Σαραντάπορο 1912: Ανοίγοντας τις πύλες της Μακεδονίας

Παντελής Καρύκας
1176

Η ανατολή του 20ου αιώνα βρήκε τα Βαλκάνια σε αταξία. Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα είχε κυλήσει μέσα στην ένταση. Οι πόλεμοι είχαν καταστεί ενδημικό φαινόμενο στην περιοχή, που δίκαια χαρακτηριζόταν ως «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης». Σέρβοι, Βούλγαροι, Τούρκοι και Ρουμάνοι είχαν εμπλακεί σε σειρά συγκρούσεων από το 1877 και μετά.

Η Ελλάδα ενεπλάκη τελευταία στις «διαβαλκανικές» συρράξεις με καταστροφικά γι’ αυτήν αποτελέσματα (Πόλεμος 1897). Εκείνη την περίοδο η Βαλκανική χερσόνησος ήταν μοιρασμένη μεταξύ της Σερβίας, της Βουλγαρίας, του Μαυροβουνίου, της Ρουμανίας, της Ελλάδας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Οι Τούρκοι εξακολουθούσαν να κατέχουν ολόκληρη τη Μακεδονία, το μεγαλύτερο τμήμα της Ηπείρου, τη Θράκη, τη σημερινή Αλβανία και τα ελληνικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου.

Η προσωρινή ύφεση στις σχέσεις των βαλκανικών κρατών διακόπηκε απότομα με υπαιτιότητα της Βουλγαρίας. Από το 1904 ως το 1908, στα μακεδονικά εδάφη διεξήχθη ένας σκληρός, ακήρυκτος πόλεμος, που έμεινε γνωστός ως Μακεδονικός Αγώνας. Στη σύγκρουση αυτή ενεπλάκησαν κυρίως οι Έλληνες και οι Βούλγαροι και σε δεύτερο χρόνο οι Τούρκοι και οι Σέρβοι.

Η επικράτηση των Ελλήνων στη συγκεκριμένη σύγκρουση ήταν γεγονός τεράστιας σημασίας, που λειτούργησε ως παρακαταθήκη για τις μελλοντικές εξελίξεις στην περιοχή.

Όχι μόνο τονώθηκε το καταπτοημένο φρόνημα του Ελληνικού Στρατού, ύστερα από την αισχρή ήττα του ’97, αλλά τονώθηκε και το ηθικό των Ελλήνων κατοίκων της Μακεδονίας οι οποίοι έπαψαν να νιώθουν εγκαταλελειμμένοι και άρχισαν και πάλι να προσβλέπουν έντονα προς τη μητέρα Ελλάδα για την απελευθέρωσή τους από τον οθωμανικό ζυγό.

Προς την κλαγγή των όπλων

Ο Ιταλοτουρκικός Πόλεμος και η ήττα των Τούρκων είχε προκαλέσει νέα αναστάτωση στα Βαλκάνια. Υπό την πίεση της Ρωσίας, Σερβία και Βουλγαρία υπέγραψαν στις 29 Φεβρουαρίου 1912 «αμυντικό» σύμφωνο.

Για το επίμαχο θέμα της διανομής των κατακτημένων μακεδονικών εδαφών, οι δύο χώρες δεσμεύονταν να προσφύγουν στη διαμεσολάβηση του τσάρου της Ρωσίας. Στις 16 Μαΐου 1912 υπεγράφη και ελληνοβουλγαρικό σύμφωνο, αυτή τη φορά καθαρά αμυντικό.

Ακολούθησε και ανάλογο σύμφωνο μεταξύ Βουλγαρίας και Μαυροβουνίου. Απέναντι σε αυτό το πλέγμα συμμαχιών των βαλκανικών κρατών, Γερμανοί, Αυστριακοί, αλλά και Γάλλοι θορυβήθηκαν. Οι χώρες αυτές δεν επιθυμούσαν σε καμία περίπτωση τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Με διακοίνωσή τους μάλιστα προειδοποίησαν τις κυβερνήσεις των τεσσάρων χριστιανικών κρατών πως δεν θα τους αναγνώριζαν τις τυχόν κατακτήσεις τους, ακόμα και αν νικούσαν. Με τις απόψεις της Γαλλίας και του πρωθυπουργού της Πουανκαρέ συντάχθηκαν τελικά και η Ρωσία και η Βρετανία.

Παρά τις αντιρρήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων όμως οι βαλκανικοί λαοί ήταν αποφασισμένοι να επιτεθούν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το μόνο που απέμενε ήταν να δοθεί η αφορμή.

