Ο Ντέιβιντ Ροκφέλερ, το Άγιο Όρος και μία μελαχρινή Ελληνίδα

Νεφέλη Λυγερού
5

«Ο παππούς μου Τζον Ροκφέλερ άρχισε την καριέρα του ως υπάλληλος σ’ ένα μικροσκοπικό καθαριστήριο ρούχων για πέντε δολάρια την εβδομάδα. Όχι πολύ αργότερα στέφθηκε ως ο πλουσιότερος άνθρωπος στις Ηνωμένες Πολιτείες και μπορεί και στον κόσμο. Στην κηδεία του, ο επί 30 έτη προσωπικός του μπάτλερ κύριος Γιόρντι μου έκανε νόημα να τον πλησιάσω. «Κύριε Ντέιβιντ», μου είπε, καθώς από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου το προσωπικό απευθυνόταν σε όλα τα παιδιά της οικογένειας στον πληθυντικό. «Ο παππούς σας πάντα πίστευε ότι από όλα τα παιδιά και τα εγγόνια του εσείς θα τον διαδεχτείτε». Δεν μπορώ να πω ότι δεν ένιωσα να φουσκώνω από περηφάνια. Πάντα πίστευα ότι γι’ αυτό τον ρόλο προόριζε τον αδελφό μου τον Νέλσον».

Αυτά έγραψε ο ίδιος ο Ντέιβιντ Ροκφέλερ στην αυτογραφία του με τίτλο Αναμνήσεις. Πράγματι, ο αδελφός του Νέλσον, στο σπίτι του οποίου και άφησε την τελευταία του πνοή στον ύπνο του, διετέλεσε αντιπρόεδρος των ΗΠΑ υπό τον Τζέραλντ Φορντ. Ήταν ο Ντέιβιντ, όμως, που κράτησε για πολλές δεκαετίες τα ηνία της επιχειρηματικής δυναστείας Ροκφέλερ στα χέρια του. Η επιρροή, άλλωστε, που ασκούσε από το παρασκήνιο στην διεθνή πολιτική και οικονομική σκηνή έφτασε να εμπνεύσει μυθιστορηματικού τύπου συνωμοσίες.

Για τους Ροκφέλερ έχουν γραφεί και ειπωθεί πολλά. Ελάχιστα, όμως, είναι γνωστά για τη σχέση του Ντέιβιντ με την Ελλάδα. Τη χώρα μας την αγάπησε και την επισκέφθηκε πολλάκις. Η αγάπη του μεταλαμπαδεύτηκε από τη μητέρα του Άμπι. Το σπίτι, στο οποίο γεννήθηκε και θεωρείται ακόμα και σήμερα η μεγαλύτερη ιδιωτική κατοικία στην καρδιά του Μανχάτταν είχε εννιά ορόφους γεμάτους σπάνια έργα τέχνης, τα οποία συνέλεγε μανιωδώς η μητέρα του.

Αν και αργότερα έγινε και ο ίδιος μαικήνας της μοντέρνας τέχνης, ιδρύοντας το ξακουστό σήμερα Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόκρης, αρχικά λάτρευε την αισθητική της αρχαιότητας και κυρίως ό,τι είχε να κάνει με την αρχαία Αθήνα. Είχε διαβάσει μανιωδώς ιστορία και συχνά στα δείπνα που διοργάνωνε διηγείτο ιστορίες για τον Περικλή και τον έρωτά του με την Ασπασία, ή για τη δημιουργία της Ακρόπολης.

Ο πατέρας του Τζον συνέβαλε, επίσης, στην εδραίωση του ιδιαίτερου δεσμού με την Ελλάδα. Αυτό, όμως, λόγω της αδυναμίας που είχε στον Χριστιανισμό. Ο μικρός Ντέιβιντ και τα αδέλφια του είχαν ένα αυστηρό καθημερινό πρόγραμμα, το οποίο περιλάμβανε πρωινό ξύπνημα και προσευχές στο γραφείο του πατέρα του. Τους είχε υποχρεώσει, μάλιστα, να αποστηθίσουν αποσπάσματα της Βίβλου, τα οποία μετά και ερμήνευε.

