«Αργά ή γρήγορα οι προδότες θα πεθάνουν»

Νεφέλη Λυγερού
501

Γράφει η Νεφέλη Λυγερού  – 

Η ζωή στο Σόλσμπερι της Νότιας Αγγλίας κυλάει σχεδόν νωχελικά. Τα πέτρινα αρχοντικά, οι παραδοσιακές παμπ και τα καταπράσινα πάρκα δεν εξάπτουν έντονες συγκινήσεις. Εκεί είχε αποσυρθεί τα τελευταία χρόνια ένας φιλήσυχος και προσηνής άνδρας. Έτσι τουλάχιστον χαρακτήριζαν εγκωμιαστικά οι ντόπιοι τον Σεργκέι Σκρίπαλ, ο οποίος μετά και την αγορά του παραδοσιακού σπιτιού του το 2011, εντάχθηκε πλήρως στην τοπική κοινωνία.

Γιόρτασε, μάλιστα, την εγκατάστασή του με ένα πάρτι, καλώντας τους γείτονές του με ειδικές προσκλήσεις που άφησε στα γραμματοκιβώτιά τους. Μονάχα η έντονη ρωσική προφορά του τον διαφοροποιούσε από τους εκατοντάδες άλλους συνταξιούχους που είχαν επιλέξει την ηρεμία της βρετανικής επαρχίας. Παρ’ ότι δεν είχε αλλάξει όνομα, ούτε ζούσε σε καθεστώς προστατευόμενου μάρτυρα, κανείς δεν φανταζόταν το παρελθόν του. Κάθε Σαββατοκύριακο επισκεπτόταν αδιαλείπτως το κλαμπ της περιοχής του, συνομιλούσε με τους γείτονές, έπαιζε χαρτιά, απολάμβανε τους περιπάτους και το τσάι του και δοκίμαζε την τύχη του στα τυχερά παιχνίδια. Αγόραζε ευλαβικά λαχεία και αντιμετώπιζε τα κέρδη δεκάδων λιρών με ανείπωτο ενθουσιασμό.

Τα άτομα με τα οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις, τον περιγράφουν ως ιδιαίτερα καλλιεργημένο και κοσμογυρισμένο. Μιλούσε πολλές γλώσσες, είχε πάθος με την μαγειρική και από τις συζητήσεις μαζί του είχαν εξάγει το συμπέρασμα ότι στα νιάτα του πρέπει να ήταν επιχειρηματίας. «Μαλθακός για άνθρωπος της πιάτσας», είχε σχολιάσει ένας συνδαιτημόνας του μία φορά.

Ακόμα, όμως, και οι τελευταίες στιγμές του, πριν πέσει σε κώμα εξαιτίας της έκθεσής του σε μία νευροπαραλυτική ουσία, ήταν αθόρυβες. Τίποτα δεν παρέκκλινε του κανονικού. Αυτός και η κόρη του, μετά το γεύμα τους και το ποτό τους στην τοπική παμπ και λίγα λεπτά μετά την επίθεση, θύμιζαν δύο άτομα που είχαν ξαποστάσει στο παγκάκι του εμπορικού κέντρου.

Τρεις απώλειες

Η νεαρή, μάλιστα, είχε χάσει τις αισθήσεις της και είχε γύρει πάνω του, θυμίζοντας ερωτευμένη που ακουμπάει το κεφάλι της με τρυφερότητα στον ώμο του συντρόφου της. Το μόνο που θορύβησε τους περαστικούς ήταν η ύστατη προσπάθειά του να ζητήσει βοήθεια. Είχε ανασηκώσει το κεφάλι του, στηλώνοντας το βλέμμα του στον ουρανό και με άναρχες χειρονομίες επιχειρούσε να κρατηθεί στη ζωή. Ποιος ξέρει; Ίσως εκείνη τη στιγμή ο νους του να ταξίδεψε στην σύζυγο, στο γιο και στον αδελφό του που είχαν φύγει από τη ζωή με μυστηριώδη τρόπο. Μέσα σε τρία χρόνια, μέτρησε τρεις μεγάλες απώλειες.