Οι αντίπαλες δυνάμεις

Οι τουρκικές δυνάμεις που στάθμευαν στα ευρωπαϊκά εδάφη ήταν ιδιαίτερα ισχυρές. Ήταν σε θέση να επικρατήσουν έναντι οποιουδήποτε βαλκανικού στρατού, μεμονωμένα. Απέναντι στη συγκεντρωτική επίθεση των βαλκανικών στρατών όμως δεν ήταν σε θέση να υπερασπίσουν επαρκώς το οθωμανικό έδαφος.

Συνολικά οι Τούρκοι διέθεταν 48 μεραρχίες πεζικού και δύο μεραρχίες ιππικού με παρατακτέα δύναμη 340.000 πεζών, 6.000 ιππέων, 850 πυροβόλων εκστρατείας και 750 πυροβόλων θέσης (φρουριακό πυροβολικό). Οι δυνάμεις αυτές ήταν κατανεμημένες σε δύο στρατιές, τη Στρατιά Θράκης και τη Στρατιά Μακεδονίας.

Η πρώτη είχε αναπτυχθεί μεταξύ Διδυμοτείχου και Σαράντα Εκκλησιών και είχε ως αποστολή την αντιμετώπιση των πλέον αξιόμαχων, κατά τους Τούρκους, συμμαχικών δυνάμεων, των βουλγαρικών.

Η Στρατιά Μακεδονίας, υπό τον Αλή Ριζά πασά (σταθμός διοίκησης Περλεπές), είχε την πλέον δύσκολη αποστολή, να αντιμετωπίσει δηλαδή τους Έλληνες, τους Σέρβους και τους Μαυροβούνιους. Για την εκπλήρωση της αποστολής της είχε αναπτύξει τις δυνάμεις ως εξής:

1) τη Στρατιά Αξιού, απέναντι στον κύριο όγκο του Σερβικού Στρατού,
2) το Σώμα Στρατού Σκόδρας, απέναντι στους Μαυροβούνιους,
3) το Σώμα Στρατού Ιωαννίνων, απέναντι στις ελληνικές δυνάμεις στην Ήπειρο και
4) τη Στρατιά Αλιάκμονα ή 8ο Έκτατο Σώμα Στρατού, απέναντι στην Ελληνική Στρατιά Θεσσαλίας.

Απέναντι στις δυνάμεις αυτές ο Ελληνικός Στρατός είχε αναπτύξει τη Στρατιά Θεσσαλίας και τη Στρατιά Ηπείρου κατά μήκος της ελληνοτουρκικής μεθορίου στις ομώνυμες περιοχές αντίστοιχα. Η Στρατιά Θεσσαλίας περιελάμβανε στις τάξεις της το σύνολον σχεδόν των δυνάμεων του Ελληνικού Στρατού.

Διέθετε επτά μεραρχίες πεζικού και μία ταξιαρχία ιππικού, με συνολική δύναμη 100.000 περίπου ανδρών. Η Στρατιά Ηπείρου ήταν δυνάμεως μίας μεραρχίας πεζικού. Από την 12η Δεκεμβρίου 1912 μετονομάστηκε σε VIII Μεραρχία Πεζικού.

Τον Σεπτέμβριο του 1912 οι σύμμαχοι είχαν επιστρατεύσει τις δυνάμεις τους και ετοιμάζονταν να εξορμήσουν. Η Ελλάδα κήρυξε γενική επιστράτευση στις 17 Σεπτεμβρίου. Ως τις αρχές Οκτωβρίου ο Ελληνικός Στρατός βρισκόταν έτοιμος στα σύνορα, έτοιμος να ξορκίσει τα φαντάσματα του 1897. Το πρώτο βήμα ωστόσο έγινε από το Μαυροβούνιο, ο βασιλιάς Νικόλαος του οποίου κήρυξε στις 25 Σεπτεμβρίου τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Εξόρμηση

Από τις 5 Οκτωβρίου 1912 η Ελλάδα, η Σερβία και η Βουλγαρία βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το πρωί της ίδιας ημέρας οι ελληνικές δυνάμεις περνούσαν τη μεθόριο. Ένα κλίμα συγκρατημένου ενθουσιασμού επικρατούσε καθώς οι στρατιώτες απελευθέρωναν μέτρο το μέτρο χώματα ελληνικά.

Οι μνήμες όμως του «μαύρου ‘97» δεν επέτρεπαν, προς το παρόν τουλάχιστον, την εκδήλωση άκρατου ενθουσιασμού. Η ελληνική Στρατιά Θεσσαλίας είχε λάβει θέσεις γύρω από την εξέχουσα του Δαμασίου.

