Ο Ρωσικός στρατός το 1914… Διαφθορά, ανοργανωσιά, άγνοια

Παντελής Καρύκας
520

Ο Ρωσικός Στρατός το 1914 αντιμετώπιζε εξίσου σημαντικά προβλήματα. Το βασικό του πλεονέκτημα ήταν οι ανεξάντλητες εφεδρείες του σε ανθρώπινο δυναμικό. Πέραν τούτου όμως η ταπεινωτική ήττα το 1904-05 από τους Ιάπωνες είχε αφήσει βαθιά τα σημάδια της στο ηθικό και το δόγμα του στρατεύματος.

Γενικά ο Ρωσικός Στρατός μόνο αξιόμαχος δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί. Μια από τις βασικές αιτίες του γεγονότος αυτού ήταν και ο βαθύς διχασμός που επικρατούσε στο σώμα των αξιωματικών, από το υπουργείο Πολέμου, μέχρι σε επίπεδο λόχου!

Πέραν όλων των προβλημάτων, βασική αιτία ήταν και ανάληψη της ηγεσίας του γενικού επιτελείου του, αρχικά και του υπουργείου Πολέμου, λίγο αργότερα, από τον στρατηγό Βλαντιμίρ Αλεξάντροβιτς Σουκομλίνοφ.

Αξιωματικός του ιππικού με εμμονή στην επιθετική τακτική, αρνούνταν να δεχτεί ότι η μορφή του πολέμου είχε αλλάξει από τη Ναπολεόντεια περίοδο. Ο ίδιος, χρωστώντας την άνοδό του όχι στην αξία του, υπερηφανευόταν ότι είχε 25 χρόνια, μετά την αποφοίτηση του ως αξιωματικός, να διαβάσει ένα έστω στρατιωτικό εγχειρίδιο! Στα χέρια αυτού και των οπαδών του, με τους οποίους φρόντισε να πληρώσει όλες τις καίριες θέσεις, αφέθηκε ο Ρωσικός Στρατός.

Σε πολλές περιπτώσεις ο Σουκομλίνοφ κάλυψε αξιωματικούς του περιβάλλοντός του ακόμα και εγνωσμένους κατασκόπους των Γερμανών, ή κερδοσκόπους που έκλεβαν, ουσιαστικά τα ταμεία του στρατού.

Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα διαφθοράς μόνο ένας ανόητος θα μπορούσε να πιστεύει πως ο Ρωσικός Στρατός θα μπορούσε να αποδώσει. Δυστυχώς ο ανόητος αυτός υπήρχε και ήταν ο ίδιος ο τσάρος Νικάος Β’.

«Στα 62 του ο ίδιος, σκλάβος της όμορφης, 32 μόλις ετών γυναίκας του, έξυπνος αλλά και αγενής, δουλοπρεπής έναντι του τσάρου, φίλος του Ρασπούτιν, περιτριγυρισμένος από έναν όχλο μεσαζόντων για τις ίντριγκές του, είναι ένας άνθρωπος που έχει ξεχάσει πως είναι να εργάζεσαι και εξαντλεί την ενεργητικότητά του σε σόκιν ανέκδοτα», έγραφε για τον Ρώσο στρατηγό Σουκομλίνοφ ο Γάλλος πρέσβης στη Ρωσία.

Στα ίδια επίπεδα ποιότητας κινείτο και ο Ρώσος επιτελάρχης, υπεύθυνος για τον σχεδιασμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων, αντιστράτηγος Ντανίλοφ. Ο Ντανίλοφ, εμποτισμένος από το δόγμα της «περικυκλωμένης» Ρωσίας, έφτασε στο σημείο να καταστρώσει σχέδια για πόλεμο της χώρας με την Σουηδία, τη Ρουμανία, την Αυστρία, τη Γερμανία, την Κίνα και την Ιαπωνία, μαζί! Όπως σχολίασε κάποιος αξιωματικός «μόνο τους Αρειανούς δεν περιέλαβε στα σχέδια του».