Ο γιός του που ζούσε με την σύντροφό του στην Πετρούπολη έχασε τη ζωή του από ηπατική ανεπάρκεια, παρ’ ότι οι εξετάσεις του λίγους μήνες νωρίτερα δεν αποτύπωναν κανένα τέτοιο εύρημα. Η σύζυγός του έφυγε μέσα σε δύο μήνες από καρκίνο και ο αδελφός του από ένα καταφανές στημένο τροχαίο. Και οι τρείς βρίσκονταν θαμμένοι λίγα χιλιόμετρα μακριά από το σημείο που ο ίδιος και το τελευταίο εναπομείναν μέλος της οικογένειάς του, η κόρη του, κατέρρευσαν.

Σύμφωνα με πηγές των βρετανικών υπηρεσιών ασφαλείας, μόνο ορισμένα εργαστήρια στον κόσμο είναι σε θέση να παραγάγουν την τοξική ουσία που βρέθηκε στον πατέρα και στην κόρη. Ανάμεσά τους είναι τα εργαστήρια των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών στο Γιασένοβο, κοντά στη Μόσχα. Σύμφωνα με τους Times, η αστυνομία προσπαθεί να αποσαφηνίσει εάν η κόρη του Σκριπάλ, η οποία έφθασε στη Βρετανία από τη Μόσχα την περασμένη εβδομάδα φέρνοντας μαζί της «ένα δώρο από φίλους», σφράγισε τη μοίρα τους. Μία άλλη υπόθεση είναι ότι το δηλητήριο ψεκάστηκε επάνω τους ή χορηγήθηκε μέσω της τροφής ή του ποτού τους.

Επίλεκτος των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών

Ούτε ο ίδιος, όμως, ο Σκρίπαλ δεν θα μπορούσε να φανταστεί κατά τη διάρκεια της νιότης του, τότε που ανέβαινε τα κλιμάκια του ρωσικού στρατού με ζήλο, ό,τι κάποιες δεκαετίες αργότερα θα έδινε μία άνιση μάχη για τη ζωή του σε μία κωμόπολη 35.000 κατοίκων της βρετανικής επαρχίας. Αποτέλεσε ένα από τα επίλεκτα στελέχη της GRU, της Κεντρικής Διεύθυνσης Πληροφοριών του ρωσικού Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων.

Ενδεικτικό της δύναμης και της επιρροής αυτής της υπηρεσίας είναι ότι και οι 700 στρατιωτικοί που υπηρετούσαν στον τομέα των ειδικών υπηρεσιών πληροφοριών κέρδισαν τον τίτλο του Ήρωα της Σοβιετικής Ένωσης και του Ήρωα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Το 1999 του απονεμήθηκε ο βαθμός του συνταγματάρχη. Εδραιωμένος πλέον στην καρδιά του ρωσικού κράτους ως εύστροφος, υπέρμετρα φιλόδοξος, σκληρός και αποτελεσματικός σε κάθε αποστολή που αναλάμβανε, δεν φανταζόταν κανείς ότι θα διαρρήγνυε την μέχρι τότε ζωή του.

Είχε ήδη γνωρίσει τον άνδρα, στα χέρια του οποίου θα περνούσε η χώρα. Αν και δεν ήταν φίλοι με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, είχε πάντως εξασφαλίσει την εύνοιά του. Εξάλλου, οι δύο άνδρες είχαν κοινές καταβολές: συνομήλικοι, παιδιά των μυστικών υπηρεσιών, με το βλέμμα τους στραμμένο στην κορυφή. Ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών του στην πατρίδα, είχε τιμηθεί με την θέση του καθηγητή στην Ακαδημία του υπουργείου Άμυνας.

