Τρομοκρατία και ποινικοί στην Ιταλία του ’70

Δημήτρης Δεληολάνης
2

του Δημήτρη Δεληολάνη  – 

Στις 29 Οκτωβρίου 1974, ένας πενταμελής πυρήνας των Ένοπλων Προλεταριακών Πυρήνων (ΝΑP) προσπάθησε να ληστέψει μια τράπεζα στο κέντρο της Φλωρεντίας. Σύμφωνα με την εκδοχή που υποστήριξαν εκ των υστέρων οι ίδιοι οι ΝΑP, οι καραμπινιέροι είχαν πληροφορηθεί εκ των προτέρων για την απόπειρα ληστείας και έστησαν ενέδρα στους τρομοκράτες. Η αλήθεια είναι ότι, αμέσως μόλις βγήκαν από την τράπεζα, τα μέλη των ΝΑP έγιναν στόχος ριπών αυτομάτων.

Ο Τζουζέπε Σέρτζο Ρομέο και ο Λούκα Μαντίνι σκοτώθηκαν επί τόπου. Άλλοι δυο τρομοκράτες τραυματίστηκαν σοβαρά και μόνον ένας κατάφερε να ξεφύγει. Η εκδοχή της ενέδρας που υποστήριξε η προκήρυξη των ΝΑP άφηνε αναπάντητες καίριες ερωτήσεις, όπως τον τρόπο με τον οποίο έφτασε στους καραμπινιέρους η πληροφορία για την επικείμενη ληστεία. Τελικά αποδείχτηκε εξ ολοκλήρου ανακριβής, χάρη στην όψιμη μαρτυρία του μοναδικού μέλους του πυρήνα που διασώθηκε. Αυτό όμως δεν ήταν γνωστό την επομένη του θανάτου των δυο νεαρών τρομοκρατών.

Ο ανώνυμος πρώην τρομοκράτης, που προέρχεται από το χώρο του ποινικού εγκλήματος, εξήγησε αργότερα ότι η διαρροή πληροφοριών για τη ληστεία ήταν αδύνατη, διότι η επιλογή της συγκεκριμένης τράπεζας ήταν εντελώς τυχαία. Ο πυρήνας των ΝΑΠ υποτίμησε τη δυνατότητα κινητοποίησης των καραμπινιέρων, οι οποίοι ειδοποιήθηκαν αμέσως για τη ληστεία και κατάφεραν μέσα σε ελάχιστα λεπτά να περικυκλώσουν την έξοδο της τράπεζας.

Ο Ρομέο ήταν ένας νέος Ναπολιτάνος με παραβατική συμπεριφορά και -σχετικά με το νεαρό της ηλικίας του- μακροχρόνια εμπειρία φυλάκισης. Στρατεύτηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 στην αριστερή εξωκοινοβουλευτική οργάνωση Lotta Continua (Διαρκής Πάλη). Στα τέλη του 1973 ακολούθησε την επιλογή της Επιτροπής Φυλακών της ίδιας οργάνωσης να εγκαταλείψει τη νόμιμη πολιτική δράση και να προχωρήσει στην ίδρυση των ΝΑΡ. Ο θάνατός του θρηνήθηκε στα στενά πλαίσια της τρομοκρατικής οργάνωσης.

Αντίθετα, ο θάνατος του Λούκα Μαντίνι προκάλεσε μεγάλη εντύπωση, προπαντός στη Φλωρεντία, όπου ήταν γνωστός για τους αγώνες του στα λαϊκά στρώματα της πόλης για να μειώσουν με δική τους πρωτοβουλία το κόστος των δημόσιων υπηρεσιών. Ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση όμως προκάλεσε λίγους μήνες αργότερα ο θάνατος της μικρότερης αδελφής του, της Ανναμαρία Μαντίνι, σε ανταλλαγή πυροβολισμών με τους καραμπινιέρους στη Ρώμη στις 8 Ιουλίου 1975.

Ο ιταλικός Τύπος κατέγραψε την εκδοχή ότι η ένοπλη στράτευση της Ανναμαρία ήταν επακόλουθο του θανάτου του αδελφού της, με τον οποίο ήταν, σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, πολύ δεμένη. Τα δυο αδέλφια από την Φλωρεντία ήταν γόνοι εργατικής οικογενείας και φοιτητές. Ο καραμπινιέρος που πυροβόλησε την Ανναμαρία δολοφονήθηκε με τη σειρά του από τους ΝΑP λίγους μήνες αργότερα.

Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες και υπόκοσμος 

Όλη η ιστορία των ΝΑP, όμως, είναι μια ιστορία που συνδέεται στενά με το πολύπλοκο και πολυσύνθετο σύμπαν του ιταλικού υποκόσμου της δεκαετίας του 1970. Η ιδρυτική ομάδα των ΝΑP αποτελείτο από φοιτητές και ποινικούς που πολιτικοποιήθηκαν στη φυλακή χάρη στη συνεχή κι επίμονη δουλειά που είχε κάνει η Επιτροπή Φυλακών ήδη από την ίδρυση της, το 1970.

Όπως ήταν λογικό, στην πρώτη θέση της στρατηγικής των ΝΑP ήταν ο χώρος των φυλακών και η «απελευθέρωση του εκτός νόμου προλεταριάτου». Το σύνθημα που κυριαρχούσε στην ιδρυτική προκήρυξη της οργάνωσης, το Σεπτέμβριο 1974, ήταν: «γενική εξέγερση μέσα στις φυλακές και ένοπλη πάλη των πυρήνων που βρίσκονται απ’ έξω».

Οι ένοπλες ενέργειες της οργάνωσης στόχευαν κυρίως στο να πλήξουν τους μηχανισμούς καταστολής και το προσωπικό των φυλακών. Αλλά οι επιχειρήσεις των ΝΑP χαρακτηρίστηκαν ευθύς εξ αρχής από ερασιτεχνισμό και πολύ περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Ένα μέλος της οργάνωσης ανατινάχτηκε καθώς προσπαθούσε να τοποθετήσει εκρηκτικό μηχανισμό στην ταράτσα του ποινικού τμήματος της ψυχιατρικής κλινικής στην πόλη Αβέρσα.

Άλλα δύο μέλη της οργάνωσης τραυματίστηκαν σοβαρά και ένας σκοτώθηκε από τυχαία έκρηξη καθώς ετοίμαζαν εκρηκτικό μηχανισμό σε γιάφκα στη Νάπολη. Ένας τρομοκράτης έπεσε θύμα φίλιων πυρών σε ενέδρα σε αξιωματικό της αστυνομίας στη Ρώμη. Μια εξέγερση στη φυλακή του Βιτέρμπο απέτυχε να προκαλέσει μαζική απόδραση των κρατουμένων και μετατράπηκε σε αιχμαλωσία ορισμένου αριθμού δεσμοφυλάκων.

Στην αγκαλιά των Ερυθρών Ταξιαρχιών

Αυτές οι απανωτές αποτυχίες αποδεκάτισαν τα μέλη της οργάνωσης που προέρχονταν από το χώρο του ποινικού εγκλήματος και περιόρισαν την επιρροή τους στην επεξεργασία της στρατηγικής. Η στροφή σηματοδοτήθηκε με την απαγωγή του διευθυντή του τμήματος φυλακών του υπουργείου Δικαιοσύνης Τζουζέπε Ντι Τζενάρο στις 6 Μαϊου 1975. Ο Ντι Τζενάρο απελευθερώθηκε πέντε ημέρες αργότερα, αφού προκήρυξη της οργάνωσης μεταδόθηκε από το κρατικό ραδιόφωνο.

Η στροφή αυτή έφερε τους ΝΑP πιο κοντά στην παραδοσιακή αντίληψη για την ένοπλη πάλη που είχαν υιοθετήσει οι Ερυθρές Ταξιαρχίες. Τόσο που το 1976 οι δυο οργανώσεις ανήγγειλαν «επιχειρησιακή συνεργασία». Επρόκειτο όμως απλώς για ένα βήμα πριν από τη προσχώρηση των φυλακισμένων μελών των ΝΑP στις Ερυθρές Ταξιαρχίες.

Εκείνη την περίοδο, η επιχειρησιακή ικανότητα των ΝΑP ήταν ήδη ουσιαστικά ανύπαρκτη, αφού σχεδόν όλη η ηγετική ομάδα ήταν νεκρή ή φυλακισμένη. Τελικά, το Δεκέμβριο του 1977 τρία ηγετικά στελέχη των ΝΑP ανακοίνωσαν από τη φυλακή ότι η εμπειρία της οργάνωσης έληξε και προσχώρησαν στις Ερυθρές Ταξιαρχίες.

