Πόση δημοκρατία χωρούν τα ΜΜΕ;

Γιώργος Σωτηρέλης
5

του Γιώργου Σωτηρέλη  – 

Ανακοινώθηκαν πρόσφατα τα νέα δεδομένα ως προς την αδειοδότηση των τηλεοπτικών σταθμών, που ανοίγουν πλέον τον δρόμο για να προχωρήσει επιτέλους η σχετική διαγωνιστική διαδικασία, μετά από την πολλαπλά ατυχή έκβαση της προηγούμενης.

Η σημερινή σύνθεση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης παρέχει όλες τις αναγκαίες εγγυήσεις ως προς το ότι αυτή τη φορά θα εφαρμοσθούν πλήρως οι συνταγματικές επιταγές, Επίσης, ότι η προ πολλού αναγκαία αδειοδότηση θα γίνει αυτή τη φορά με όρους θεσμικής αξιοπιστίας και διαφάνειας και χωρίς την παρείσφρηση μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων.

Ωστόσο, ο ρόλος του ΕΣΡ ως προς την συνταγματικά επιβαλλόμενη ρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, δεν εξαντλείται με την προκήρυξη του διαγωνισμού. Εξ ίσου σημαντικό είναι να επιβάλει πλήρως στα ήδη λειτουργούντα τηλεοπτικά αλλά και στα ραδιοφωνικά μέσα –για τα οποία δεν τίθεται αυτή τη στιγμή θέμα αδειοδότησης– τις συνταγματικές αρχές που πρέπει να διέπουν την λειτουργία τους. Κι αυτό, επειδή αυτήν την στιγμή καταστρατηγούνται κατάφωρα.

Η χαμένη ευκαιρία της ΕΡΤ

Πράγματι, η σημερινή εικόνα των ραδιοτηλεοπτικών ΜΜΕ είναι άκρως αποκαρδιωτική. Θέτει ένα μείζον ζήτημα ως προς την συμβατότητα της ενημέρωσης που παρέχουν με το ευρωπαϊκό κεκτημένο της ανοιχτής και δημοκρατικής κοινωνίας. Ας δούμε όμως τα πράγματα συγκεκριμένα:

Από την μία έχουμε την κρατική ραδιοτηλεόραση, η οποία αποτελεί, δυστυχώς, ακόμα μία χαμένη ευκαιρία για την σημερινή κυβέρνηση. Η  ΕΡΤ όφειλε να αποτελέσει, μετά την ολική επαναφορά της, ένα πρότυπο πολυφωνικής και ποιοτικής ενημέρωσης, που θα έθετε ψηλά τον πήχη και για την ιδιωτική ραδιοτηλεόραση. Αντί γι’ αυτό, διαμορφώθηκε εξ υπαρχής στην λογική ενός κυβερνητικού προπαγανδιστικού μηχανισμού, ο οποίος υπηρετεί διατεταγμένα και συστηματικά –άλλοτε κραυγαλέα και άλλοτε τηρώντας κάποια προσχήματα– τις σκοπιμότητες των κομμάτων της πλειοψηφίας.

Με άλλα λόγια η σημερινή κυβέρνηση αντιμετώπισε την δημόσια τηλεόραση ακριβώς όπως και η προηγούμενη (με την αλήστου μνήμης ΝΕΡΙΤ), αλλά όπως και οι περισσότερες από τις κυβερνήσεις του παρελθόντος. Υπήρξαν κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις που δεν πρέπει να υποτιμώνται, ή να αντιμετωπίζονται με άκριτο ισοπεδωτισμό.

Όσον αφορά δε το υπόλοιπο πρόγραμμά της (πλην του ενημερωτικού), η ΕΡΤ είναι κατά κανόνα σοβαρότερη και ποιοτικότερη από την ιδιωτική. Αλλά και εκεί εμφορείται από γενικότερες ιδεολογικές και αισθητικές εμμονές, οι οποίες, σε συνδυασμό με έναν έκδηλο δήθεν προοδευτικό ελιτισμό, την καθιστούν εν πολλοίς μονομερή και μονοδιάστατη, συχνά δε πληκτική και απωθητική.

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι τα εκπληκτικά χαμηλά ποσοστά θεαματικότητας και ακροαματικότητας (αντίστοιχα ή και χειρότερα της ΝΕΡΙΤ), που πόρρω απέχουν από αυτά των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών. Τα χαμηλά ποσοστά την καθιστούν αμελητέα τόσο από την άποψη της πολιτικής ενημέρωσης, διότι είναι φανερό ότι έχει καταντήσει θεραπαινίδα μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων, όσο και από την άποψη της διαμόρφωσης ποιοτικών ψυχαγωγικών και αισθητικών προτύπων που θα αγγίζουν το ευρύτερο κοινό.