Τότε ακόμα, κανείς δεν γνώριζε ότι είχε περάσει απέναντι. Είχε στρατολογηθεί από τις βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών, έναντι ενός διόλου ευκαταφρόνητου ποσού. Μέσα σε λίγα χρόνια είχε καταδώσει δεκάδες Ρώσους πράκτορες που δρούσαν στην Ευρώπη, καταφέρνοντας ένα βαρύ πλήγμα στο ρωσικό κατασκοπευτικό δίκτυο στη Δύση. Η Μόσχα είχε δαπανήσει πολύ χρόνο και χρήμα για να το στήσει μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.

Όταν έγινε γνωστή, η πράξη του αντιμετωπίστηκε φυσικά ως εσχάτη προδοσία. Όταν ομολόγησε τις πράξεις του τιμωρήθηκε με κάθειρξη 13 ετών. Αφέθηκε, όμως, ελεύθερος στο πλαίσιο ανταλλαγής 10 Ρώσων πρακτόρων που κρατούνταν εκείνη την περίοδο στις ΗΠΑ. Από τότε επέλεξε τη Βρετανία ως μόνιμο τόπο διαμονής του.

Ο Βρετανός και οι Ρώσοι ολιγάρχες

Ο Σεργκέι Σκρίπαλ αποτελεί την πιο πρόσφατη πράξη ενός δράματος που δεν λέει να ρίξει αυλαία. Σε αυτό πρωταγωνιστούν εξόριστοι ολιγάρχες, κατάσκοποι, επαύλεις εκατομμυρίων, συλλεκτικές Rolls Royce, κρυμμένοι λογαριασμοί δισεκατομμυρίων, σαμπάνιες, επώνυμες γυναίκες, γιότ και θάνατος. Πολύς θάνατος. Όσοι έχουν εγκλωβιστεί στο πλέγμα αυτό χάνουν τη ζωή τους υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες σε δυτικό έδαφος.

Ο τελευταίος εξ αυτών είναι ο Βρετανός Σκοτ Γιανγκ. Ο Γιάνγκ ήταν ένας φιλόδοξος νέος επενδυτής. Παρά την ταπεινή καταγωγή του, είχε καταφέρει να ξεχωρίσει. Οι κακές γλώσσες έλεγαν ότι τον είχαν βοηθήσει οι διασυνδέσεις του με το οργανωμένο έγκλημα. Η περιουσία και η φήμη του, όμως, εκτοξεύτηκαν μετά τη γνωριμία του με τον διαβόητο Ρώσο ολιγάρχη Μπόρις Μπερεζόφσκι. Ο Μπερεζόφσκι ξεκίνησε τη ζωή του σαν ήρωας του Ντοστογέφσκι και κατέληξε μια τραγική καφκική φιγούρα.

Σταδιακά ο Γιάνγκ μετατράπηκε σε έμπιστο του Ρώσου ολιγάρχη, την περίοδο που εκείνος μετακόμισε στο Λονδίνο. Ανέλαβε και τις δουλειές του κολλητού του και επίσης εχθρού της Μόσχας Αρκάντι «Μπάντρι» Παταρκατσισβίλι. Οι δύο άνδρες επένδυσαν τόσο πολύ σε αυτόν που του αγόρασαν μία έπαυλη δύο τετράγωνα δίπλα από τα σπίτια τους. Αυτοί ήταν που τον εισήγαγαν σε μία νέα συναρπαστική ζωή αμετροεπούς πολυτέλειας.

Από την πλευρά του, ο Γιάνγκ τους βοήθησε να μεταφέρουν τα χρήματά τους στο Λονδίνο και να συνεχίσουν εκεί τις επενδύσεις τους. Η εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο ανδρών έφτασε στο σημείο ο Γιάνγκ να ταξιδεύει διαρκώς στη Ρωσία, αναλαμβάνοντας όλες τις δουλειές και συμφωνίες τους στη Μόσχα. Εκείνοι με τη σειρά τους φρόντιζαν να ικανοποιούν κάθε του επιθυμία. Μία τυπική νύχτα γι’ αυτόν στη Μόσχα περιελάβανε δείπνο και ποτά στο υπέρκομψο Café Pushkin και αμέσως μετά επίσκεψη στο πιο γνωστό κλαμπ και σημείο συνάντησης των πλουσίων με αιθέριες υπάρξεις. Από την εποχή εκείνη τον ενθυμούνται να κυκλοφορεί με βαλίτσες γεμάτες μετρητά.