Στο άκρο αριστερό, απέναντι από τη Δεσκάτη, είχε ταχθεί το Απόσπασμα Ευζώνων του συνταγματάρχη Μηχανικού Στέφανου Γεννάδη, με δύο τάγματα ευζώνων. Το απόσπασμα αποτελούσε την ισχυρή πλαγιοφυλακή της στρατιάς. Νότια, στην κορυφή της εξέχουσας είχε ταχθεί η Ταξιαρχία Ιππικού, υπό τον υποστράτηγο Αλέξανδρο Σούτσο, με έδρα το χωριό Ζάρκο.

Στην δεξιά πλευρά της εξέχουσας είχαν ταχθεί η IV Μεραρχία Πεζικού, η III Μεραρχία Πεζικού, η II Μεραρχία Πεζικού και το Απόσπασμα Ευζώνων του αντισυνταγματάρχη Μηχανικού Κωνσταντίνου Κωνσταντινόπουλου. Η Ι Μεραρχία Πεζικού είχε ταχθεί δίπλα στην ΙΙ. Πιο πίσω από τη μεθόριο είχαν ταχθεί οι V, VI και VII Μεραρχίες Πεζικού.

Με το πρώτο φως της 5ης Οκτωβρίου οι ελληνικές δυνάμεις πέρασαν τη μεθόριο. Οι εμπροσθοφυλακές τους συγκρούστηκαν με τις φρουρές των τουρκικών φυλακίων και τις ανάγκασαν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους. Οι Τούρκοι προέβαλαν ασθενή αντίσταση και, προφανώς βάση σχεδίου, αποσύρθηκαν βορειότερα.

Μέχρι το βράδυ οι ελληνικές δυνάμεις, έχοντας απωλέσει 46 νεκρούς και τραυματίες, είχαν προωθηθεί κατά μήκος της εξέχουσας του Δαμασίου και είχαν επανακτήσει την παλαιά γραμμή των συνόρων, όπως ήταν πριν το 1897. Την επομένη η στρατιά συνέχισε την προώθηση.

Το Γενικό Στρατηγείο, στο οποίο υπάγονταν απ’ ευθείας όλες οι μεραρχίες, στη διαταγή επιχειρήσεών του για την 6η Οκτωβρίου είχε διατάξει την κατάληψη της Ελασσόνας και της Δεσκάτης. Μπροστά από τις δύο κωμοπόλεις οι Τούρκοι είχαν εγκατασταθεί αμυντικά, αποφασισμένοι να τις υπερασπίσουν, αν και δεν διέθεταν ιδιαίτερα ισχυρές δυνάμεις.

Από τα σύνορα στον Σαραντάπορο

Για την επίθεση κατά της Ελασσόνας ο αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος διέθεσε τις Ι, ΙΙ και ΙΙΙ Μεραρχίες Πεζικού και τα τάγματα ευζώνων του συνταγματάρχη Κωνσταντινόπουλου. Ωστόσο, ελλείψει σοβαρών μέσων διαβιβάσεων και αποτελεσματικού ελέγχου των επιχειρήσεων από το «υπερφορτωμένο» στρατηγείο, ο συντονισμός των ενεργειών δεν κατέστη δυνατός.

Το Απόσπασμα Ευζώνων δεν είχε καν λάβει τη διαταγή επιχειρήσεων σύμφωνα με την οποία θα υπαγόταν στη διοίκηση της Ι Μεραρχίας Πεζικού. Έτσι ενήργησε αυτοβούλως, προωθούμενο βορειοανατολικά, και μόλις το μεσημέρι της 6ης Οκτωβρίου συνδέθηκε με τη μεραρχία. Η μάχη της Ελασσόνας όμως, η πρώτη του πολέμου, είχε ήδη κριθεί.

Η Ι Μεραρχία Πεζικού είχε νωρίτερα διαβεί τη στενωπό της Μελούνας και είχε προωθηθεί, με δύο συντάγματα σε πρώτο κλιμάκιο, προς την κωμόπολη. Οι Τούρκοι κατείχαν με δύναμη συντάγματος, περίπου, τα περί την πόλη υψώματα. Διέθεταν επίσης και στοιχεία πυροβολικού. Η Ι Μεραρχία, ως τις 10.00, είχε κινηθεί μέχρι το χωριό Τσαρίτσανη.

