Υγρόν Πυρ: Το απόλυτο μυστικό όπλο του Βυζαντίου (vid.)

Παντελής Καρύκας
1040

Εμπρηστικά όπλα υπήρχαν πολύ πριν την υποτιθέμενη ανακάλυψη του υγρού πυρός από τον Έλληνα της Συρίας Καλλίνικο τον 7ο αιώνα μ.Χ. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος αναφέρει ότι ο πρώτος που γνώριζε το υγρό πυρ ήταν ο ιδρυτής της Κωνσταντινούπολης, αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Μέγας.

Ωστόσο η νέα αυτή ύλη το Υγρό, ή Άσβεστο, ή Ελληνικό, ή Θαλάσσιο Πυρ, ήταν πράγματι ένα μοναδικής σημασίας όπλο το οποίο χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα από τους Βυζαντινούς. Τι ήταν το Υγρό Πυρ; Ποία τα συστατικά του ; Πως χρησιμοποιείτο στην μάχη; Στα ερωτήματα αυτά έχουν κατά καιρούς δοθεί πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους απαντήσεις.

Τελευταία έχουν διαμορφωθεί δύο σχολές σκέψης επί του αντικειμένου. Και οι δύο δέχονται ότι τα περισσότερα συστατικά ήταν ήδη γνωστά και είχαν και στο παρελθόν χρησιμοποιηθεί.

Η μεν πρώτη όμως υποστηρίζει ότι ο Καλλίνικος προσέθεσε στα λοιπά συστατικά το νίτρο, δημιουργώντας μια πρώιμη μορφή πυρίτιδας, ενώ η δεύτερη υποστηρίζει ότι ο Καλλίνικος απλώς προσέθεσε ασβέστη στο μίγμα, καθιστώντας το αυτοαναφλεγόμενο στην επαφή του με το νερό.

Σύνθεση

Στα τέλη του 19ου αιώνα ο γνωστός Γάλλος χημικός Μπερτελό, μελετητής των εμπρηστικών υλών των αρχαίων λαών, υποστήριξε πρώτος ότι το μυστικό του υγρού πυρός ήταν το νίτρο. Την άποψη του αυτή στήριξε στο γεγονός ότι τα βυζαντινά χειρόγραφα αναφέρουν λάμψεις, βροντές και καπνούς, ως αποτέλεσμα της χρήσης του υγρού πυρός.

Τόσο ο Μπερτελό, όσο και ο Γερμανός Ντίελς, υποστήριξαν και δικαίως, ότι τα περιγραφόμενα φαινόμενα ήταν σαφώς αποτελέσματα της χρήσης μιας μορφής πυρίτιδας, η οποία χρησιμοποιείτο ως προωθητικό του υγρού πυρός, αλλά και ως εμπυρέας του. Αναφέρει ο Ντίελς: «Η περιγραφή αυτή δεν αφήνει καμία αμφιβολία για το γεγονός ότι το νίτρο περιεχόταν ως εκρηκτική ύλη στη σύνθεση του υγρού πυρός και αυτό ήταν ακριβώς το μυστικό» (Θ.Κορρές : Υγρόν Πυρ, σελ. 27 –28).

Την άποψη τους φαίνεται να επιβεβαιώνει ένα χειρόγραφο του 9ου αιώνα μ.Χ. το οποίο αποτελεί συμπλήρωμα του έργου του Μάρκου του Γραικού, του Έλληνα σοφού του 9ου αιώνα μ.Χ.

Στο χειρόγραφο αναφέρεται η δοσολογία για την παρασκευή πυρίτιδας. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι απαιτούνται 1 μέρος θείου, 3 μέρη ξυλάνθρακα και 9 μέρη νίτρου για την παρασκευή της (P.E. Cleator: Weapons of War, σελ. 119).

Ίσως λοιπόν οι Βυζαντινοί να γνώριζαν την πυρίτιδα, την οποία προφανώς χρησιμοποίησαν για την ανάπτυξη του υπερτάτου όπλου τους, του υγρού πυρός. Ο Καλλίνικος πιστεύεται ότι το μόνο που έπραξε ήταν ακριβώς να εντάξει το νίτρο στα συστατικά, αυξάνοντας δραματικά το βεληνεκές και την αποτελεσματικότητα του όπλου.

