Πελοποννησιακός Πόλεμος: Η πρώτη μάχη της Μαντινείας 419 π.Χ.

Παντελής Καρύκας
1354

Όταν το 431 π.Χ. ξέσπασε ο Πελοποννησιάκος Πόλεμος, κανείς από τους εμπολέμους δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα εμπλεκόταν στην μεγαλύτερη σε διάρκεια και πλέον άγρια εμφύλια διαμάχη.

Η αγριότητα του νέου εμφυλίου πολέμου, θα ξεπερνούσε πράγματι σε αγριότητα κάθε προηγούμενο. Για πρώτη φορά στην ως τότε ιστορία τους, οι Έλληνες θα αλληλοσφάζονταν με τέτοιο φανατισμό.

Οι πρώτες επιχειρήσεις

Τον Ιούνιο του ίδιου έτους ο βασιλιάς της Σπάρτης Αρχίδαμος εισέβαλε, επικεφαλής ισχυρού πελοποννησιακού στρατού, στην Αττική.

Αφού κατέλαβε το συνοριακό οχυρό της Οινόης, λεηλάτησε επί έναν μήνα την ύπαιθρο χώρα, μεταξύ Πάρνηθας και Πεντέλης και επέστρεψε κατόπιν στην Πελοπόννησο. Στην επίθεση αυτή, οι Αθηναίοι απάντησαν με επιδρομή αντιποίνων στη Λακωνική.

Ισχυρότατη μοίρα του αθηναϊκού στόλου – 100 πλοία και οι ανάλογοι επιβάτες – κατευθύνθηκε προς την Πελοπόννησο και λεηλάτησε τα παράλια της. Άλλη μοίρα κατευθύνθηκε βόρεια και επιτέθηκε στους συμμάχους των Σπαρτιατών Λοκρούς.

Στα τέλη δε του καλοκαιριού οι Αθηναίοι επιτέθηκαν και κατέλαβαν την Αίγινα, ενώ τον Σεπτέμβριο επιτέθηκαν στη Μεγαρίδα και την ερήμωσαν.

Η ίδια κατάσταση επαναλήφθηκε και στο δεύτερο έτος του πολέμου, το σημαντικότερο γεγονός του οποίου ήταν η πρόκληση του λοιμού στην Αθήνα, από τον οποίο έχασαν τη ζωή τους 5.000 μάχιμοι άνδρες και πολλοί περισσότεροι άμαχοι.

Το τρίτο έτος του πολέμου οι Αθηναίοι επιτέθηκαν στην Ποτίδαια και οι αντίπαλοι τους επιτέθηκαν στις Πλαταιές, ενώ μετέφεραν τον πόλεμο και στη δυτική Ελλάδα, με συμμάχους τους Αμβρακιώτες. Οι Αθηναίοι όμως χάρη στην ναυτική υπεροχή τους νίκησαν δύο φορές τον πελοποννησιακό στόλο σε ναυμαχίες στον Κορινθιακό.

Αν και νικητές όμως, ως τότε, οι Αθηναίοι, υπέστησαν το έτος αυτό (429 π.Χ.) την καταλυτική απώλεια που μάλλον τους στοίχισε και την απώλεια του πολέμου, την απώλεια του Περικλή.

Ο άριστος των ηγετών της, εκείνη την περίοδο, υπέκυψε στην επιδημική ασθένεια, αφήνοντας δυσαναπλήρωτο κενό. Μετά τον θάνατο του και ως την υπογραφή της ειρήνης του Νικία (421 π.Χ.), την πόλη κυβέρνησε μια σειρά ανθρωπαρίων, με σημαντικότερο εκπρόσωπο τον Κλέωνα.

Ο Κλέων αποτελούσε τυπικό δείγμα δημαγωγού της εποχής. Η μεγάλη επιτυχία της κατάληψης της Πύλου και της Σφακτηρίας, το 425 π.Χ. και η αιχμαλωσία 291 Σπαρτιατών διαφημίστηκε από τον ίδιο ως έργο δικό του, ενώ στην πραγματικότητα υπήρξε έργο του άξιου στρατηγού Δημοσθένη.

Ο δημαγωγός σκοτώθηκε στη μάχη της Αμφίπολης. Στην ίδια πάντως μάχη σκοτώθηκε και ο γενναίος Σπαρτιάτης αντίπαλος του Βρασίδας.

Η ασταθής ειρήνη

Η υπογραφή της Νικείου ειρήνης (421 π.Χ.) δεν ξεκαθάρισε το τοπίο στα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Επρόκειτο ουσιαστικά για μια μεγάλης διάρκειας ανακωχής, που υπεγράφη με σκοπό να προσφέρει την απαραίτητη ανάπαυλα στους αντιμαχόμενους , για να συνεχίσουν αργότερα τον πόλεμο. Ύστερα από συγκρούσεις 10 ετών κανένα άλλωστε στρατόπεδο δεν είχε υποστεί ανεπανόρθωτη ήττα.