Εκεί δέχτηκε και το καλωσόρισμα του τουρκικού πυροβολικού. Ο διοικητής της, υποστράτηγος Εμμανουήλ Μανουσογιαννάκης, διέταξε αμέσως την ανάπτυξη της μεραρχίας σε σχηματισμό μάχης. Αριστερά της Ι Μεραρχίας, η ΙΙ κινούνταν επίσης προς την Ελασσόνα όταν δέχθηκε και αυτή τα πυρά του εχθρικού πυροβολικού. Αμέσως η μεραρχία αναπτύχθηκε σε σχηματισμό μάχης και επιτέθηκε κατά των εχθρικών θέσεων στο ύψωμα Παλιούρι.

Οι Τούρκοι προέβαλαν ισχυρή αντίσταση αυτή τη φορά. Δεν ήταν όμως σε θέση να αντέξουν για πολύ. Σταδιακά η αντίστασή τους κάμφθηκε, τόσο στον τομέα της ΙΙ Μεραρχίας, όσο και στον τομέα της Ι.

Τα γύρω από την Ελασσόνα υψώματα καταλήφθηκαν από τις ελληνικές δυνάμεις, οι οποίες προωθήθηκαν σε απόσταση 7 χλμ. από την κωμόπολη, όπου και εγκατέστησαν προφυλακές.

Οι δύο ελληνικές μεραρχίες είχαν συνολικά υποστεί απώλειες 66 νεκρών και τραυματιών κατά τη διάρκεια της μάχης. Οι απώλειες των Τούρκων ήταν επίσης ελαφρές. Στο δυτικό άκρο του μετώπου το Απόσπασμα Ευζώνων Γεννάδη είχε επίσης εξορμήσει κατά των τουρκικών θέσεων, νότια της Δεσκάτης.

Οι Τούρκοι είχαν αναπτυχθεί αμυντικά στο δύσβατο έδαφος και αντιμετώπισαν με θάρρος την ελληνική έφοδο. Η μάχη της Δεσκάτης ήταν μια μονομαχία πεζικού, μονομαχία μεταξύ των οχυρωμένων Τούρκων και των ακατάβλητων ευζώνων. Όπως ήταν φυσικό οι εύζωνοι επικράτησαν και έτρεψαν σε άτακτη φυγή τους Τούρκους, καταδιώκοντάς τους σε απόσταση 8 χλμ. από τις αρχικές τους θέσεις.

Λίγο νωρίτερα άνδρες του αποσπάσματος είχαν εισέλθει στη Δεσκάτη υπό τις επευφημίες των κατοίκων. Οι απώλειες του αποσπάσματος έφτασαν τους 19 νεκρούς και τραυματίες.

Δύο μόλις μέρες είχαν περάσει από την έναρξη του πολέμου και η Στρατιά Θεσσαλίας είχε προελάσει σε βάθος 15 χλμ. περίπου έχοντας ως κύριο εχθρό περισσότερο το δύσβατο έδαφος και την έλλειψη συντονισμού παρά τους Τούρκους.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στις πρώτες συγκρούσεις κατόρθωσαν να εμπλακούν δύο μόλις από τις επτά ελληνικές μεραρχίες και το ένα απόσπασμα ευζώνων. Οι λοιπές μεραρχίες εξακολουθούσαν να προωθούνται αργά, κατά του κέντρου της εχθρικής διάταξης, στο οποίο όμως ο εχθρός δεν παρέτασσε σοβαρές δυνάμεις.

Αν το ελληνικό κέντρο προωθείτο εξ αρχής, οι Τούρκοι θα εξαναγκάζονταν να εγκαταλείψουν αμαχητί τις θέσεις τους σε Ελασσόνα και Δεσκάτη. Ατυχές θα μπορούσε επίσης να χαρακτηριστεί το γεγονός της αδράνειας της Ταξιαρχίας Ιππικού. Η εν λόγω ταξιαρχία, ο μόνος ευκίνητος σχηματισμός του Ελληνικού Στρατού, περιορίστηκε σε προώθηση 10 χλμ., εκπέμποντας περιπόλους μόνο προς την κατεύθυνση της Δεσκάτης, οι οποίες όμως ούτε καν προσέγγισαν στην πόλη για να υποβοηθήσουν την ενέργεια των ευζώνων του Γεννάδη.

Αν το ιππικό κινούνταν με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα είτε βόρεια της Δεσκάτης, είτε βόρεια της Ελασσόνας, τα τουρκικά τμήματα θα αποκόπτονταν και θα καταστρέφονταν. Το ιππικό όμως έδρασε τουλάχιστον διστακτικά και η ευκαιρία χάθηκε.