Πιθανόν θεωρείτε ότι ανέπτυξε και έναν νέο μηχανισμό εκτόξευσης του υγρού πυρός, το πρώτο πυροβόλο της ιστορίας (πυρ και βάλλω, συσκευή που βάλλει πυρ, φωτιά).

Τις απόψεις αυτές συμμερίζονται και άλλοι Έλληνες και ξένοι ερευνητές. Ωστόσο μια άλλη ομάδα ερευνητών υποστήριξε ότι ο ασβέστης ήταν το νέο συστατικό του προσετέθη στο υγρό πυρ.

Ο ασβέστης στην επαφή του με το νερό έχει την ιδιότητα να αντιδρά, αυξάνοντας την θερμοκρασία του στους 150 βαθμούς Κελσίου. Εάν ο ασβέστης την στιγμή της ανάφλεξης του βρισκόταν σε επαφή με νάφθα θα προκαλούσε σίγουρα την ανάφλεξη της.

Η μέθοδος αυτή όμως δεν έγινε γνωστή από τον Καλλίνικο. Ήταν ήδη γνωστή, τουλάχιστον από τον 2ο αιώνα μ.Χ. όπως μαρτυρά ο ιστορικός και περιηγητής Ιούλιος Σέξτος Αφρικανός.

Έτσι η θεωρία αυτή εν πολλοίς απερρίφθη και μια νέα παρουσιάστηκε, η οποία αποτελεί σύζευξη των δύο προηγουμένων. Η σύγχρονη έρευνα θεωρεί ότι το υγρό πυρ είχε ως συστατικό στοιχείο και το νίτρο και τον ασβέστη και το πετρέλαιο.

Επίσης θεωρεί ότι το υγρό πυρ δεν ήταν μια εμπρηστική ύλη με συγκεκριμένη σύνθεση, αλλά μια ύλη με διαφορετική κατά περίπτωση σύνθεση, αναλόγως της προβλεπομένης χρήσης, αλλά και της εποχής, η οποία αφορά την προσβασιμότητα στις αναγκαίες πρώτες ύλες για την παρασκευή του μίγματος. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η αντίδραση ορισμένων επιστημόνων προερχόταν από τον άκρατο εθνικισμό τους.

Τυπικό παράδειγμα αποτελεί ο Γερμανός φον Λίπμαν, ο οποίος απέρριπτε ως πλαστά τα χειρόγραφα του Μάρκου του Γραικού, τα αμφισβητούσε αυθαίρετα και υποστήριζε ότι τα χειρόγραφα αυτά ήταν του 13ου αιώνα και όχι του 9ου και τέλος ότι η πυρίτιδα ήταν γερμανική εφεύρεση και σε καμία περίπτωση ελληνική.

Αντιθέτως ο Κ. Ζέγγελης απέδειξε με εργαστηριακά πειράματα ότι ήταν δυνατή η παρασκευή πυρίτιδας έστω και με τη χρήση νιτρικού ασβεστίου, αντί νιτρικού καλίου, παράγοντας έστω μικρότερης αποτελεσματικότητας πυρίτιδα.

Απέδειξε επίσης ότι η αυτοανάφλεξη του ασβέστη στην θάλασσα δεν ήταν εύκολη και δεν επιτυγχάνονταν οι απαραίτητες για την ανάφλεξη του μίγματος υψηλές θερμοκρασίες. Οπότε για την ανάφλεξη του υγρού πυρός ήταν απαραίτητη μια έκρηξη, την οποία μόνο η πυρίτιδα μπορούσε να παράγει.