Είχε προηγηθεί ο θάνατος του Αλεξάντερ Λιτβινένκο, πρώην στελέχους της ρωσικής υπηρεσίας πληροφοριών FSB (πρώην KGB). Ο Λιτβινένκο είχε μετατραπεί σε ηχηρό επικριτή της ρωσικής ηγεσίας μετά τη λήψη βρετανικής υπηκοότητας. Ο θάνατός του τάραξε και τους τρεις άνδρες και σκίασε πρόσκαιρα το «πάρτι». Ο Λιτβινένκο πέθανε στα 43 του, από τις συνέπειες δηλητηρίασης με πολώνιο, στο τέλος του Νοεμβρίου 2006, τρεις μόλις εβδομάδες μετά τη συνάντησή του για τσάι στο Millenium Hotel με δύο πρώην πράκτορες των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών. Αυτοί ήταν ο Αντρέι Λουγκοβόι, σήμερα βουλευτής του εθνικιστικού κόμματος και ο Ντμίτρι Κοβτούν, σήμερα επιχειρηματίας.

«Θα είμαστε πιο προσεκτικοί»

Οι δύο ολιγάρχες και το δεξί τους χέρι παρακολουθούσαν με ιδιαίτερο προβληματισμό την υπόθεση, πως οι Λουγκοβόι και Κοβτούν έβαλαν πολώνιο-210 στην τσαγιέρα του πρώην συντρόφου τους. «Μην ανησυχείς. Εμείς θα είμαστε πιο προσεχτικοί», συνήθιζαν να καθησυχάζουν τον Σκοτ Γιάνγκ, παρ’ ότι και οι ίδιο είχαν θορυβηθεί. Πράγματι, αύξησαν την προσωπική φρουρά τους σε 150 άτομα. Ήταν τέτοια η φοβία που καθημερινά τους διακατείχε, ώστε ο Γιάνγκ έκανε μέχρι και τα καθημερινά ψώνια τους.

Οι περισσότεροι από αυτούς δεν μπορούσαν απλά να βγουν έξω να ανοίξουν έναν λογαριασμό, ή να αγοράσουν ένα αυτοκίνητο. Ο Σκοτ τα έκανε όλα αυτά για λογαριασμό τους, ταξιδεύοντας σχεδόν μία φορά τον μήνα στην Κύπρο.
Οι νέες του δραστηριότητες και γνωριμίες δεν έφεραν, όμως, μόνο προνόμια και πλούτο. Λέγεται ότι αναγκάστηκε να απομακρύνει πολλές φορές τις κόρες του από το σπίτι, στέλνοντάς τις σε ασφαλές καταφύγια, ενώ την τότε σύζυγό του την προειδοποίησαν άγνωστοι άνδρες ότι κινδυνεύει η ζωή τους.

Δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Λιτβινένκο, που είχε στοιχειώσει το τρίο, την ίδια μοίρα αντιμετώπισε και ο Αρκάντι «Μπάντρι» Παταρκατσισβίλι, ο οποίος διωκόταν τόσο στη Ρωσία όσο και στη Γεωργία. Το 2008 πέθανε αιφνιδίως, με πολλούς να κάνουν λόγο για δολοφονία, χωρίς όμως να υπάρχουν αντίστοιχες αποδείξεις. Η απώλεια προκάλεσε τρόμο στον Μπόρις Μπερεζόφσκι, ο οποίος έθεσε σε εφαρμογή ένα σχέδιο πολλών δισεκατομμυρίων με την κωδική ονομασία Project Moscow. Αυτό ήταν που στοίχισε τη ζωή εννέα ανδρών, μεταξύ αυτών και τη δική του και του συνεργάτη του.

