Τερουέλ, άχρηστη Εκατόμβη… Όταν η πολιτική σκοτώνει χιλιάδες (vid.)

Παντελής Καρύκας
413

Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος ξεκίνησε ως κίνημα των στρατιωτικών κατά της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου αλλά εξελίχθηκε σε κανονική πολεμική σύγκρουση μεταξύ δύο κρατών, με την συμμετοχή πολλών άλλων υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς. Στα τέλη Δεκεμβρίου 1937 η πλάστιγγα είχε αρχίσει να γέρνει υπέρ των Εθνικιστών του Φράνκο. Σε αυτό συνέβαλε και η τραγική, από στρατιωτικής πλευράς, διαχείριση του πολέμου από τους Δημοκρατικούς.

Το καταστροφικό στρατηγικό λάθος

Έχοντας υποστεί τρομακτική αιμορραγία στις προηγούμενες μάχες κυρίως λόγω ανικανότητας, οι Δημοκρατικοί επέμεναν σε επιθέσεις καταστροφικές. Ο δημοκρατικός στρατός, ενισχυμένος με νέα σοβιετικά όπλα, τα οποία έφτασαν μέσω Γαλλίας, θα δοκίμαζε για ακόμα μια φορά την τύχη του.

Στόχος θα ήταν η μικρή πόλη Τερουέλ, η οποία βρισκόταν σε μια εξέχουσα του εθνικιστικού μετώπου στην Αραγωνία. Η Τερουέλ δεν αποτελούσε σοβαρό στρατηγικό στόχο. Επιλέχθηκε όμως για την εκδήλωση της επίθεσης γιατί οι δημοκρατικοί είχαν εξακριβωμένες πληροφορίες ότι οι εθνικιστές ετοίμαζαν μεγάλη επίθεση στην Γκουανταλαχάρα και πάλι, λίγο πιο δυτικά από την Τερουέλ.

Την περίοδο αυτή η δημοκρατία βρισκόταν στα όρια της. Δεν είχε την πολυτέλεια των μαζικών επιθέσεων που οδηγούσαν σε εκατόμβες θυμάτων και στην απώλεια υλικού. Ήδη μετά τη Μπρυνέτε οι εθνικιστές είχαν ισχυροποιηθεί τόσο πολύ ώστε η ήττα της δημοκρατίας να αποτελεί πλέον ζήτημα χρόνο.

Ακριβώς ο χρόνος ήταν και ο καλύτερος σύμμαχος των δημοκρατικών. Όφειλαν να κερδίσουν όσο το δυνατό περισσότερο χρόνο, με την ελπίδα ότι δεν θα αργούσε να εκραγεί ο νέος ευρωπαϊκός πόλεμος, που όλοι έβλεπαν να πλησιάζει.

Σε αυτό το πλαίσιο όφειλαν να κινηθούν οι δημοκρατικοί, εφαρμόζοντας την τακτική της ελαστικής άμυνας και αποκλείοντας τη διεξαγωγή κάθε μεγάλης κλίμακας επιθετικής επιχείρησης. Και όμως οι δημοκρατικοί μόνο αυτό δεν έπραξαν. Για πολιτικούς λόγους και μόνο, «για να δείξουν στον κόσμο ότι η δημοκρατία είναι ζωντανή και ισχυρή», αποφασίστηκε η εκτόξευση της επίθεσης στην Τερουέλ.

Οι δημοκρατικοί συγκέντρωσαν για την επίθεση 100.000 άνδρες, τους οποίους θα υποστήριζαν όλα τα διαθέσιμα αεροσκάφη και άρματα μάχης. Τα τελευταία είχαν διασπαρεί ανάμεσα στις μονάδες του πεζικού, ως όργανα άμεσης υποστήριξης και όχι ως όργανα κρούσης. Οι δυνάμεις τους ήταν οργανωμένες σε δύο στρατιές αυτές του Λεβάντε και της Ανατολής υπό τη γενική διοίκηση του Χουάν Ερνάντεθ Σαράβια.

Οι Δημοκρατικοί εφορμούν

Στις 15 Δεκεμβρίου 1937, εν μέσω σφοδρής χιονόπτωσης, τα δημοκρατικά στρατεύματα εξόρμησαν. Οι εθνικιστές, και λόγω του καιρού, αιφνιδιάστηκαν και δεν αντέδρασαν. Τα δημοκρατικά 22ο και 18ο Σώμα Στρατού παρέκαμψαν την πόλη και εγκαταστάθηκαν αμυντικά δυτικά αυτής. Το πλήγμα για τους εθνικιστές ήταν φυσικά, στρατηγικά, αμελητέο.

Ο Φράνκο όμως, για να στερήσει τους δημοκρατικούς έστω και από τις ψεύτικες δάφνες τους, εγκατέλειψε την επίθεση στη Γκουανταλαχάρα και διέταξε τις δυνάμεις του να ανακαταλάβουν την Τερουέλ και να απελευθερώσουν την αποκομμένη φρουρά της.

Ο διοικητής της εθνικιστικής φρουράς, συνταγματάρχης Ντομίνγκο Ρέι ντ’Αρκούρτ, αδυνατώντας να συγκρατήσει τις ισχυρές δημοκρατικές δυνάμεις διέταξε τα τμήματα του να εισέλθουν στην πόλη καθαυτή, όπου και πολιορκήθηκαν. Διέθετε μεταξύ 2.000 και 6.000 ανδρών (αναλόγως της πηγής) πολλοί εκ των οποίων ήταν πολίτες.