Η έλλειψη συντονισμού θα αποτελέσει το μεγαλύτερο πρόβλημα του Ελληνικού Στρατού σε όλη τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Από την αρχή φάνηκε καθαρά ότι το Γενικό Στρατηγείο δεν ήταν σε θέση να συντονίσει αποτελεσματικά τη δράση των διαφόρων σχηματισμών, σε όλο το μήκος του μετώπου, με δεδομένα τα πενιχρά μέσα διαβιβάσεων της εποχής.

Χρειαζόταν να συσταθούν επιτελεία σωμάτων στρατού, τα οποία θα βοηθούσαν στην ευχερέστερη και αποτελεσματικότερη άσκηση της διοίκησης. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη ποτέ, ίσως γιατί ο διάδοχος είχε πικρή πείρα από τη δράση των στρατηγών του στον Πόλεμο του ’97. Ούτε ο ίδιος όμως ήταν ανεύθυνος για την τότε κατάληξη.

Η πορεία προς τη μάχη

Την 7η Οκτωβρίου σε όλο το μέτωπο, από την Ελάτη ως τα υψώματα βόρεια της Ελασσόνας, οι ελληνικές δυνάμεις άρχισαν να λαμβάνουν τις θέσεις τους για τη συνέχιση της προέλασης. Το Γενικό Στρατηγείο θεωρούσε ως πιθανό το ενδεχόμενο ο εχθρός να έχει αναπτυχθεί αμυντικά στην περιοχή των στενών του Σαρανταπόρου.

Με βάση το σκεπτικό αυτό, εξέδωσε τις ανάλογες οδηγίες προς τους σχηματισμούς. Οι Τούρκοι πραγματικά ετοιμάζονταν να αμυνθούν στην φύση οχυρή θέση των στενών του Σαρανταπόρου. Τα στενά βρισκόταν μεταξύ των Καμβουνίων και των Πιερίων Όρεων και μέσω αυτών περνούσαν οι προς Βορρά οδεύσεις.

Το κυρίως στενό εκτεινόταν μεταξύ των Καμβουνίων και του όρους Σκοπιά (1.139 μέτρα). Δυτικά εκτεινόταν το δεύτερο στενό μεταξύ των υψωμάτων Σκοπιά και Τσούμα (821 μέτρα). Οι Τούρκοι είχαν αναπτύξει τις δυνάμεις τους αμυντικά από τις όχθες του ποταμού Αλιάκμονα, δυτικά ως τις παρυφές των Πιερίων Όρεων, ανατολικά.

Μεταξύ Πιερίων και Σκοπιάς είχε ταχθεί η 22α Τουρκική Μεραρχία Πεζικού με 9 τάγματα πεζικού, μια μοίρα πυροβολικού – 12 πυροβόλα – και 2 πολυβολαρχίες (λόχους πολυβόλων). Δυτικά της είχε ταχθεί η Εφεδρική Μεραρχία (Ρεντίφ) Νεάπολης, με ζώνη ευθύνης από το χωριό Σαραντάπορο ως το Κεφαλολίβαδο.

Η μεραρχία παρέτασσε 5 τάγματα πεζικού και μια μοίρα πυροβολικού, με 10 πυροβόλα. Το άκρο δεξιό της μεραρχίας κάλυπταν δύο ίλες ιππικού. Δυτικά του Σαρανταπόρου, επί των Καμβουνίων, ο Τούρκος διοικητής Χασάν Ταξίν πασάς είχε τάξει μια ταξιαρχία πεζικού (4 τάγματα) και μια πολυβολαρχία στην τοποθεσία Λαζαράδων-Βογγόπετρας.

Τρία τάγματα πεζικού και ένας ουλαμός πυροβολικού τηρούνταν ως εφεδρείες και άλλα 4 τάγματα πεζικού της Εφεδρικής Μεραρχίας Δράμας τηρούνταν, ως γενική εφεδρεία της στρατιάς, στην περιοχή της Κοζάνης. Ο Τούρκος διοικητής διέθετε συνολικά 25 τάγματα πεζικού, 24 πυροβόλα και τρεις λόχους πολυβόλων. Έκανε όμως το λάθος να μην καταλάβει την φύση οχυρή θέση με το σύνολο των δυνάμεών του, αφήνοντας το 1/3 του πεζικού του εκτός μάχης.

Αν και το αμυντικό του μέτωπο ήταν υπερεκτεταμένο – περίπου 24 χλμ. – και ο Ελληνικός Στρατός υπερείχε αριθμητικά απέναντι των δυνάμεών του, ο Χασάν Ταξίν όχι μόνο δεν επάνδρωσε την τοποθεσία με το σύνολο των δυνάμεών του, αλλά ένα μέρος από αυτές το έταξε σε θέσεις από τις οποίες σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσαν να επέμβουν στην επικείμενη μάχη.