Αυτές οι αναμνήσεις ήταν που τον ώθησαν να επισκέπτεται συχνά και υπό άκρα μυστικότητα το Άγιο Όρος. Έτσι ικανοποιούσε και τα δύο του ενδιαφέροντα: αυτό της πνευματικής αναζήτησης και της εντομολογίας, κάνοντας ατελείωτους περιπάτους και αναζητήσεις στη φύση. Εξάλλου, ελάχιστοι γνώριζαν ότι συνέλεγε σε μικρά βαζάκια έντομα, σπάνια φυτά και ότι άλλο μπορεί να βάλει ο νούς. Συνήθιζε, μάλιστα, να νοικιάζει αμάξι και να διασχίζει με διαφορετική παρέα κάθε φορά όλη την Πελοπόννησο, στην οποία και έβρισκε τυχαία καταλύματα. Την περίοδο εκείνη είχε ερωτευτεί τον Παρνασσό, τους Δελφούς και το ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο.

Στην αυτοβιογραφία του αναφέρεται σ’ ένα από τα ταξίδια του στην Ελλάδα το 1938. Περιγράφει, μάλιστα, πώς χαζολογούσε στο μπαρ του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία, πίνοντας ποτά, όταν συνάντησε τυχαία τον διάσημο πρώην καθηγητή του Κίρσοπ Λέικ από τα χρόνια που σπούδαζε στο πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Ο Λέικ παρέδιδε ένα πολύ δημοφιλές μάθημα για τη Βίβλο, αλλά και για την Ορθοδοξία, το οποίο είχε παρακολουθήσει ο Ντέιβιντ.

Τον έπεισε, λοιπόν, να ταξιδέψουν μαζί στη Θεσσαλονίκη και από εκεί στο Άγιο Όρος. Κάθε βράδυ έμεναν σε διαφορετικά μοναστήρια και τα πρωινά επιδίδονταν σε αναζήτηση σπάνιων εικόνων και χειρογράφων που υπήρχαν στις βιβλιοθήκες των μοναστηριών. Ο Ντέιβιντ περιγράφει την εμπειρία του αυτή, αλλά και τη γενναιόδωρη φιλοξενία των μοναχών. Θυμάται τις προσευχές τους, την ομορφιά του απέραντου γαλάζιου του Αιγαίου, αλλά και την απογοήτευσή του που δεν μπόρεσε να έχει μαζί του μία πολύ χαριτωμένη κοπέλα, καθώς στο Άγιο Όρος απαγορευόταν αυστηρά -όπως και σήμερα- η είσοδος στις γυναίκες.

Στα ταξίδια του εκείνα είχε ερωτευτεί παράφορα μία Ελληνίδα, της οποίας τα μακριά μαύρα μαλλιά και τα αμυγδαλωτά μάτια του είχαν πάρει τα μυαλά. Αυτή κάθε πρωί πήγαινε στη δουλειά της και κάθε μεσημέρι γυρνούσε, περνώντας έξω από το ξενοδοχείο του. Εκείνος την παραμόνευε. Μία φορά που βρήκε το θάρρος να της μιλήσει, εκείνη άνοιξε το βήμα της και απομακρύνθηκε έντρομη, προφανώς και λόγω του γεγονότος ότι δεν καταλάβαινε λέξη από αυτά που της έλεγε. «Τότε ήμουν ολίγον τί δυσλεξικός. Ακόμα και ελληνικά να μιλούσα πάλι θα έφευγε τρέχοντας από εμένα».

Την Ελλάδα είχε επισκεφθεί και ως παιδί με τους γονείς του, όταν ο πατέρας του είχε πάθει έναν μικρό νευρικό κλονισμό, τον οποίο, όπως έχει εξηγήσει ο ίδιος, σήμερα οι γιατροί θα είχαν διαγνώσει ως κλινική κατάθλιψη. «Δεν είναι εύκολο να είσαι Ροκφέλερ. Ούτε ο πατέρας σου να είναι ένας αυτοδημιούργητος δισεκατομμυριούχος», είχε δηλώσει ο Ντέιβιντ, θέλοντας με τον τρόπο αυτό να δικαιολογήσει το αίσθημα ανεπάρκειας που βίωνε ο πατέρας του όλη του τη ζωή.