Τρόποι χρήσης

Υπάρχουν τέσσερις βασικές θεωρίες σχετικά με τον τρόπο χρήσης του υγρού πυρός και κυρίως σχετικές με τους μηχανισμούς εκτόξευσής του. Οι θεωρίες αυτές συνοψίζονται ως εξής: α) εκτόξευση με αντλία, β) εκτόξευση με πυροβόλο, με προωθητικό την πυρίτιδα, γ) εκτόξευση με τη χρήση θερμότητας και δ) εκτόξευση με συνδυασμό της χρήσης θερμότητας και αντλίας.

Οι θεωρίες αυτές έχουν η καθεμιά τους θετικά και αρνητικά στοιχεία. Η πρώτη για παράδειγμα που αναφέρεται στην χρήση αντλίας δεν εξηγεί πως ήταν δυνατό να υπάρχει τόσο ισχυρή αντλία, ικανή να εκτοξεύσει ένα παχύρρευστο υγρό σε τέτοια απόσταση ώστε να μην κινδυνεύει από την χρήση του και ο βάλλων.

Επίσης σοβαρές αδυναμίες παρουσιάζει και η άποψη ότι το υγρό πυρ εκτοξευόταν ως αποτέλεσμα της ιδίας θερμάνσεως, όπως και η συνδυαστική άποψη περί χρήσης αντλίας και θερμάνσεως μαζί, η οποία θεωρεί ότι ο μηχανισμός εκτόξευσης του υγρού πυρός ήταν παρόμοιας σύλληψης με το φλογοβόλο των Βοιωτών που περιγράφει ο Θουκυδίδης.

Ένα τέτοιο όπλο όμως εκ των πραγμάτων θα είχε πολύ μικρό βεληνεκές, το οποίο θα το καθιστούσε μη πρακτικό, τόσο στις ναυμαχίες, όσο και στο πεδίο της μάχης. Η άποψη ότι η εκτόξευση γινόταν με τη βοήθεια προωθητικής πυρίτιδας φαντάζει λοιπόν ως η πλέον λογική.

Σύμφωνα με τον πανεπιστημιακό Κωνσταντίνο Ζένγγελη, υπήρχε ένας εμπυρέας, τον οποίο ονομάζει πρόπυρο, ο οποίος έθετε πυρ στο προωθητικό γέμισμα και εκτόξευε, όπως ένα ηφαίστειο, το υγρό πυρ σε ικανοποιητική απόσταση.

Ο Ζέγγελης στέκεται επίσης στον όρο «στρεπτό», τον οποίο κατά κόρον χρησιμοποιούν οι Βυζαντινοί ιστορικοί, όταν κάνουν λόγο για το υγρό πυρ, περιγράφοντας με αυτόν τα όπλα εκτόξευσης του πυρός.

Ο Ζέγγελης αποδίδει με τον όρο ένα είδος πυροβόλου – καταπέλτη, το οποίο διέθετε και ένα πρωτόγονο κλείστρο, το οποίο εμπόδιζε την εκφυγή των αερίων προς τα πίσω, κατευθύνοντας την ισχύ της έκρηξης της πυρίτιδας εμπρός, στο ανοικτό άκρο του σωλήνα του «πυροβόλου».

Την άποψη του Έλληνα χημικού αποδέχθηκε εν μέρει και ο Γάλλος Μερσιέ. Ο Γάλλος επιστήμονας προχώρησε μάλιστα τη σκέψη του ακόμα πιο μακριά, υποστηρίζοντας την ύπαρξη ενός είδους κροτίδων, οι οποίες λειτουργούσαν ως εμπυρείς που έθεταν πυρ στο προωθητικό ή ακόμα αποτελούσαν το προωθητικό γέμισμα.

Κάνει δηλαδή λόγο για την ύπαρξη προπαρακευασμένων θα λέγαμε γεμισμάτων, όπως τα αντίστοιχα του σημερινού πυροβολικού. Ο Μερσιέ υποστηρίζει επίσης ότι υπήρχαν και μικροί χειροσίφωνες οι οποίοι με την προωθητική ισχύ της πυρίτιδας εκτόξευαν μικρές ρουκέτες, γεμισμένες με εμπρηστικό υλικό, οι οποίες ανατινάζονταν κατά την πρόσκρουση με τον στόχο, ανάβοντας φωτιά επάνω και γύρω του.