Ο Τούρκος διοικητής αν και αποδέχτηκε την πρόκληση να δώσει μάχη εκ παρατάξεως, φάνηκε τελικά ιδιαίτερα σκεπτικιστής, όσον αφορά τη διάταξη που επέβαλε στις δυνάμεις του. Προφανώς ο Ταξίν πασάς δεν πίστευε ότι ήταν πραγματικά σε θέση να σταματήσει την προέλαση του Ελληνικού Στρατού. Προσπαθώντας να καλυφθεί απέναντι σε κάθε ενδεχόμενο απέτυχε παταγωδώς στην τακτική συγκέντρωση των δυνάμεών του.

Η μάχη του Σαραντάπορου

Στο μεταξύ η ελληνική στρατιά είχε προωθήσει τις θέσεις της αργά αλλά σταθερά και το βράδυ της 7ης Οκτωβρίου βρισκόταν σε απόσταση 8 χλμ. περίπου από τις τουρκικές θέσεις. Το Γενικό Στρατηγείο είχε σχεδιάσει, για την μεθεπομένη 9 Οκτωβρίου, γενική επίθεση κατά του συνόλου των εχθρικών θέσεων, από το χωριό Λαζαράδες ως τις παρυφές των Πιερίων Όρεων.

Κατά της τοποθεσίας των στενών του Σαρανταπόρου θα ενεργούσαν, σε πρώτο κλιμάκιο οι Ι, ΙΙ και ΙΙΙ Μεραρχίες Πεζικού και το Απόσπασμα Ευζώνων Κωνσταντινόπουλου και σε δεύτερο η VI Μεραρχία Πεζικού. Κατά των τουρκικών θέσεων στα Καμβούνια θα εξορμούσαν οι IV και V Μεραρχία Πεζικού, η Ταξιαρχία Ιππικού και το Απόσπασμα Ευζώνων Γεννάδη.

Η VII Μεραρχία Πεζικού βρισκόταν ακόμα στη Λάρισα. Το σχέδιο του ελληνικού στρατηγείου προέβλεπε κατά μέτωπο επίθεση στην κύρια γραμμή άμυνας των Τούρκων, στα στενά του Σαρανταπόρου, με ταυτόχρονο διπλό υπερκερωτικό ελιγμό και στα δύο άκρα του εχθρικού μετώπου.

Από τη διάταξη αυτή των ελληνικών δυνάμεων εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι η κατά μέτωπο επίθεση δεν υπήρχε λόγος να εκδηλωθεί. Αρκούσε η παρενόχληση του τουρκικού μετώπου από δύο ελληνικές μεραρχίες.

Το βάρος έπρεπε να δοθεί στους υπερκερωτικούς ελιγμούς. Με τον τρόπο αυτό και πιο γρήγορα θα «έσπαζε» η τουρκική τοποθεσία και λιγότερες απώλειες θα υφίστατο ο Ελληνικός Στρατός και κατά πάσα πιθανότητα, οι τουρκικές δυνάμεις θα κυκλώνονταν και θα καταστρέφονταν.

Ιδιαίτερα στο τουρκικό δεξιό, τα 4 τάγματα που παρέτασσε ο Ταξίν στην τοποθεσία Λαζαράδων-Βογγόπετρας, δεν ήταν φυσικά σε θέση να αντέξουν στην πίεση δύο ελληνικών μεραρχιών και των ευζώνων του Γεννάδη. Στον τομέα αυτό ακριβώς βρισκόταν το «κλειδί» της όλης τοποθεσίας.

Η θραύση της τουρκικής αντίστασης στον συγκεκριμένο τομέα θα επέτρεπε στις ελληνικές δυνάμεις να κινηθούν στα νώτα της κύριας τοποθεσίας αντίστασης, με ό,τι αυτό θα σήμαινε για τους Τούρκους.

Η Ταξιαρχία Ιππικού επίσης, μετά τη διάνοιξη της διόδου από το φίλιο πεζικό, θα ήταν σε θέση να κινηθεί με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα προς τα Σέρβια και να αποκόψει την οδό διαφυγής των Τούρκων. Δυστυχώς όμως τίποτα από αυτά δεν συνέβη.

Το πρωινό της 9ης Οκτωβρίου 1912 οι ελληνικές δυνάμεις βρισκόταν στις θέσεις εξόρμησής τους, έτοιμες να επιτεθούν για να απελευθερώσουν τα άγια χώματα της Μακεδονίας.