Η εμπειρία των ΝΑP θεωρείται ιστορικά ότι είχε πενιχρά αποτελέσματα τόσο σε επίπεδο ευρύτερης επιρροής στο πολιτικό προσκήνιο όσο και σε εκείνο της κινητοποίησης και της στράτευσης του κοινωνικού υποκειμένου στο οποίο απευθύνονταν. Απευθύνονταν στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα της Νάπολης που συντηρούνταν χάρη σε παράνομες δραστηριότητες, όπως το λαθρεμπόριο τσιγάρων. Η ηγετική ομάδα των ΝΑP, που αποτελείτο κυρίως από Ναπολιτάνους, στοιχημάτισε στο επαναστατικό δυναμικό των στρωμάτων αυτών, που έχουν ισχυρή παρουσία στην πρωτεύουσα του ιταλικού Νότου.

Ο τελικός απολογισμός όμως ήταν απογοητευτικός. Η ηγεσία των ΝΑP δεν έλαβε υπ’ όψη της τις απαιτήσεις μακροχρόνιας στρατηγικής που απαιτούσε οποιαδήποτε υπόθεση ευρύτερης επαναστατικής αλλαγής. Οι απαιτήσεις αυτές δύσκολα γίνονταν κατανοητές από ανθρώπους που χαρακτηρίζονταν από την αντίληψη ότι ο αγώνας τους έπρεπε να επιφέρει απτά αποτελέσματα εδώ και τώρα.

Απεναντίας, το οργανωμένο έγκλημα είχε το πλεονέκτημα να μπορεί να δώσει άμεση ικανοποίηση στα πιεστικά προβλήματα επιβίωσης του «παράνομου προλεταριάτου». Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο το γεγονός ότι η κρίση των ΝΑP και η ύφεση της πολιτικής επιρροής της άκρας Αριστεράς στις ιταλικές φυλακές συνοδεύτηκαν, όπως θα δούμε, από την παράλληλη αύξηση της οργανωτικής ισχύος της Μαφίας. Αυτό συνέβη  τόσο στις φυλακές, όσο και στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα της Ιταλίας και προπαντός του ιταλικού Νότου.

Έγκλημα και επανάσταση

Ο ρόλος του κοινού εγκληματία στην επαναστατική διαδικασία όμως συνέχισε να απασχολεί τους προβληματισμούς ορισμένων τομέων της ιταλικής άκρας Αριστεράς. Επανήλθε στο προσκήνιο την επομένη της μεγάλης νεανικής κινητοποίησης του 1977. Ο καθηγητής του πανεπιστημίου της Γένοβας Τζανφράνκο Φαΐνα θεώρησε ότι το κίνημα αυτό ευνοούσε τη δημιουργία μιας ένοπλης οργάνωσης που να συνδυάζει την παρανομία με την εμπειρία του σιτουασιονισμού και του αναρχικού κινήματος, αναφορικά κυρίως με παλαιότερες καταστάσεις, όπως η συμμορία Μπονό στη Γαλλία και άλλες. Η οργάνωση αυτή ονομάστηκε Επαναστατική Δράση.

Ο Φαΐνα υιοθέτησε τις προηγούμενες θεωρητικοποιήσεις των Ιταλών σιτουασιονιστών και κομοντιστών περί «επαναστατικής αξίας της εγκληματικής πράξης» και επεξεργάστηκε την οργανωτική μορφή της «ομάδας κατά εκλεκτική συγγένεια». Τα μέλη της επιλέγονταν με κριτήριο την οικειότητα, τη φιλία και τα κοινά ενδιαφέροντα. Οι κομοντιστές (“comontisti” από τον όρο «κοινότητα») ήταν η ιταλική εκδοχή του συνδυασμού μεταξύ των σιτουασιονιστών και των «συμβουλιακών κομμουνιστών». Κύριος εκπρόσωπος τους υπήρξε ο Ρικάρντο Ντ’ Έστε. Στο κίνημα αυτό συμμετείχε και ο γνωστός Μαουρίτσιο Φολίνι.