Οι Πελοποννήσιοι και οι Βοιωτοί σύμμαχοι των Σπαρτιατών , από την πλευρά τους, δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένοι με τη σύναψη της. Ο πρωταρχικός τους σκοπός, η εξουδετέρωση της Αθήνας δεν είχε επιτευχθεί.

Οι Κορίνθιοι μάλιστα, μεγάλοι ανταγωνιστές, στον εμπορικό στίβο των Αθηναίων, δεν δίστασαν να συστήσουν ένα νέο δικό τους πλέγμα συμμαχιών, στο οποίο εντάχθηκαν και οι φανατικοί εχθροί των Σπαρτιατών Αργείοι.

Η κίνηση αυτή των Κορινθίων, πραγματοποιήθηκε ως μέτρο πίεσης προς τη Σπάρτη, για να καταστρατηγήσει τη Νικιείο ειρήνη. Όπως ήταν φυσικό η σύσταση της Κορινθιακής Συμμαχίας, θορύβησε τους Σπαρτιάτες, που απάντησαν με χωριστή συμφωνία με τους Βοιωτούς.

Οι Αθηναίοι από την πλευρά τους, με πρωτοβουλία του ανερχόμενου αστέρα της πολιτικής τους σκηνής, Αλκιβιάδη, σύναψαν συμμαχία με τους Αργείους, τους Ηλείους και τους Μαντινείς, συμμαχία που εξ ορισμού, στρεφόταν κατά της Σπάρτης.

Συνέπεια της συμφωνίας αυτής ήταν οι Κορίνθιοι να επιστρέψουν στο σπαρτιατικό άρμα. Όλα λοιπόν ήταν έτοιμα για την επανέναρξη του πολέμου, αρκούσε μόνο η σπίθα που θα άναβε τη φωτιά του.

Είναι μάλλον παράλογο να χρεώσουμε την επανέναρξη των συγκρούσεων στη φιλοδοξία ενός κα μόνο ανδρός, του Αλκιβιάδη. Άσχετα με τις φιλοδοξίες και τις επιθυμίες του, το γεγονός ήταν ότι βρέθηκε πρόσφορο έδαφος για την καλλιέργεια τους.

Το καλοκαίρι του 419 π.Χ. οι σύμμαχοι των Αθηναίων Αργείοι, εκστράτευσαν κατά της Επιδαύρου. Οι Σπαρτιάτες δεν μπορούσαν να μείνουν ασυγκίνητοι σε αυτή την απειλή. Ενίσχυσαν τη φρουρά της πόλης με 300 άνδρες τους, προσπαθώντας όμως να μη διαταράξουν, όσο ήταν δυνατό, τις σχέσεις τους με την Αθήνα.

Και οι σώφρονες όμως Αθηναίοι προσπάθησαν να αποφύγουν την εκ νέου έκρηξη γενικευμένου πολέμου. Ως πρώτο μέτρο αφαίρεσαν τη στρατηγεία από τον φιλοπόλεμο Αλκιβιάδη και ανέθεσαν την εξουσία στους στρατηγούς Νικία, Λάχητα και Νικόστρατο.

Οι Σπαρτιάτες όμως δεν μπορούσαν με κανένα τρόπο να επιτρέψουν τη συγκρότηση ισχυρού εναντίον τους συνασπισμού, εντός της Πελοποννήσου.

Πόλεμος στην Πελοπόννησο

Με αφορμή την επίθεση των Αργείων κατά της Επιδαύρου, συγκέντρωσαν τις δυνάμεις της Πελοποννησιακής Συμμαχίας και εκστράτευσαν κατά των Αργείων, Ηλείων και Μαντινείων αντιπάλων τους. Με επικεφαλής τον βασιλιά της Σπάρτης Άγι συγκροτήθηκε ένας πανίσχυρος στρατός.

Περιελάμβανε περίπου 4.200 Λακεδαιμόνιους, 5.000 Βοιωτούς, 2.000 Κορινθίους και 1.500 Αρκάδες οπλίτες. Μαζί της ενώθηκαν και οι δυνάμεις των πόλεων Φλειούντος, Μεγάρων, Επιδαύρου, Σικυώνας και Πελλήνης.

Συνολικά συγκεντρώθηκαν 20.000 οπλίτες και τουλάχιστον άλλοι τόσοι ψιλοί και λίγοι ιππείς. Από την άλλη πλευρά οι Αργείοι και οι σύμμαχοι τους κατόρθωσαν να συγκεντρώσουν 16.000 οπλίτες και ανάλογο αριθμό ψιλών.

Καθώς οι δύο στρατιές ελίσσονταν για να καταλάβουν πλεονεκτικό έδαφος, η πελοποννησιακή στρατιά κατόρθωσε να κυκλώσει την αντίπαλη. Ο Άγις θα μπορούσε τότε να επιτύχει συντριπτική νίκη.