Υπό τους ήχους της σάλπιγγας οι τρεις ελληνικές μεραρχίες του κέντρου άρχισαν την προέλασή τους σε σχηματισμό ανεστραμμένου τριγώνου (δύο συντάγματα σε πρώτο κλιμάκιο και ένα σε δεύτερο).

Το σύνολο σχεδόν του πυροβολικού της στρατιάς είχε διατεθεί στη ΙΙ Μεραρχία, στην οποία είχε ανατεθεί και η δυσκολότερη αποστολή, η διάσπαση του εχθρικού κέντρου κατά μήκος του δρόμου Ελασσόνας-Σερβίων και η κατάληψη του χωριού Σαραντάπορου και του όρους Σκοπιά.

Η Ι Μεραρχία, μαζί με τους ευζώνους του Κωνσταντινόπουλου θα υποβοηθούσαν από τα ανατολικά την ενέργεια της ΙΙ Μεραρχίας. Αποστολή της ήταν η θραύση των εχθρικών αντιστάσεων ανατολικά του όρους Σκοπιά, η περικύκλωση και η καταστροφή των εχθρικών δυνάμεων.

Η ΙΙΙ Μεραρχία θα υποβοηθούσε επίσης το έργο της ΙΙ, καλύπτοντας το αριστερό της πλευρό. Η VI Μεραρχία αποτελούσε την εφεδρεία της στρατιάς. Στον δυτικό τομέα της τοποθεσίας η IV Μεραρχία όφειλε να προελάσει προς το χωριό Λιβαδερό των Καμβουνίων και από εκεί, ανάλογα με την τροπή του αγώνα στο κέντρο, να κινηθεί είτε προς Σαραντάπορο, είτε προς Σέρβια.

Η V Μεραρχία θα επετίθετο στην τοποθεσία Λαζαράδων. Η Ταξιαρχία Ιππικού και το Απόσπασμα Γεννάδη θα παρέκαμπταν από δυτικά την τουρκική αμυντική τοποθεσία και θα κινούνταν προς τα Σέρβια.

Οι ελληνικές δυνάμεις προχώρησαν αργά κατά του εχθρικού κέντρου. Μόλις εισήλθαν εντός βεληνεκούς άρχισαν να δέχονται τα πυρά του τουρκικού πυροβολικού, στα οποία δεν μπορούσαν μάλιστα να απαντήσουν, αφού το πυροβολικό, λόγω του δύσβατου εδάφους, δεν είχε ταχθεί σε θέσεις βολής.

Έτσι το ελληνικό πεζικό αναγκάστηκε σχεδόν όλη την ημέρα να πολεμά χωρίς επαρκή κάλυψη από το φίλιο πυροβολικό, γεγονός που δημιούργησε εκνευρισμό στις τάξεις του. Παρόλα αυτά οι άνδρες της II και της III Μεραρχίας κατόρθωσαν να προχωρήσουν και αφού ανέτρεψαν τις τουρκικές προφυλακές, κατόρθωσαν να φτάσουν σε απόσταση 1 χλμ. από την κύρια γραμμή αντίστασης του εχθρού όπου και καθηλώθηκαν.

Δεξιότερα η I Μεραρχία απώθησε τις εχθρικές προφυλακές. Καθηλώθηκε όμως με τη σειρά της από τα δραστικά πυρά του εχθρού, σε απόσταση 500 μέτρων από την κύρια γραμμή αντίστασης.

Το Απόσπασμα Κωνσταντινόπουλου έφτασε επίσης στις παρυφές των Πιερίων, χωρίς να εμπλακεί σοβαρά με τον εχθρό. Δυτικότερα πάντως, χάρη στην πρωτοβουλία του διοικητή της IV Μεραρχίας, υποστράτηγου Κωνσταντίνου Μοσχόπουλου, η τουρκική τοποθεσία διασπάστηκε εξ’ αρχής.

Ο μέραρχος, αγνοώντας τις οδηγίες του Γενικού Στρατηγείου, αποφάσισε – και σωστά – να κινήσει τη μεραρχία με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα πίσω από την κύρια γραμμή άμυνας του εχθρού. Ενώ η V Μεραρχία και το Απόσπασμα Γεννάδη είχαν εμπλακεί σε μάχη με τους Τούρκους στην τοποθεσία των Λαζαράδων, η IV Μεραρχία, αφού διέσπασε τις ασθενείς τουρκικές θέσεις στα χωριά Λιβαδερό και Μεταξάς, προωθήθηκε κατευθείαν βόρεια.