Τη θεωρία της ένοπλης πάλης που διεξάγεται από ομάδες «εκλεκτικής συγγένειας» επαναπρότεινε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ο αναρχικός θεωρητικός Αλφρέντο Μπονάνο, που συνελήφθη κατά τη διάρκεια ληστείας στα Τρίκαλα, μαζί με τον Έλληνα οπαδό του Χρήστο Στρατηγόπουλο. Ο Μπονάνο εξέλαβε μια σειρά από ιδέες και αντιλήψεις του Φαΐνα και τις επεξεργάστηκε εκ νέου. Τα έργα του έχουν κυκλοφορήσει και στην Ελλάδα. Μάλλον δεν είναι τυχαίο ότι η επωνυμία Επαναστατική Δράση επανεμφανίστηκε στη δεκαετία του 1990 αναφορικά με βομβιστικές επιθέσεις του αναρχικού εξεγερσιακού χώρου στην Ιταλία.

Σε ό,τι αφορούσε το κοινό έγκλημα, ο αναρχικός καθηγητής Φαΐνα περιορίστηκε σε διακηρύξεις pour épater les bourgeois, χωρίς να προσπαθήσει καν να τις εφαρμόσει. Στην πράξη οι θεωρίες του επισκιάστηκαν από το άγχος της ελευθεριακής ένοπλης οργάνωσης να διαχωριστεί από τους «μαρξιστές» των υπόλοιπων τρομοκρατικών οργανώσεων.

Άγχος δικαιολογημένο, αφού η Επαναστατική Δράση δεν κατάφερε να προβάλει πολιτικά και επιχειρησιακά μια ταυτότητα διαφορετική απέναντι στις εκατοντάδες ένοπλες ομάδες που δραστηριοποιούνταν εκείνη την περίοδο στην Ιταλία. Ακόμη και η εμμονή της να πλήττει εφημερίδες και δημοσιογράφους είχε βεβαίως στέρεη βάση στην αυστηρή κριτική του Γκυ Ντεμπόρ προς τα Μίντια.

Στην πράξη, όμως, οι επιθέσεις αυτές φάνηκαν να ακολουθούν μιμητικά τις υποδείξεις των Ερυθρών Ταξιαρχιών, που είχαν ήδη επιτεθεί και τραυματίσει μεγάλα ονόματα της ιταλικής δημοσιογραφίας. Οι επιθέσεις αυτές εγγράφονταν στο πλαίσιο της προσπάθειάς τους να φιμώσουν τις πιο οξυδερκείς και διαυγείς κριτικές φωνές, κυρίως του προοδευτικού χώρου.

Η διείσδυση της CIA στην ιταλική τρομοκρατία

Μονίμως στο περιθώριο της ένοπλης πάλης, η Επαναστατική Δράση τράβηξε παραδόξως την προσοχή των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Ένα μέλος της, ο Ενρίκο Παγκέρα, ήρθε σε επαφή στη φυλακή Φλωρεντίας με τον Αμερικανό μυστικό πράκτορα Ρόναλντ Στάρκ, που από καιρό είχε διεισδύσει στο χώρο της ιταλικής άκρας Αριστεράς. Ο Σταρκ υπερηφανεύτηκε στον Παγκέρα ότι διέθετε πρώτης τάξεως διαπιστευτήρια στην ηγεσία του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης και εξέφρασε το ενδιαφέρον του για την ανάπτυξη μιας «μη μαρξιστικής τρομοκρατικής οργάνωσης στην Ιταλία».

Η ιστορία της οργάνωσης έληξε το 1981, όταν μια ομάδα φυλακισμένα μέλη της Επαναστατικής Δράσης ανήγγειλε τη διάλυση της. Ας σημειωθεί ότι ο Στάρκ ήταν ο πράκτορας της CIA που παρήγαγε και διέδωσε το παραισθησιογόνο LSD πρώτα στο αμερικανικό αντιπολεμικό κίνημα και αμέσως μετά στο ευρωπαϊκό. Από ορισμένους ακραίους τομείς του μεγάλου νεανικού κινήματος του 1977 προέκυψε και μια άλλη οργάνωση που επανέφερε στο προσκήνιο, σε πολύ πιο περιορισμένη κλίμακα, την προβληματική των ΝΑP γύρω από την «επαναστατική δυναμική» του εγκληματικού χώρου.

Η οργάνωση αυτή γεννήθηκε στην προλεταριακή συνοικία Μπαρόνα του Μιλάνου από νεαρούς πρώην Αυτόνομους. Ονομάστηκε Ένοπλοι Προλετάριοι για τον Κομμουνισμό (Proletari Armati per il Comunismo, PAC). Στην πραγματικότητα, οι PAC δεν υιοθέτησαν την αντίληψη των ΝΑP ότι το «παράνομο προλεταριάτο» αποτελεί «επαναστατικό υποκείμενο».