Από τους Βυζαντινούς οι Άραβες πήραν το μυστικό, όχι της χρήσης εμπρηστικών υλών, τις οποίες ήδη χρησιμοποιούσαν, αλλά μιας μορφής υγρού πυρός.

Το όπλο αυτό χρησιμοποίησε ο αποστάτης εξισλαμισμένος Λέων ο Τριπολίτης, όταν επικεφαλής αραβικού στρατού, κατέλαβε με τη βοήθεια του υγρού πυρός την Θεσσαλονίκη.

Ο ιστορικός Ιωάννης Κίνναμος αναφέρει την έκπληξη τω αμυνομένων Θεσσαλονικέων από την χρήση του υγρού πυρός από τους αντιπάλους τους, καθώς το μυστικό χρήσης του ανήκε ως τότε αποκλειστικά στην αυτοκρατορία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το απόσπασμα διήγησης του σταυροφόρου των μέσων του 13ου αιώνα μ.Χ. Ιωάννη ντε Ζοϊνβίλ, το οποίο μεταφέρει ο Θ. Κορρές στο βιβλίο του για το υγρό πυρ (Θ.Κορρέ : Υγρόν Πυρ, σελ. 69). «Τέτοιο ήταν το Ελληνικό πυρ ερχόταν ίσια επάνω σου, μεγάλο σαν ένα βαρέλι ξυδιού, με μια πύρινη ουρά πίσω του, μακριά όσο ένα κοντάρι.

«Έκανε τέτοιο θόρυβο, που έμοιαζε με κεραυνός του ουρανού. Φαινόταν σαν ένας δράκος που πετά στον αέρα. Εξέπεμπε ένα τόσο δυνατό φως, ώστε μπορούσες να δεις καθαρά μέσα στο στρατόπεδο σαν να ήταν μέρα, από τις πολλές φλόγες που φώτιζαν τα πάντα. Εκείνη τη νύχτα μας βομβάρδισαν τρεις φορές με το Ελληνικό πυρ και τέσσερις φορές το εκτόξευσαν με το περιστρεφόμενο τόξο (Arbalesre a tour)».

Η ναυμαχία του 1099 μ.Χ.

Λίαν κατατοπιστική είναι η περιγραφή της μεγάλης και νικηφόρας ναυμαχίας του βυζαντινού στόλου κατά του ενωμένου νορμανδοπισσατικού το 1099 μ.Χ.

Η Άννα Κομνηνή ξεκαθαρίζει ότι τον βυζαντινό στόλο συγκροτούσαν πλοία εφοδιασμένα με στρεπτά και άρα με υγρό πυρ, τα οποία τέθηκαν υπό την διοίκηση του Τατίκιου και άλλα, προφανώς μη εξοπλισμένα με τον ίδιο τρόπο.

Αρχιναύαρχος ονομάσθηκε ο Λαντούλφος, προφανώς Λατίνος, ο οποίος ήταν ειδήμων στα ναυτικά. Ακόμα και έτσι όμως την διοίκηση της μοίρας των εξοπλισμένων με υγρό πυρ πλοίων, ο αυτοκράτορας Αλέξιος την εμπιστεύθηκε σε Βυζαντινό, προφανώς άνθρωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του, τον οποίο μετακάλεσε, ειδικά για αυτόν τον σκοπό, από την Αντιόχεια της Συρίας.

Ο βυζαντινός στόλος απέπλευσε από την Κωνσταντινούπολη τον Απρίλιο του 1098. Αρχικώς κατευθύνθηκε στη Σάμο, όπου τα πλοία πισσώθηκαν. Κατόπιν έπλευσαν προς την Κω, γιατί είχαν πληροφορίες ότι ο εχθρικός στόλος, αποτελούμενος από 900 πλοία κάθε τύπου και μεγέθους, ναυλοχούσε στο νησί. Όταν όμως έφτασε στην Κω πληροφορήθηκε ότι ο νορμανδοπισσατικός στόλος είχε αποπλεύσει με κατεύθυνση τη Ρόδο.