Τις πρώτες απογευματινές ώρες οι εμπροσθοφυλακές της μεραρχίας είχαν φθάσει στο ύψωμα του Αγίου Χριστοφόρου, σε απόσταση 7 χλμ. περίπου από τα Σέρβια. Εκεί δύο τάγματα της μεραρχίας συγκρούστηκαν με τουρκική φάλαγγα που βάδιζε, καθυστερημένα, προς ενίσχυση της τοποθεσίας Λαζαράδων.

Οι Έλληνες πεζοί εξόρμησαν με τη λόγχη κατά των Τούρκων και τους διέλυσαν κυριολεκτικά. Όσοι Τούρκοι επέζησαν τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Μετά τη νέα νίκη η μεραρχία κατέλαβε το χωριό Προσήλιο, νότια των στενών της Πόρτας.

Η Ταξιαρχία Ιππικού, στο μεταξύ επέδειξε επαίσχυντη αδράνεια. Αφού σπατάλησε πέντε ώρες για να καλύψει απόσταση 7 χλμ. από τη Δεσκάτη ως τον πόρο του ποταμού Αλιάκμονα στη Ζαμπούρδα, ανέκοψε τελικά την κίνησή της στο σημείο αυτό, αναμένοντας απλώς τη λήξη της μάχης.

Ούτε καν έσπευσε σε ενίσχυση των εμπλεκομένων στους Λαζαράδες ελληνικών δυνάμεων, μόλις 6 χλμ. από τις θέσεις της. Μόλις άρχισε να νυκτώνει η ταξιαρχία κινήθηκε, προς τα πίσω, προς την Ελάτη, όπου και διανυκτέρευσε! Η έλλειψη στιβαρής διοίκησης ήταν εμφανής, όπως και η έλλειψη τοπικού διοικητή-συντονιστή των επιχειρήσεων.

Η κορωνίδα δε της γελοιότητας έγκειτο στο γεγονός ότι ο διοικητής της Ταξιαρχίας Ιππικού ήταν ο πλέον υψηλόβαθμος διοικητής στην περιοχή των Λαζαράδων,ως υποστράτηγος  και με κανένα τρόπο δεν εννοούσε να συμμορφωθεί στις υποδείξεις του συνταγματάρχη τον βαθμό, μεράρχου της V Μεραρχίας!

Η μάχη ωστόσο, μια μάχη που δεν υπήρχε λόγος να γίνει, είχε ήδη λήξει, μετά την επιτυχία της IV Μεραρχίας. Αυτό δυστυχώς το αντελήφθησαν πρώτοι οι Τούρκοι και κατά τη διάρκεια της βροχερής και ομιχλώδους νύκτας άρχισαν να συμπτύσσονται προς τα Σέρβια.

Η σύμπτυξη πραγματοποιήθηκε με εξαιρετική αταξία και με βραδύτητα, λόγω των δυσχερειών του εδάφους και των δυσμενών καιρικών συνθηκών. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι το τουρκικό τάγμα που αμυνόταν στο άκρο αριστερό δεν ειδοποιήθηκε ποτέ για την υποχωρητική κίνηση.

Η σύμπτυξη των τουρκικών δυνάμεων όμως δεν έγινε αντιληπτή από τις ελληνικές δυνάμεις στο κέντρο του μετώπου (I, II και III Μεραρχίες) παρά μόνο το επόμενο πρωί. Αμέσως το Γενικό Στρατηγείο διέταξε την καταδίωξη των Τούρκων προς τα στενά της Πόρτας και τα Σέρβια. Η ευκαιρία όμως είχε ήδη χαθεί.

Οι Τούρκοι είχαν ξεφύγει. Αγώνας έλαβε χώρα μόνο στον τομέα της IV Μεραρχίας. Η Μεραρχία αφού αιφνιδίασε και συνέτριψε άλλες δύο εχθρικές φάλαγγες, αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει ισχυρή τουρκική αντεπίθεση. Η Μεραρχία όμως όχι μόνο απέκρουσε την εχθρική αντεπίθεση αλλά αντεπετέθη με τη σειρά της και έτρεψε σε άτακτη φυγή τους Τούρκους.

Καταδιώκοντάς τους προς τα Σέρβια συναντήθηκε με τουρκικά εφεδρικά τμήματα που έρχονταν από την Κοζάνη, τα οποία και διέλυσε. Στα χέρια των ανδρών της IV Μεραρχίας έπεσε πολύτιμο λάφυρο και η πολεμική σημαία τουρκικού τάγματος. Την ίδια ώρα η Ταξιαρχία Ιππικού αναπαυόταν στους Λαζαράδες!