Χωρίς μεγάλες απαιτήσεις ανάλυσης, περιορίστηκαν στο να τραβήξουν προς τα άκρα μια κάποια αισθητική της παρανομίας που κυριαρχούσε τότε στο νεανικό κίνημα. Αυτή η αισθητική αντίληψη βρήκε θεωρητική επιστέγαση τόσο στα γραπτά του θεωρητικού της Αυτονομίας Τόνι Νέγκρι όσο και στη θεωρία της «επιθυμητικής μηχανής» των Γάλλων ριζοσπαστών φιλοσόφων Ζιλ Ντελέζ και Φελίξ Γκουατταρί.

Αυτό το υποτυπώδες θεωρητικό υπόβαθρο, όπως και η δίψα για άμεση δράση, βοήθησαν στη στρατολόγηση ορισμένων νεαρών εγκληματιών που ήδη κινούνταν στο χώρο της Αυτονομίας. Μετά από σποραδικές όσο μάταιες απόπειρες να ασκήσει επιρροή στα εργοστάσια της περιοχής, η οργάνωση αυτή στράφηκε σχεδόν αποκλειστικά εναντίον της αστυνομίας σε μια προσπάθεια να την αποβάλει από τις λαϊκές συνοικίες του Μιλάνου.

Στις 6 Ιουνίου 1978 οι PAC έφτασαν στο σημείο να δολοφονήσουν δυο καταστηματάρχες, έναν κρεοπώλη στο Μέστρε κι έναν χρυσοχόο στο Μιλάνο, διότι είχαν αντισταθεί με τα όπλα σε απόπειρες ληστείας από μέρους μικροεγκληματιών. Με τις δυο αυτές ενέργειες οι PAC θέλησαν να εδραιώσουν την «πολιτική ηγεμονία» τους στο χώρο της νεανικής παραβατικότητας του Μιλάνου. Δεν είχαν, όμως, άλλο αποτέλεσμα παρά να εντείνουν τις έρευνες της αστυνομίας, που μέσα σε λίγες εβδομάδες κατάφερε να εξαρθρώσει την οργάνωση.

«Κομμουνιστές ληστές»

Από τους εναπομείναντες τρομοκράτες κάποιοι εντάχτηκαν σε μεγαλύτερες ένοπλες οργανώσεις, ενώ μια ομάδα συνέχισε μέχρι το 1980 να ληστεύει τράπεζες αναλαμβάνοντας την ευθύνη με την επωνυμία «Κομμουνιστές Ληστές». Στους PAC ανήκε και ο πολιτικοποιημένος πρώην ποινικός Τσέζαρε Μπατίστι, που διέφυγε στο Παρίσι κι εξελίχθηκε σε αξιόλογο συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων.

Η περίπτωση του Μπατίστι εξακολουθεί ακόμη να απασχολεί τα ιταλικά Μίντια. Ο πρώην τρομοκράτης, καταδικασμένος σε δις ισόβια και για τις δυο δολοφονίες, προσπάθησε να αποφύγει την έκδοση και κατέφυγε στη Βραζιλία. Καταδικάστηκε με βάση τη μαρτυρία ανανηψάντων τρομοκρατών που κατέθεσαν ότι ο Μπατίστι συμμετείχε και στις δυο δολοφονίες, παρόλο που σημειώθηκαν ταυτόχρονα σε δυο διαφορετικές πόλεις σε μεγάλη απόσταση η μια από την άλλη. Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλοί από τους συλληφθέντες κατήγγειλαν βασανιστήρια κατά τη διάρκεια της κράτησης.

Οι ΝΑP συγκροτήθηκαν στη βάση της επαναστατικής προοπτικής του υποκοσμικού προλεταριάτου. Αντίθετα, η Επαναστατική Δράση, αποτελούμενη κυρίως από φοιτητές και διανοούμενους, είχε θεωρητικοποιήσει την «εγκληματοποίηση» της ένοπλης πολιτικής πάλης.

Υπήρξε όμως και μια άλλη εκδοχή στις σχέσεις μεταξύ τρομοκρατικών οργανώσεων και κοινού εγκλήματος. Ήταν εκείνη της απλής ένταξης ποινικών στις τρομοκρατικές οργανώσεις. Στην περίπτωση αυτή, ο πολιτικοποιημένος και ριζοσπαστικοποιημένος εγκληματίας αποδεχόταν το πρόγραμμα και τη στρατηγική της οργάνωσης και έβαζε εντός παρενθέσεως την κοινωνική καταβολή του.