Το διάλλειμα της οικογένειας υποτίθεται ότι θα κρατούσε ένα μήνα και θα περιοριζόταν στον γαλλικό Νότο. Τελικά, όμως, έκαναν οικογενειακώς ένα χρόνο διακοπές και τα παιδιά συνέχισαν την εκπαίδευσή τους κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος με καθηγητές που έφερε η οικογένεια από τη Νέα Υόρκη. Τελικά, όλοι επισκέφθηκαν και άλλες χώρες, μεταξύ αυτών και την Ελλάδα, απολαμβάνοντας τον ελληνικό ήλιο, τη φύση και το φαγητό.

Η σχέση της οικογένειας με την Ελλάδα, όμως, δεν ήταν πάντοτε ειδυλλιακή. Ο πατέρας του Ντέιβιντ και γιός του ιδρυτή της δυναστείας δεν ξέχασε ποτέ ένα όνομα που ταυτίστηκε με όλη την αρνητική δημοσιότητα που βιώνει η οικογένεια από τις απαρχές της ύπαρξής της. Το όνομα αυτό ανήκει σε Έλληνα. Ο Λούης Τίκας ήταν 20 ετών όταν έφθασε από το Ρέθυμνο της Κρήτης στη Νέα Υόρκη. Από εκεί πήγε στο Ντένβερ όπου και εργαζόταν σε ορυχεία.

Αναδείχθηκε σε ηγετική μορφή στους κόλπους του εργατικού κινήματος, αλλά και της εκεί ελληνικής κοινότητας. Είχε, μάλιστα, αναλάβει να στέλνει τα εμβάσματα στην Ελλάδα για λογαριασμό όλων των συμπατριωτών του, που δεν ήξεραν πώς να φερθούν στο ταχυδρομείο και στην τράπεζα. Το 1913 άρχισε να εργάζεται για τον Ροκφέλερ. Όταν το 1914 οι ανθρακωρύχοι του Ροκφέλερ του νεότερου στο Κολοράντο αποφάσισαν πως οι τραγικές συνθήκες της ζωής τους είχαν φθάσει στο απροχώρητο, αυτός ήταν που πρωταγωνίστησε στην οργάνωση και στον ξεσηκωμό τους. Αυτός ήταν που τους κάλεσε σε απεργία με αίτημα να αλλάξουν οι δυσμενείς συνθήκες στα ορυχεία που ανήκαν στην οικογένεια και να μειωθούν οι ατελείωτες ώρες εργασίας.

Τελικά, ο Τίκας έχασε τη ζωή του στη συμπλοκή των απεργών με παρακρατικούς και με την Εθνοφρουρά του Κολοράντο. Η μαύρη αυτή σελίδα στιγμάτισε το όνομα της οικογένειας Ροκφέλερ Σε μία προσπάθεια ντάματζ κοντρόλ αποφασίστηκε μία συνεργασία των Ροκφέλερ με τον εκδότη Γουίλιαμ Ράντολφ Χερστ, έτσι ώστε να βελτιώσουν το προφίλ τους.

Αργότερα, η οικογένεια και ο Ντέιβιντ προσωπικά ασχολήθηκε με τη φιλανθρωπία, δαπανώντας τεράστια ποσά σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα. Οι υποτροφίες του ιδρύματος Rockefeller, μάλιστα, έχουν δοθεί και σε νέους Έλληνες φοιτητές και ερευνητές. Και όχι μόνο! Το νεότερο μέλος της οικογένειας Ροκφέλερ και μεγάλη αδυναμία του Ντέιβιντ, η εγγονή του και σχεδιάστρια ρούχων Αριάνα, αγαπάει ιδιαίτερα την Ελλάδα, τα νησιά της οποίας επισκέπτεται συχνά. Έχει δηλώσει, μάλιστα, ότι έμπνευση για τα ρούχα της έχει αποτελέσει η επαφή της με τα έργα τέχνης που ανήκαν στην οικογένειά της, μεταξύ αυτών και πολλά που προέρχονται από την Ελλάδα.