Σκοπός του ήταν η κατάληψη του πλούσιου ελληνικού νησιού. Αμέσως ο ελληνικός στόλος έπλευσε προς τα νερά της Ρόδου και πράγματι εντόπισε τον εχθρικό στις ακτές της Λυκίας, μεταξύ Ρόδου και Πατάρων. Οι Φράγκοι αιφνιδιάστηκαν από την εμφάνιση των Ελλήνων και άρχισαν όπως-όπως να λαμβάνουν διάταξη μάχης. Στο μεταξύ όμως είχε ξεσπάσει θαλασσοταραχή, η οποία καθιστούσε σχεδόν αδύνατο τον σχηματισμό γραμμής μάχης.

Όλα έδειχναν ότι οι Φράγκοι θα ξέφευγαν. Τότε ο Λανδούλφος έδωσε το σήμα της επίθεσης, παρά το γεγονός ότι ο στόλος του δεν είχε λάβει σχηματισμό μάχης. Πρώτος όρμησε κατά των Πισσατών. «Και αυτός δε ο Λαντούλφος, πρώτος προσπελάσας ταίς πισσαϊκάς ναυσίν, άστοχα το πυρ έβαλε και ουδέν τι πλέον ειργάσατο του πυρός σκεδασθέντος», αναφέρει ο Άννα Κομνηνή.

Η φράση αυτή κρύβει πολλά σχετικά με την φύση, αλλά και τη χρήση του υγρού πυρός. Κατ’ αρχήν η Άννα Κομνηνή χρησιμοποιεί δύο λέξεις κλειδιά, τα ρήματα αστόχησε και έβαλλε. Το ρήμα βάλλω σχετίζεται με τη βολή εκηβόλου όπλου. Εκ του μακρόθεν λοιπόν έβαλλε ο Λαντούλφος και αστόχησε. Το παράδειγμα του Λανδούλφου ακολούθησε και ο Πελοποννήσιος κόμης (πλοίαρχος) Περιχύτης, ο οποίος διέσπασε την εχθρική γραμμή.

Το σκάφος του ομοιοβάθμου του Ελεήμονος όμως, λόγω της τρικυμίας που στο μεταξύ άρχισε να μαίνεται, συγκρούστηκε με ένα μεγάλο εχθρικό πλοίο και μάλιστα τα πηδάλια τους μπλέχτηκαν μεταξύ τους. Ο Ελεήμων, παρά το γεγονός αυτό δεν δίστασε και «..γοργώς προς την σκεύην απείδε και πυρ κατ’ αυτών αφείς ουκ άστοχα έβαλεν».

Προφανώς τα δύο πλοία, εφόσον είχαν μπλεχτεί τα πηδάλια τους βρίσκονταν σε επαφή. Ο πλοίαρχος Ελεήμων όμως άρπαξε την «σκευήν» (= συσκευή, μηχάνημα, μηχανισμός) και εύστοχα έπληξε το εχθρικό σκάφος, κυριολεκτικά εξ επαφής.

Αν λοιπόν το υγρό πυρ ήταν απλώς ένα εμπρηστικό υγρό που εκτοξευόταν με αντλίες προφανώς ο Ελεήμων δεν θα επιχειρούσε να θέσει πυρ στο σκάφος, στο οποίο και το δικό του ήταν προσκολλημένο και θα μπορούσε κάλλιστα να καεί μαζί με το εχθρικό. Προφανώς έπληξε με την «σκευήν» καίρια το αντίπαλο πλοίο, με αποτέλεσμα να το βυθίσει άμεσα και να απεμπλακεί, όπως αποδεικνύει η συνέχεια της διήγησης της Άννας Κομνηνής.

«Είτα την ναύν επί θάτερα γοργώς μεταφέρων και ετέρας παραχρήμα τρείς μεγίστας επυρπόλει των βαρβάρων νύες». Ο Ελεήμων λοιπόν, μόλις βύθισε το μεγάλο πισσατικό πλοίο, επιτέθηκε σε τρία ακόμα, διαδοχικά, μεγάλα εχθρικά πλοία, τα οποία επίσης κατέστρεψε.

