Το κόστος των ανέφικτων προσδοκιών

Ευγενία Σαρηγιαννίδη
11

της Ευγενίας Σαρηγιαννίδη  – 

Όπως διαβάσαμε σε δημοσίευμα στην ιστοσελίδα inews.gr, μια πρόσφατη έρευνα που έγινε στα αθηναϊκά αστικά λύματα, έδειξε «ότι η χρήση ψυχιατρικών και άλλων φαρμάκων, καθώς και η χρήση παράνομων ουσιών, αυξήθηκε δραματικά στην Αθήνα στα χρόνια της κρίσης {….} Οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφηκαν στα αντικαταθλιπτικά, τα αγχολυτικά και τα αντιψυχωσικά, καθώς και σε φάρμακα για την αντιμετώπιση του γαστρικού έλκους και της υπέρτασης, όπως αναφέρει η διεθνής ερευνητική ομάδα στην επιθεώρηση Environmental Science & Technology».

Πιο συγκεκριμένα, «οι μετρήσεις αποκάλυψαν ότι σε μια τετραετία η χρήση των αντιψυχωτικών αυξήθηκε κατά 35 φορές, των αγχολυτικών κατά 19 φορές και των αντικαταθλιπτικών κατά 11 φορές, ενώ η χρήση παράνομων αμφεταμινών διπλασιάστηκε». Δεν υποτιμούμε καθόλου τον ρόλο της οικονομικής κρίσης και της κατάστασης που έχει προκύψει για την ελληνική κοινωνία από τα μνημόνια. Για την ερμηνεία και την κατανόηση των παραπάνω δεδομένων, κατά τη γνώμη μας τα πορίσματα αυτής της έρευνας δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά σε στενά οικονομικούς ή έστω κοινωνιοοικονομικούς λόγους.

Γενικότερα, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η παρακμή των πολιτισμών είναι περισσότερο ζήτημα κουλτούρας και πολιτικής παρά οικονομίας. Σε γενικές γραμμές ο ρόλος αυτών των φαρμακευτικών ή ναρκωτικών ουσιών (στις οποίες θα πρέπει να προσθέσουμε την κατανάλωση ινδικής κάνναβης, που έχει γίνει μάστιγα), είναι να καταπολεμούν τα διάφορα συμπτώματα άγχους, κατάθλιψης, μελαγχολίας κλπ. Ταυτόχρονα να δίνουν μια αίσθηση ευφορίας, ίσως και «παντοδυναμίας», μόνιμης υπερδιέγερσης κλπ. στους χρήστες τους.

Ουσιαστικά, η κατανάλωση τέτοιων σκευασμάτων αποσκοπεί στην τεχνητή και βιοχημική αντιμετώπιση των συναισθημάτων δυσφορίας που αισθάνονται τα άτομα και των δυσάρεστων σκέψεων που τους βασανίζουν, τόσο την ημέρα, όσο και τη νύχτα. Βεβαίως, τα προτάγματα της αυτοπραγμάτωσης και της καταναλωτικής ευημερίας, που είναι σε ημερήσια διάταξη, διαψεύδονται ως προς τις πιθανότητες υλοποίησης τους για τους περισσότερους ανθρώπους. Επιπροσθέτως, έχουν ένα οργανωτικό ρόλο ως προς την ανάπτυξη όλων αυτών των συνδρόμων της στέρησης και της ματαίωσης που βιώνουν όλο και περισσότερα άτομα.

Σε περιπτώσεις όπου η (από τον «καθένα») επιδιωκόμενη κοινωνική διάκριση δεν επιτυγχάνεται και η επιθυμητή αναγνώριση δεν λαμβάνεται, τα άτομα επιλέγουν την περιχαράκωση σε έναν κλειστό κόσμο βιοχημικά κατασκευασμένης, ψευδούς ευημερίας. Στις σημερινές συνθήκες ζωής και εργασίας ο «μέσος άνθρωπος», χωρίς το φαρμακευτικό «ούπς στον οργανισμό του» αισθάνεται συχνά θύμα ενός άδικου κόσμου. Νιώθει ίσως ανεπαρκής τόσο από συναισθηματικής, όσο και από κοινωνικής άποψης. Τα φαινόμενα αυτά δεν είναι πραγματικά καινούρια.