Δεν το επεδίωξε όμως, προσπαθώντας να αποφύγει την οριστική ρήξη. Προχώρησε μάλιστα και στη σύναψη τετράμηνης ανακωχής με τους Αργείους. Οι τελευταίοι πάντως, με τις προτροπές του Αλκιβιάδη, πρεσβευτή της Αθήνας τότε, αποφάσισαν να συνεχίσουν τον πόλεμο κατά της Σπάρτης.

Όταν μάλιστα αφίχθησαν στο Άργος αθηναϊκές επικουρίες (1.000πεζοί και 300 ιππείς), οι Αργείοι πείσθηκαν να καταγγείλουν την ανακωχή και ετοιμάστηκαν να επιτεθούν στους εχθρούς.

Πρώτος στόχος των Αργείων και των συμμάχων τους ήταν η μικρή πόλη του Αρκαδικού Ορχομενού. Η πολίχνη σύντομα καταλήφθηκε και οι σύμμαχοι, ύστερα από την επιτυχία αυτή κατευθύνθηκαν προς την πιστή σύμμαχο των Σπαρτιατών Τεγέα. Οι Ήλειοι όμως διαφώνησαν με το συγκεκριμένο σχέδιο επιχειρήσεων και αποχώρησαν από τον συνασπισμό των Αργείων.

Στο μεταξύ οι Σπαρτιάτες είχαν κινητοποιήσει τις δυνάμεις τους και μαζί με τους Τεγεάτες συμμάχους τους κινήθηκαν κατά των πολεμίων. Οι Αργείοι και οι σύμμαχοι τους είχαν λάβει θέσεις στις πλαγιές του Αλησίου όρους, ιππαστί της οδού που ένωνε τον αρκαδικό Ορχομενό με την πόλη τους. Η θέση ήταν φύση οχυρή και οι Σπαρτιάτες δεν τόλμησαν καν να επιτεθούν, στους εκεί ταγμένους εχθρούς τους.

Σε μια προσπάθεια να παρασύρει τους αντιπάλους του να πολεμήσουν στην πεδιάδα της Μαντινείας, ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Άγις, διέταξε τους άνδρες του να αλλάξουν τη ροή του ποταμού Όφεως, ώστε να πλημμυρίσουν οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις των Μαντινείων.

Ήλπιζε ότι με τον τρόπο αυτό, οι Μαντινείς που θα έβλεπαν τις περιουσίες τους να καταστρέφονται, θα πίεζαν τους Αργείους συμμάχους τους να κατέλθουν στην πεδιάδα και να πολεμήσουν.

Η καταλυτική μάχη

Την επομένη οι Αργείοι και οι σύμμαχοι τους κατέβηκαν στην πεδιάδα. Ο στρατός τους αριθμούσε περί τους 7.500 άνδρες. Από αυτούς περίπου 3.000 ήταν Μαντινείς, Αρκάδες, Κλεοναίοι και Ορνεάτες, 3.000 ήταν Αργείοι και 1.300 Αθηναίοι.

Απέναντι τους τάχθηκαν περίπου 8.000 Σπαρτιάτες και σύμμαχοι τους. Αντιμέτωπες οι δύο στρατιές , άρχισαν να κινούνται μια κατά της άλλης . σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, οι Αργείοι και οι σύμμαχοι τους κινήθηκαν με ταχύτητα κατά των εχθρών, αντίθετα με τους Λακεδαιμονίους ,οι οποίοι βάδισαν με κανονικό ρυθμό.

Τελικά οι δύο αντίπαλες στρατιές ήρθαν σε επαφή και οι Λακεδαιμόνιοι νίκησαν κατά κράτος τους αντιπάλους τους στο δεξιό και στο κέντρο του μετώπου τους και ηττήθηκαν στο αριστερό.

Η μάχη είχε όμως ήδη κερδηθεί αφού οι Αργείοι στρατιώτες, με εξαίρεση τους 1.000 επίλεκτους, είχαν τραπεί σε φυγή και στο άκρο αριστερό οι Αθηναίοι μόλις κατόρθωσαν να διασωθούν από πλήρη εξόντωση, με τη συνδρομή του ιππικού τους. Οι απώλειες των ηττημένων ξεπέρασαν τους 1.100 άνδρες.

Από αυτούς οι 700 ήταν Αργείοι, Ορνεάτες και Κλεωναίοι, οι 200 Μαντινείς και οι άλλοι 200 Αθηναίοι, μεταξύ των τελευταίων και οι δύο τους στρατηγοί Λάχης και Νικόστρατος. Οι νικητές απώλεσαν 300 άνδρες.

Η ήττα των συμμάχων στη Μαντινεία είχε καταλυτικές συνέπειες για τα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Πρώτα από όλα έθεσε τέρμα στο ζήτημα ηγεμονίας στην Πελοπόννησο. Δεύτερη και σημαντικότερη συνέπεια ήταν η έμμεση, έστω, ταπείνωση της Αθήνας.