Εκκαθαρίσεις της Μόσχας

Αν και ο Σκοτ ήταν μαθημένος να είναι διακριτικός, δεν αντιστάθηκε να διαφημίσει ιδιωτικά τις διασυνδέσεις του, προσπαθώντας να ελκύσει ως διαχειριστής κεφαλαίων και άλλους Ρώσους ολιγάρχες. Αφότου, όμως, το συγκεκριμένο πρότζεκτ έγινε γνωστό, όσοι είχαν εμπλακεί σε αυτό εξαφανίζονταν από το χάρτη.

Τρεις από τους μεγαλύτερους επενδυτές, ο Πολ Καστλ, ο Ρόμπι Κέρτις και ο Τζόνι Ελικαόφ, πέθαναν μέσα σε διάστημα λίγων μηνών. Ο ένας αυτοκτόνησε και οι άλλοι δύο βρήκαν τραγικό θάνατο, όταν συνετρίβησαν τα ελικόπτερά τους. Ο κλοιός, όμως, έμοιαζε να σφίγγει για τον Σκοτ αμέσως μετά τον θάνατο του ίδιου του Μπερεζόφσκι, ο οποίος υπό το άγρυπνο βλέμμα των δεκάδων σωματοφυλακών του ξεψύχησε μέσα στο μπάνιο του.

Οι αρχές έκαναν λόγο για αυτοκτονία. Ο Γιανγκ γνώριζε ότι είχε φτάσει και η δική του στιγμή. Σπαταλώντας δεκάδες εκατομμύρια επιχείρησε να εξασφαλίσει καταφύγιο στην Κύπρο ή στην Ελλάδα. Πριν τη φυγή του, όμως, βρήκε τραγικό θάνατο, όπως και είχε προβλέψει. Αρχικά, ο θάνατός του χαρακτηρίστηκε από τις βρετανικές αρχές αυτοκτονία.

Η πτώση του 55χρονου άνδρα από το πολυτελές διαμέρισμά του προκάλεσε έναν υπόκωφο ήχο που ξύπνησε τους γείτονές του μέσα στη νύχτα. Αυτοί ήταν που κάλεσαν την αστυνομία, όταν τον αντίκρισαν καρφωμένο στα κάγκελα του σπιτιού του. Τα φώτα και η τηλεόραση φώτιζαν το διαμέρισμά του, πολλές ώρες αφότου η αστυνομία και η πυροσβεστική είχαν καταφέρει να ξεκαρφώσουν το άψυχο σώμα του. Ο εκατομμυριούχος Βρετανός διαχειριστής κεφαλαίων είχε προειδοποιήσει φίλους και συγγενείς μήνες νωρίτερα ότι κάτι τέτοιο ήταν πιθανό να του συμβεί.

Ο μεγιστάνας Περεπιλίτσνι

Τρία χρόνια νωρίτερα, είχε προηγηθεί ο θάνατος του Ρώσου μεγιστάνα Αλεξάντρ Περεπιλίτσνι, ο οποίος τον Νοέμβριο του 2012 σωριάστηκε νεκρός έξω από το σπίτι του στο Σάρεϊ. Ο 44χρονος άνδρας ήταν απολύτως υγιής και επρόκειτο να δώσει στοιχεία για την εμπλοκή Ρώσων εφοριακών υπαλλήλων σε υπόθεση απάτης ύψους 230 εκατομμυρίων δολαρίων σε συνεργασία με εκπροσώπους του οργανωμένου εγκλήματος.

Η αστυνομία δεν έλαβε υπόψη της αυτή την πληροφορία και έκλεισε την υπόθεση με μια δήλωση, που ανέφερε ότι στον θάνατο του 44χρονου «δεν υπήρξε εμπλοκή τρίτων ατόμων». Εξάλλου, οι αρχικές τοξικολογικές εξετάσεις στο σώμα του δεν αποκάλυψαν τίποτα ύποπτο και ο θάνατός του αποδόθηκε σε φυσικά αίτια.