Όσον αφορά τα σχέδια συγκέντρωσης του ρωσικού στρατού, ο Ντανίλοφ ήταν υπέρμαχος της στρατηγικής άμυνας στη γραμμή των ελών του Πρίπετ, με την κύρια στρατηγική συγκέντρωση βόρεια αυτών (59 ΜΠ) και την μικρότερη νότια έναντι των Αυστριακών (19 ΜΠ). Το σχέδιό του όμως προέβλεπε την αμαχητί εγκατάλειψη της Πολωνίας και κατά συνέπεια δεν ενεκρίθη, χωρίς πάντως ο ίδιος να χάσει τη θέση του.

Αντίθετα ο Ρωσικός Στρατός υιοθέτησε ένα άλλο στρατηγικό σχέδιο συγκέντρωσης που προέβλεπε την ανάπτυξη δύο στρατιών, 1ης και 2ης απέναντι στις γερμανικές δυνάμεις της Αν. Πρωσίας (Βορειοδυτικό Μέτωπο). Νότια αυτών αναπτυσσόταν οι δυνάμεις του Νοτιοδυτικού Μετώπου υπό τον στρατηγό Ιβανόφ.

Οι δυνάμεις του αποτελούντο, από Βορρά προς Νότο, από την 4η Στρατιά, υπό τον γερμανικής καταγωγής στρατηγό Άντον φον Ζάλτσα (5 Σώματα Στρατού (ΣΣ), οκτώ ενεργές και αργότερα τρεις εφεδρικές Μεραρχίες Πεζικού (ΜΠ), τέσσερις Μεραρχίες Ιππικού -ΜΙ), την 5η Στρατιά, υπό τον επίσης γερμανικής καταγωγής στρατηγό Πάβελ φον Πλέβε (έξι ΣΣ, οκτώ ενεργές ΜΠ, και αργότερα πέντε εφεδρικές ΜΠ, πέντε ΜΙ).

Ακολουθούσε η 3η Στρατιά, υπό τον στρατηγό Νικολάι Ρούτσκι, η ισχυρότερη όλων (10 ΣΣ, 16 ενεργές ΜΠ, και αργότερα πέντε εφεδρικές ΜΠ, εννέα ΜΙ). Η στρατιά αυτή τελικά διχοτομήθηκε και με το ήμισυ των δυνάμεων της σχηματίστηκε η 8η Στρατιά, τη διοίκηση της οποίας ανέλαβε ο στρατηγός Αλεξέι Μπρουσίλοφ.

Οι ενεργές ρωσικές δυνάμεις που στάθμευαν στην Πολωνία διατέθηκαν κυρίως στις προορισμένες να εισβάλουν στην Αν. Πρωσία στρατιές. Έτσι οι προοριζόμενες για τον αγώνα στη Γαλικία στρατιές θα διέθεταν και σημαντικό αριθμό επιστρατευόμενων μεραρχιών το προσωπικό των οποίων, δεδομένης και της απόδοσης των ρωσικών σιδηροδρόμων, θα αργούσε αρκετά να ενταχθεί στις οικίες ΜΠ.

Η ρωσική ΜΠ της εποχής ήταν οργανωμένη όπως και η αντίστοιχη αυστριακή. Παρέτασσε δύο ταξιαρχίες, έκαστη με δύο συντάγματα, έκαστο με τέσσερα τάγματα. Διέθετε επίσης μια ταξιαρχία πυροβολικού (έξι πυροβολαρχίες, έκαστη των οκτώ πυροβόλων, 48 πυροβόλα), αλλά και μια ή δύο μικρές ταξιαρχίες ιππικού (συνήθως 8-12 ίλες). Οι ταξιαρχία/ες πάντως αποσύρθηκαν από τους σχηματισμούς του πεζικού και συγκρότησαν ανεξάρτητους σχηματισμούς ιππικού.

Ένα σημαντικό μειονέκτημα του Ρωσικού Στρατού ήταν η κακή του λογιστική υπηρεσία και το μικρό τηρούμενο απόθεμα πυρομαχικών, ειδικά στο πυροβολικό. Ο Ρωσικός Στρατός ήταν ο μόνος που εισήλθε στον Α’ ΠΠ με απόθεμα μικρότερο των 1.000 βολών ανά πυροβόλο.

Το απόθεμα αυτό ήταν ακόμα μικρότερο, στην πραγματικότητα, καθώς πέραν των πυρομαχικών πρώτης γραμμής, τα λοιπά τηρούνταν σε αποθήκες στο εσωτερικό και χρειαζόταν πολύς χρόνος για να μεταφερθούν στο μέτωπο.