Το υγρό πυρ χρησιμοποιήθηκε και από τον βυζαντινό στρατό, όχι μόνο σε πολιορκητικές επιχειρήσεις, αλλά και σε αναπτεταμένο πεδίο. Δύο ήταν οι κύριοι τρόποι ρίψης του, με τη χρήση βλητικών μηχανών και με χειροσίφωνες, μικρά δηλαδή, φορητά φλογοβόλα που τα χειρίζονταν ειδικά εκπαιδευμένοι στρατιώτες, οι σιφωνάτωρες.

Αντίγραφο όπλου του πρώτου τύπου κατασκεύασε πριν μερικά χρόνια ο αείμνηστος Νίκος Ορφανουδάκης. Ο ίδιος δοκίμασε με επιτυχία την λειτουργικότητα του όπλου, το οποίο απεδείχθη απολύτως χρηστικό, αν και με περιορισμένο βεληνεκές.

Σε παράσταση χειρογράφου του 11ου αιώνος εικονίζεται πάντως ένας χειροσίφωνας, ο οποίος θυμίζει έντονα μικρό, φορητό πυροβόλο, όχι πολύ διαφορετικό από τα πρώιμα τυφέκια, τα οποία οι δυτικοί αποκαλούσαν «όπλα χειρός» – άλλες ονομασίες τους ήταν «δράκοι», «σιοπέττα», «κουλβερίνες» και «πιστάλες», που σημαίνει σωλήνες.

Μικρούς σίφωνες έφεραν πάντως και τα βυζαντινά πλοία, πέρα των δύο κυρίων σε πλώρη και πρύμνη. Η πρώτη καταγεγραμμένη ιστορικά χρήση χειροσιφώνων από δυνάμεις ξηράς αναφέρεται το 928, κατά την πολιορκία του Ντιβν. Οι χειροσίφωνες θεωρούνται επινόηση του αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ’ Σοφού.

Ο αυτοκράτορας στα Τακτικά του αναφέρει ότι οι χειροσυφωνάτωρες πρέπει να βάλουν καλυμμένοι πίσω από σιδηρά ασπίδα. Το παράξενο είναι ότι σε χειρόγραφη παράσταση του 15ου αιώνα από την Γερμανία, εικονίζονται δύο άνδρες, καλυμμένοι πίσω από σιδηρό ασπίδιο, να χειρίζονται «πιστόλα». Ο μεν πρώτος σκοπεύει, ο δε δεύτερος πυροδοτεί το όπλο.

Η χρήση υγρού πυρός θεωρείται πως έγινε για τελευταία φορά κατά την διάρκεια της τελευταίας και μοιραίας πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους το 1453. Σύμφωνα με τον Φραντζή, οι Βυζαντινοί χρησιμοποίησαν υγρό πυρ για να κάψουν τους Τούρκους και Σέρβους σκαπανείς του Μωάμεθ Β’, οι οποίοι επιχειρούσαν να υπονομεύσουν υπογείως τα τείχη.

Ο Φραντζής όμως στη διήγησή του αναφέρει ότι από τον «κρότον του πυρός», ένας παλαιός πύργος του τείχους κατέρρευσε κατά το ήμισι και κατόπιν επισκευάσθη. Ο κρότος όμως παραπέμπει σε έκρηξη και όχι σε απλή χρήση εμπρηστικού μίγματος.

Μια επίσης ενδιαφέρουσα περιγραφή προέρχεται από τον ιστορικό Νικήτα Χωνιάτη, ο οποίος περιγράφοντας την σύγκρουση των στρατευμάτων του αυτοκράτορα Ισσακίου Αγγέλου με αυτά του επαναστάτη στρατηγού Αλεξίου Βρανά το 1186, αναφέρει ότι η χρήση σκευών υγρού πυρός προκάλεσε αστραπές που έκαψαν ένα σημαντικό αριθμών εκκλησιών και οικημάτων σε συνοικία της Πόλης, όπου έλαβε χώρα η σύγκρουση.