Διαταραχές top model

Ας θυμίσουμε ότι ο γνωστός Γάλλος κοινωνιολόγος Ε. Durkheim θεωρούσε ότι το να επιδιώκει κανείς ένα στόχο που είναι εξ ορισμού ανέφικτος σημαίνει να καταδικάζει τον εαυτό του σε μια κατάσταση μόνιμης δυστυχίας. Και βέβαια, οι ανέφικτες ή οι πολύ δαπανηρές επιδιώξεις είναι αυτές που τα επιχειρηματικά συμφέροντα, τα ΜΜΕ και οι διαφημίσεις μας ωθούν να έχουμε όλο και περισσότερο (πολυτελείς, διακεκριμένες κλπ.).

Τα πρότυπα που συνήθως προβάλλονται είναι άνθρωποι πλούσιοι, διάσημοι, όμορφοι και πετυχημένοι, στους οποίους οι περισσότεροι «κοινοί θνητοί» δεν είναι δυνατόν να μοιάσουν. Παρόλα αυτά ενθαρρύνονται να τους μιμηθούν, έστω σε επίπεδο lifestyle. Όπως παρατηρεί ο Frank Lee στο άρθρο του «Η μαζική ψυχολογία του καπιταλισμού», «αυτό οδηγεί αναπόφευκτα σε απογοητευτικές συγκρίσεις, δυστυχίες και παθολογικές συμπεριφορές: Νεαρές γυναίκες με διαταραχές της όρεξης που θέλουν να μοιάσουν στα top model. Νεαροί άντρες έτοιμοι να παρανομήσουν, υποκύπτοντας στα προτάγματα του γρήγορου πλουτισμού».

Ακόμα πιο συχνά, για τους περισσότερους είναι μια αίσθηση ανεπάρκειας που με τη σειρά της οδηγεί σε χρόνια κατάθλιψη, σε κρίσεις πανικού και σε άλλες βαρύτερες ψυχικές διαταραχές. Απολύτως παράλληλη με αυτήν την «ασθένεια των άπειρων προσδοκιών» είναι η εξασθένιση της κοινωνικής συνεκτικότητας και των δεσμών που συνέδεαν μεταξύ τους τα άτομα των παραδοσιακών κοινωνιών. Στις εξατομικευμένες σημερινές δυτικές κοινωνίες η σταθεροποιητική δύναμη της κοινωνικής ενσωμάτωσης αποδυναμώνεται σταδιακά και όσο περισσότερο συμβαίνει αυτό, τόσο ψηλότερα είναι τα επίπεδα κοινωνικής δυσφορίας.

Η φτώχεια αποτελεί ένα κεντρικό παράγοντα δυστυχίας. Σήμερα συνδυάζεται με αρνητικές συγκρίσεις του κάθε ατόμου προς τα ανώτερα επίπεδα της κοινωνικής ιεραρχίας και με μια προφανή έλλειψη κοινωνικής ενσωμάτωσης (συναδέλφωσης, συντροφικότητας, γειτνίασης κλπ.), που θα παρείχε μια ζώσα και δυναμική λαϊκή κουλτούρα. Αυτό, άλλωστε, εξηγεί και γιατί κατά τη διάρκεια των πολέμων οι αυτοκτονίες μειώνονται θεαματικά: ο πόλεμος είναι πάντα δημιουργός συνθηκών κοινωνικής ενσωμάτωσης για τα άτομα.

Σε αυτό το σημείο χρειάζεται ίσως να υπενθυμίσουμε ότι τόσο ο Ε. Durkheim, όσο και ο S. Freud θεωρούσαν πως τα ανθρώπινα άτομα για να λειτουργήσουν, ίσως και για να εξανθρωπιστούν, χρειάζονται την επιβολή κοινωνικών περιορισμών (ταμπού, εσωτερικευμένα ηθικά προτάγματα κλπ.). Με άλλα λόγια, χρειάζονται μια μορφή συλλογικής συνείδησης. Η ακραία εξατομικευτική συνθήκη ζωής του σημερινού δυτικού πολίτη οδηγεί σε καταστάσεις όλο και πιο δύσκολα βιώσιμες. Αυτές αντιμετωπίζονται είτε σε ευρεία κλίμακα με τη λήψη φαρμακευτικών σκευασμάτων και ναρκωτικών ουσιών, είτε πιο περιορισμένα με τη θεραπεία μέσω λόγου από ψυχολόγους και ψυχαναλυτές.