Η προπαγάνδα των ιδιωτικών

Από την άλλη, τα ιδιωτικά ραδιοφωνικά και ιδίως τηλεοπτικά Μέσα λειτουργούν πλέον ολοένα και πιο κραυγαλέα και προκλητικά σαν προέκταση των οικονομικών συμφερόντων των ιδιοκτητών τους, Ταυτοχρόνως και σαν φερέφωνα των κομμάτων της αντιπολίτευσης, ιδίως της ΝΔ. Στα Μέσα αυτά η έννοια της είδησης έχει χάσει το νόημά της. Οι παρουσιαστές κατά κανόνα προτάσσουν, με ύφος τιμητή ή με ειρωνικά σχόλια και εξυπνακισμούς, τον αντικυβερνητικό σχολιασμό της «είδησης» που ακολουθεί. Προκαταλαμβάνουν εξ υπαρχής την πολιτική της αντιμετώπιση και απαξιώνουν συστηματικά κάθε κυβερνητική πρωτοβουλία, πριν καν την μεταδώσουν.

Στην συνέχεια, και αφού τελειώσει το κυρίως «ειδησεογραφικό» μέρος του δελτίου, αρχίζει μια ατελείωτη παρουσίαση πανομοιότυπων επιτηδευμένων ρεπορτάζ. Η στόχευσή τους δεν είναι η ενημέρωση για τα κοινωνικά προβλήματα, τα οποία βεβαίως είναι υπαρκτά και οι ευθύνες γι αυτά  πρέπει να καταλογίζονται. Στόχευσή τους είναι να καταδειχθεί με ακραίους προπαγανδιστικούς τόνους η απέραντη μιζέρια και δυστυχία, στην οποία μας έχει οδηγήσει η σημερινή (και μόνο!) κυβέρνηση.

Στον τομέα του ψυχαγωγικού προγράμματος (όταν ο χρόνος δεν καλύπτεται από συνεχείς επαναλήψεις), οι νέες ποιοτικές εκπομπές είναι η εξαίρεση. Κατά κανόνα πρυτανεύει  μια αβάσταχτη ελαφρότητα, σε συνδυασμό με φτηνό κουτσομπολιό και με απείρου κάλλους γλωσσικούς και αισθητικούς βαρβαρισμούς…

Οι εξαιρέσεις και τα «πιστόλια»

Με βάση αυτά τα δεδομένα, αν κανείς παρακολουθεί τα δημόσια ραδιοτηλεοπτικά Μέσα νομίζει ότι όλα βαίνουν καλώς και ότι σε λίγο όλα τα προβλήματά μας θα είναι παρελθόν. Αντίθετα, αν παρακολουθεί ιδιωτικά Μέσα, στο τέλος έχει μια έντονη διάθεση αυτοκτονίας. Η εικόνα που παρουσιάζουν είναι τόσο μαύρη και άραχνη που ούτε να περιμένει την σωτηρία από την ΝΔ δεν έχει κουράγιο!

Δεν ισχυρίζομαι, βέβαια, ότι δεν υπάρχουν εξαιρέσεις. Υπάρχουν και ελάχιστα ιδιωτικά ραδιοτηλεοπτικά Μέσα που ή είναι φιλοκυβερνητικά (με τρόπο ακόμα πιο κραυγαλέο) ή κρατούν κάποιες ισορροπίες. Αλλά και εντός των δημόσιων και των ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών Μέσων υπάρχουν εκπομπές που καταφέρνουν να ανθίστανται στην γενική γραμμή και να σέβονται –λιγότερο ή περισσότερο– τις βασικές συνταγματικές αρχές. Κάποιες, μάλιστα, σε πείσμα των καιρών, είναι σχεδόν υποδειγματικές.

Ωστόσο, όλα αυτά είναι απλώς η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Και ο κανόνας, δυστυχώς, δεν είναι μόνον η μεροληπτική και συχνά προπαγανδιστική ενημέρωση, ή η απουσία έστω και στοιχειωδών ποιοτικών προδιαγραφών. Ακόμη χειρότερο είναι ότι η πλειονότητα των δημοσιογράφων –δεδομένης και της οικονομικής κρίσης– υποτάσσεται ολοένα και περισσότερο στο κυρίαρχο μοντέλο. Κάποιοι από αυτούς αποδέχονται, περίπου σαν νομοτέλεια, την μικρότερη ή μεγαλύτερη παραβίαση των κανόνων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Κάποιοι, μάλιστα, προχωρούν και ένα βήμα παραπάνω: μετατρέπονται σε «πιστόλια» των εργοδοτών τους.

Πρόκειται, συνολικότερα, για μια σαφή οπισθοδρόμηση στο πεδίο της λειτουργίας των ραδιοτηλεοπτικών Μέσων, τα οποία, όπως λειτουργούν, παραβιάζουν κατάφωρα το Σύνταγμα και βλάπτουν σοβαρά την δημοκρατία. Εναπόκειται λοιπόν στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης να σταματήσει αυτόν τον κατήφορο και να επιβάλει, επιτέλους –και χωρίς βεβαίως να περιμένει να ολοκληρωθεί η αδειοδότηση– τις συνταγματικές επιταγές της ισότητας, της αντικειμενικότητας και της ποιότητας, τόσο στην δημόσια όσο και στην ιδιωτική ραδιοτηλεόραση.