέστηκε, το 1943. Ο Σβεν όμως συνέχισε τον αγώνα, με ακόμα μεγαλύτερη ορμή, θέλοντας να εκδικηθεί τη δολοφονία του αδερφού του.

Το 1944 ο Σβεν Σόμε διατάχθηκε να φωτογραφίσει τις εγκαταστάσεις ελλιμενισμού των γερμανικών υποβρυχίων στη Νορβηγία, ώστε να βομβαρδιστούν από τα συμμαχικά αεροσκάφη. Ο Σόμε κατάφερε να φωτογραφίσει, επιτυχώς, τις περισσότερες από τις γερμανικές εγκαταστάσεις.

Ωστόσο όταν προσπάθησε να φωτογραφίσει τη βάση του Ότεροϊ εντοπίστηκε από την αντανάκλαση του Ήλιου στον φακό της φωτογραφικής του μηχανής. Οι Γερμανοί κατάφεραν να τον συλλάβουν.

Βασανίστηκε άγρια αλλά δεν αποκάλυψε τίποτα. Έτσι καταδικάστηκε σε θάνατο. Ο μελλοθάνατος Σόμε κατάφερε πάντως, με μυθιστορηματικό τρόπο, να αποδράσει, αποφεύγοντας έξι Γερμανούς.

Ωστόσο η απόδρασή του ανακαλύφθηκε και 900 Γερμανοί στρατιώτες διατάχθηκαν να τον συλλάβουν και πάλι. Ο Σβεν Σόμε κατέφυγε στα παρακείμενα δάση.

Για να αποφύγει δεν τον εντοπισμό των ιχνών του στο χιόνι, δεν βάδιζε, αλλά πηδούσε, από πεύκο σε πεύκο, όταν αυτό ήταν δυνατό, καλύπτοντας μια απόσταση 300 χλμ. Διαφορετικά βάδιζε μέσα από ρυάκια και ποτάμια, για να μην εντοπιστεί, εκμεταλλευόμενος τη μορφολογία του εδάφους της πατρίδας του.

Τελικά κατέφυγε σε μια αγροικία όπου τον περιέθαλψαν, συμπατριώτες του, καθώς, στο μεταξύ, είχε υποστεί σοβαρά κρυοπαγήματα. Παρόλα αυτά, κινδυνεύοντας πάντα να συλληφθεί και το χειρότερο, να συλληφθούν μαζί του και τα μέλη της οικογένειας που τον βοήθησαν, αποφάσισε να φύγει, αφού κρύφτηκε στην αγροικία επί πέντε εβδομάδες, καθώς δεν μπορούσε να περπατήσει λόγω των κρυοπαγημάτων.

Τελικά, με πλαστά χαρτιά, κατάφερε να περάσει στην ουδέτερη Σουηδία, από όπου, με τη βοήθεια της εκεί βρετανικής πρεσβείας, πέρασε στη Βρετανία.

Εκεί τιμήθηκε ακόμα και από τον εξόριστο Νορβηγό βασιλιά. Άλλωστε, αν και οι φωτογραφίες που είχε τραβήξει χάθηκαν, ο ίδιος θυμόταν καλά τις τοποθεσίες και τις αμυντικές δυνατότητες των γερμανικών εγκαταστάσεων και μετέδωσε τις πολύτιμες αυτές υπηρεσίες στις συμμαχικές υπηρεσίες.

Στη Βρετανία γνώρισε και τη μέλλουσα σύζυγό του, με την οποία απέκτησε και τρία παιδιά. Επέστρεψε στην πατρίδα του μετά τη λήξη του πολέμου, όπου και πέθανε το 1961.