Στάλινγκραντ: “Πολέμησαν και πέθαναν για την πατρίδα τους εδώ…”

Παντελής Καρύκας
758

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1942 το ρωσικό μέτωπο στο Στάλινγκραντ έτριζε τόσο επικίνδυνα που οι όποιες ενισχύσεις έφτασαν από την ανατολική όχθη του Βόγλα ρίχτηκαν, κατά μικρά συγκροτήματα, άμεσα στη μάχη. Μια από τις υπομονάδες αυτές ήταν και ο 3ος Λόχος του 42ου Συντάγματος Τυφεκιοφόρων της 13ης Μεραρχίας Τυφεκιοφόρων Φρουρών του Ερυθρού Στρατού υπό το υποστράτηγο Ροντίμτσεφ.

«Βρεθήκαμε αποκομμένοι… Υποχωρήσαμε και καταλάβαμε κτήρια μετατρέποντάς σε ισχυρά σημεία στηρίγματος. Οι στρατιώτες αποχωρούσαν από μια θέση μάχης μόνο όταν οι στολές τους άρχισαν να βγάζουν καπνούς από τις φωτιές. Κατά τη διάρκεια της μέρας οι Γερμανοί κατάφεραν να καταλάβουν μόνο δύο οικοδομικά τετράγωνα».

Αυτά αναφέρει Σοβιετικός αξιωματικός του εν λόγω λόχου. «Καταλάβαμε ένα τριώροφο κτήριο γωνιακό. Το κτήριο αποτελεί καλεί θέση, βάλλονται όλες οι γωνίες. Αυτό ήταν η τελευταίας μας αμυντική θέση. Διέταξε την σφράγιση όλων των εισόδων και των παραθύρων και τη διάνοιξη τυφεκιθυρίδων…

«Στο στενό παράθυρο του ημιυπόγειου τάξαμε το πολυβόλο μας… Δύο ομάδες, έκαστη αποτελούμενη από έξι άνδρες έλαβαν θέσεις στον τρίτο όροφο…». Αυτοί κατέστρεψαν τα τοιχώματα και ήταν έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν τα χαλάσματα ως όπλα που θα πετούσαν στα κεφάλια των Γερμανών όταν οι τελευταίοι πλησίαζαν.

«Η φρουρά αποτελείτο από 40 άτομα… Ακολούθησαν δύσκολες ημέρες. Μόνο 12 άνδρες ήταν πλέον ικανοί για μάχη. Δεν υπήρχε σταγόνα νερού. Για φαγητό υπήρχε μόνο καψαλισμένο από τη φωτιά στάρι… Η νοσοκόμα Λιούμπα Νεστερένκο σκοτώθηκε και το αίμα έτρεχε από την πληγή της. Στο χέρι κρατούσε επίδεσμο. Πριν αφήσει την τελευταία της πνοή προσπαθούσε να βοηθήσει κάποιον τραυματία να επιδέσει το τραύμα του…

«Μέσα στην σιωπή ακούγαμε τον σκληρό αγώνα που διεξαγόταν γύρω μας… Πως ήταν δυνατό να βοηθήσουμε τους συναδέλφους μας, να προσελκύσουμε στις θέσεις μας έστω και μικρό αριθμό Γερμανών; Αποφασίσαμε να υψώσουμε στο κτήριο μια κόκκινη σημαία για να μην νομίζουν οι Γερμανοί ότι έχουμε σκοτωθεί όλοι. Δεν υπήρχε όμως κόκκινο ύφασμα. Ένας βαριά τραυματίας έβγαλε το χιτώνιό του, σφούγγισε με αυτό το αίμα από τις πληγές του και το έδωσε για σημαία…

«Οι Γερμανοί φώναζαν “Ρώσοι παραδοθείτε. Θα σκοτωθείτε”. Την στιγμή εκείνη υψώσαμε την σημαία μας… “Γαυγίστε σκύλοι. Θα ζήσουμε πολύ ακόμα”, φώναξε ο στρατιώτης Κουζούσκο. «Αποκρούσαμε την επόμενη επίθεση με πέτρες, βάλλοντας σποραδικά και ρίχνοντας τις τελευταίες μας χειροβομβίδες. Ξαφνικά ακούσαμε τον ήχο ερπυστριών… Μας είχε απομείνει ένα αντιαρματικό τυφέκιο με τρία φυσίγγια. Το έδωσα στον Μπερντίσεφ και τον έστειλα έξω από την πίσω είσοδο του κτηρίου για να πλήξει το άρμα…

«Πριν όμως λάβει θέση αιχμαλωτίσθηκε. Τι είπε στους Γερμανούς δεν μπορώ να το ξέρω όμως τους οδήγησε εκεί που είχαμε τάξει το πολυβόλο μας με την τελευταία ταινία… Έχοντας αντιληφθεί ότι δεν είχαμε πυρομαχικά προσέγγισαν με αναίδεια, όρθιοι, φωνάζοντας. Έβαλα την τελευταία ταινία στο πολυβόλο και έβαλλα και τα 250 φυσίγγια κατά των Γερμανών που ούρλιαζαν. Πληγώθηκα στο χέρι αλλά συνέχισα να βάλλω.

«Οι επιζώντες Γερμανοί έτρεξαν πανικόβλητοι να καλυφθούν. Μετά από μια ώρα οδήγησαν τον Μπερντίσεφ σε ένα σωρό ερειπίων και τον τουφέκισαν μπροστά στα μάτια μας. Δεν εκτέλεσαν άλλες επιθέσεις. Βροχή βλημάτων έπεσε στο κτήριο… Η πυκνότητα του πυρός δεν μας επέτρεπε να σηκώσουμε τα κεφάλια μας. Και πάλι ακούσαμε τον τρομερό θόρυβο των αρμάτων… Ασφαλώς η κίνησή τους θα ήταν το τέλος μας…

«Οι στρατιώτες άρχισαν να αποχαιρετούν ο ένας τον άλλο. Με ένα μαχαίρι ο Κοζούκο χάραξε στον τοίχο: “Οι στρατιώτες του Ροντίμτσεφ πολέμησαν και πέθαναν για την πατρίδα τους σε αυτή τη θέση”…».