Δύο χρόνια αργότερα, όμως, σε εξετάσεις που έγιναν από μια ασφαλιστική εταιρία, βρέθηκαν ίχνη μιας σπάνιας και θανατηφόρας τοξίνης φυτών στο στομάχι του. Διαπιστώθηκε ότι είχε δηλητηριαστεί με ουσία που εμπεριέχεται στο φυτό Gelsemium, το οποίο φύεται σε απομακρυσμένα μέρη της Βορείου Αμερικής και της Κίνας και το οποίο χρησιμοποιεί η ρωσική και η κινεζική μαφία σε ξεκαθαρίσματα λογαριασμών.

Ένας φύλακας ασφαλείας τον εντόπισε σε εμβρυακή στάση, χλωμό και παγωμένο, ενώ τα σημάδια ζωής που έδινε ήταν ελάχιστα. Ο φύλακας ασφαλείας είπε στις αρχές ότι όταν προσπαθούσε να τον συνεφέρει, παρέχοντάς του τις πρώτες βοήθειες. Ενώ είχε ενώσει το στόμα του με το δικό του ένιωσε στο στόμα του μια παράξενη γεύση που έμοιαζε σαν να γλύφει μια μπαταρία. Το 2017, τα νέα στοιχεία της έρευνας έδειχναν πως η δηλητηριώδης ουσία βρέθηκε στον οργανισμό του μέσω μίας σούπας λαχανικών (sorrel soup, δημοφιλές ρωσικό πιάτο) που είχε φάει λίγο πριν το θάνατό του.

Την ίδια περίπου περίοδο, μαχαιρωμένος θανάσιμα βρέθηκε στο σπίτι του και ο κορυφαίος ειδικός ακτινολογίας που ανακάλυψε το δηλητήριο, με το οποίο σκότωσαν τον πρώην πράκτορα των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών Αλεξάντερ Λιτβινένκο. Ο Μάθιου Πάντσερ πέθανε από υπερβολική αιμορραγία, μετά από επαναλαμβανόμενα τραύματα που προκάλεσε στο λαιμό, στα χέρια και στο πάνω μέρος της κοιλιάς του, χρησιμοποιώντας δυο μαχαίρια κουζίνας.

Ο παθολόγος, που διενήργησε την νεκροψία, δεν έκρυψε ότι αρχικά δεν μπορούσε να αποκλείσει την εμπλοκή κάποιου άλλου προσώπου. Με την άποψη αυτή φάνηκε να συμφωνεί και η ντετέκτιβ που ανέλαβε την υπόθεση: «Τα τραύματα ήταν τόσο εκτεταμένα, που δεν μπορώ να πιστέψω πως είναι δυνατόν να προκαλέσει κάποιος τόση ζημία στο σώμα του, χωρίς να έχει χάσει τις αισθήσεις του».

Προφητική θα μπορούσε, λοιπόν, να χαρακτηρίσει κανείς μία φράση του Βλαντιμίρ Πούτιν, αν αναλογιστεί κανείς όλα τα παραπάνω. «Οι προδότες θα πεθάνουν αργά ή γρήγορα. Πιστέψτε με. Αυτά τα άτομα πρόδωσαν τους φίλους, τους συντρόφους τους. Ό,τι και να πήραν ως αντάλλαγμα, τα 30 αργύριά τους θα είναι αυτά που στο τέλος θα τους πνίξουν».

Αυτά είναι τα λόγια που στοίχειωσαν και τον Μαρκ Ρόουλι, ανώτατο αξιωματούχο της βρετανικής αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας. «Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε: οι Ρώσοι εξόριστοι δεν είναι αθάνατοι. Όλοι τους πεθαίνουν και αυτό από μόνο του τροφοδοτεί την τάση για θεωρίες συνωμοσίας. Να είμαστε ψύχραιμοι; Ναι. Αλλά πράγματι οι συμπτώσεις έχουν συσσωρευτεί».