Οι πολιορκημένοι πολέμησαν ηρωικά από κτήριο σε κτήριο και σταδιακά περιορίστηκαν στο κέντρο της πόλης. Παρά τις σχετικές προτάσεις των αντιπάλων τους αρνήθηκαν να παραδοθούν. Δεν μπορούσαν όμως να κρατήσουν επ’ άπειρο.

Προσπάθεια σωτηρίας

Εξαιτίας της κακοκαιρίας οι εθνικιστικές δυνάμεις δεν κατόρθωσαν να κινηθούν αρκετά γρήγορα και το χειρότερο οι άσχημες καιρικές συνθήκες καθήλωσαν στο έδαφος την αεροπορία τους. Μόλις στις 29 Δεκεμβρίου κατόρθωσαν οι εθνικιστές να αντεπιτεθούν.

Ύστερα από σφοδρό βομβαρδισμό των δημοκρατικών θέσεων, ιδιαίτερα στο ύψωμα «δόντι της Τερουέλ», δέκα εθνικιστικές μεραρχίες εξόρμησαν. Δύο μέρες όμως αργότερα η χιονοθύελλα επέστρεψε καθηλώνοντας και πάλι τους Εθνικιστές.

Ο Φράνκο προσπάθησε να εμψυχώσει τον ντ’ Αρκούρτ, ο οποίος όμως δεν είχε άλλη επιλογή παρά να παραδοθεί, στις 6 Ιανουαρίου 1938, με όσους από τους άνδρες του ζούσαν ακόμα του. Παρόλα αυτά η μάχη δεν είχε τελειώσει. Οι εθνικιστές συνέχισαν την επίθεση τους.

Στις 17 Ιανουαρίου 1938 διέσπασαν το δημοκρατικό μέτωπο και κατέλαβαν το «δόντι». Οι Δημοκρατικοί, δυστυχώς για τους στρατιώτες τους, ακολουθώντας ανόητα δόγματα και πρακτικές, αποφάσισαν να αντεπιτεθούν. Η αντεπίθεση εξαπολύθηκε στις 25 Ιανουαρίου και διήρκεσε μέχρι τις 27.

Αν η επίθεση κατά της Τερουέλ ήταν στρατηγικό λάθος των Δημοκρατικών, η συγκεκριμένη αντεπίθεση θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως εγκληματικό λάθος. Οι άνδρες στέλνονταν στη επίθεση χωρίς πυρομαχικά, με τις ξιφολόγχες και όσοι αρνούνταν να επιτεθούν εκτελούντο με την κατηγορία της δειλίας. Φυσικό επόμενο ήταν η «αντεπίθεση» των δημοκρατικών να αποτύχει.

Η μοναδική ελπίδα των Δημοκρατικών ήταν η άμεση αναδίπλωση. Ωστόσο λόγοι γοήτρου δεν το επέτρεψαν. Πολιτικοί ηγέτες της δημοκρατίας και ξένες φίλα προσκείμενες σε αυτή προσωπικότητες μιλούσαν για τη «μεγάλη νίκη της Δημοκρατίας». Πως θα μπορούσαν να διαψευστούν;

Στις 7 Φεβρουαρίου οι εθνικιστές εκτόξευσαν την δική τους αντεπίθεση και διέλυσαν το δημοκρατικό μέτωπο. Η Μεραρχία Ιππικού του στρατηγού Μοναστέριο κατεδίωκε τους τραπέντες σε φυγή δημοκρατικούς «σαν λαγούς», σύμφωνα με τη μαρτυρία ενός Βρετανού λεγεωνάριου.

Με αγωνιώδεις προσπάθειες οι δημοκρατικοί έριξαν στη μάχη τις τελευταίες τους εφεδρείες και αποκατέστησαν τη συνοχή του μετώπου. Η ισχύς των εθνικιστών όμως ήταν πλέον αδιαπραγμάτευτη. Στις 18 Φεβρουαρίου η πόλη περικυκλώθηκε από τους Εθνικιστές, αλλά μόνο στις 20 Φεβρουαρίου η διοίκηση των Δημοκρατικών διέταξε υποχώρηση!

Στις 22 Φεβρουαρίου όσοι δημοκρατικοί μπορούσαν αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Τερουέλ και να επιστρέψουν στις γραμμές εξόρμησής τους. Οι απώλειες και από τις δύο πλευρές ήταν βαριές. Οι εθνικιστικές δυνάμεις που αντεπιτέθηκαν 14.000 νεκρούς, 16.000 τραυματίες και 17.000 άνδρες με κρυοπαγήματα και εξαφανισθέντες. Στη αρχική φάση της μάχης οι Εθνικιστές έχασαν 9.500 άνδρες.

Οι αντίστοιχες των δημοκρατικών όμως ήταν ακόμα βαρύτερες φτάνοντας τους 85.000 άνδρες, πολλοί εκ των οποίων αιχμάλωτοι. Πέραν των ανθρωπίνων απωλειών χάθηκε πολύτιμο υλικό που καταστράφηκε ή κυριεύτηκε από τον εχθρό. Και όμως οι δημοκρατικοί δεν είχαν καν λόγους να επιτεθούν στην Τερουέλ. Η πολιτική είχε στοιχίσει ακριβά στους Δημοκρατικούς.