Παράλληλα, έθετε στην υπηρεσία της οργάνωσης την ειδική τεχνογνωσία που απέκτησε κατά την εγκληματική του δράση. Συνήθως η τεχνογνωσία αυτή ήταν πολύτιμη για τις ένοπλες οργανώσεις. Διδάσκονταν τις ειδικές τεχνικές που χρειάζονται για τις ληστείες στις τράπεζες, την κλοπή αυτοκινήτων, την προμήθεια όπλων, την πλαστογράφηση δελτίων ταυτότητας.

Εκλεκτικές συγγένειες

Τα ιδρυτικά στελέχη των Ερυθρών Ταξιαρχιών και της Πρώτης Γραμμής παραδέχτηκαν εκ των υστέρων ότι οι τεχνικού τύπου υποδείξεις των ποινικών υπήρξαν πολύτιμες στην πρώτη φάση ένοπλης πάλης. Αργότερα, με την εξάρθρωση των τρομοκρατικών οργανώσεων, κατά κανόνα οι ποινικοί επανήλθαν στο χώρο του κοινού εγκλήματος. Ενίοτε συμμετείχαν και σε μαφιόζικου τύπου συμμορίες, που στο μεταξύ είχαν εδραιώσει και επεκτείνει την επιρροή τους, κυρίως στο ιταλικό Νότο.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Γκρατσιάνο Μπιάνκι, που υπήρξε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 μέλος της οργάνωσης COLP (Οργανωμένοι Κομμουνιστές για την Απελευθέρωση του Προλεταριάτου). Η οργάνωση αυτή δημιουργήθηκε το 1981 μετά τη διάλυση της Πρώτης Γραμμής με στόχο την απελευθέρωση των φυλακισμένων τρομοκρατών.

Ο Μπιάνκι συνελήφθη στις 9 Δεκεμβρίου 2009 διότι υπέθαλψε στο Μιλάνο τον καταζητούμενο μεγαλονονό της Κόζα Νόστρα Γκαετάνο Φινταντζάτι. Στον υιό Φινταντζάτι, Γκουλιέλμο, είχε απευθυνθεί για να ζητήσει βοήθεια και ο Μπρούνο Γκιράρντι, πρώην ποινικός και στέλεχος της οργάνωσης Πολιτικο-Στρατιωτικό Κομμουνιστικό Κόμμα, που συνελήφθη τον Φεβρουάριο του 2007.

Στην περίπτωση, μάλιστα, μιας από τις πρώτες ένοπλες οργανώσεις της Ιταλίας, της Ομάδας που έγινε γνωστή ως «22 Οκτωβρίου», η παρουσία ποινικών αποδείχτηκε καταστροφική. Η ολιγομελής αυτή ομάδα, που σχηματίστηκε στις 22 Οκτωβρίου 1969 στη Γένοβα από πρώην αντιστασιακούς και διαφωνούντα μέλη του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, συνεργάστηκε με ποινικούς στην απαγωγή του βιομηχάνου Σέρτζο Γκαντόλα τον Οκτώβριο του 1970.

Το επόμενο έτος, η αστυνομία βρέθηκε στα ίχνη της οργάνωσης μετά από αποτυχημένη απόπειρα ληστείας. Τότε, οι ποινικοί συνεργάστηκαν αμέσως με τις διωκτικές αρχές και όχι μόνο διευκόλυναν την εξάρθρωση της οργάνωσης, αλλά βοήθησαν σημαντικά στο να επισκιαστεί ο πολιτικός χαρακτήρας της.

Ο πολιτικός και όχι εγκληματικός χαρακτήρας της ομάδας «22 Οκτώβρη» κατοχυρώθηκε χάρη στις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Ήδη από το 1974, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες  είχαν συμπεριλάβει τα ονόματα των φυλακισμένων μελών ανάμεσα στους συντρόφους, των οποίων ζητούσαν την απελευθέρωση για να μην εκτελέσουν τον δικαστή Μάριο Σόσι, τον οποίο είχαν απαγάγει. Μέχρι τότε είχε επικρατήσει η άποψη ότι επρόκειτο για πρώην αντάρτες και αντιστασιακούς που είχαν επιδοθεί σε εγκληματικές πράξεις. Ακόμη και η επωνυμία της οργάνωσης ήταν ουσιαστικά άγνωστη.