Η Αμάντα Στάβελεϊ της PCP και τα ελληνικά “κόκκινα” δάνεια

Νεφέλη Λυγερού105


+100%-

«Όταν στρέφει το βλέμμα της σ’ εσένα ή θα πλουτίσεις ή θα καταστραφείς», έγραφε λίγα χρόνια νωρίτερα μία σκανδαλοθηρική εφημερίδα για την Αμάντα Στάβελεϊ. Ήταν η εποχή που η 42χρονη επικεφαλής της επενδυτικής εταιρείας PCP είχε λειτουργήσει επιτυχώς ως διαμεσολαβητής σε μία συμφωνία 5,8 δισεκατομμυρίων στερλινών μεταξύ του Άμπου Ντάμπι και της βρετανικής τράπεζας Barclays. Η συμφωνία εκείνη όχι μόνο αύξησε την περιουσία της κατά 29,5 εκατομμύρια σε διάστημα μόλις δέκα ημερών, αλλά και συνέβαλε καθοριστικά στη διάσωση της τράπεζας από την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008.

Σήμερα, η εταιρεία της στρέφεται κατά της Barclays, ζητώντας 721 εκατομμύρια στερλίνες, επιβεβαιώνοντας τον χαρακτηρισμό «ο φόβος και ο τρόμος του Σίτι», ενός εκ των μεγαλυτέρων χρηματοοικονομικών κέντρων του κόσμου. Η Αμάντα, όμως, έχει στρέψει το βλέμμα της και στην Ελλάδα. Λέγεται ότι ετοιμάζεται για μία επένδυση δύο δισεκατομμυρίων δολαρίων στα “κόκκινα” δάνεια. Η PCP μελετά επίσης την απόκτηση μεγάλου μεριδίου μετοχών της Παγκρήτιας Συνεταιριστικής Τράπεζας. Αυτή είναι που προορίζεται να λειτουργήσει σαν όχημα για την επένδυση, ή πιο σωστά για την αγορά “κόκκινων” δανείων που βαραίνουν ελληνικά τραπεζικά χαρτοφυλάκια.

Οι επενδύσεις θα γίνουν σε διάστημα 12 έως 18 μηνών, σύμφωνα με τα όσα δήλωσε η Στάβελεϊ στο Reuters. Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, μάλιστα έχει ήδη σχηματίσει μία task force συνεργατών, η οποία βρίσκεται ήδη σε ελληνικό έδαφος της και ασχολείται με αυτό το ζήτημα.

Η μικροκαμωμένη επιχειρηματίας εργάζεται ατελείωτες ώρες, παρ’ ότι τρία χρόνια νωρίτερα έγινε διάγνωση ότι πάσχει από τη νόσο του Χάντινγκτον, μία εκφυλιστική νόσο του εγκεφάλου. Είναι τόσο εργασιομανής που έχει μείνει θρυλικός ο τοκετός της, καθώς παραλίγο να πραγματοποιηθεί εν μέσω μίας πολύ σημαντικής σύσκεψης. Μετά βίας πρόλαβε να φτάσει στο νοσοκομείο.

Η βάση της βρίσκεται εδώ και χρόνια στο Ντουμπάι, στο οποίο και διαμένει με τον σύζυγό της και τον δύο ετών γιό της Άλεξ. Με τον Ιρανό επιχειρηματία Μεχράντ Γκοντούσι παντρεύτηκε το 2011 σε μία τελετή που άφησε εποχή για τη χλιδή της και τους λαμπερούς καλεσμένους της. Ο Γκοντούσι είναι δύο χρόνια μικρότερός της και γνωρίστηκαν όταν εκείνος προσελήφθη στην εταιρεία της. Της έκανε πρόταση γάμου την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου στο Ντουμπάι. Στην τελετή φόρεσε ένα νυφικό αξίας δεκάδων χιλιάδων δολαρίων, το οποίο σχεδίασε η Σάρα Μπάρτον που υπέγραψε και το νυφικό της Κέιτ Μίντλετον. Από τότε που έγινε μητέρα, περνάει πολύ χρόνο και στο Λονδίνο, όπου διαθέτει ένα τριόροφο σπίτι πολλών εκατομμυρίων, στην πολυτελή περιοχή Park Lane.

Μπορεί πλέον η οικογενειακή της ζωή να μην αποτελεί θέμα συζήτησης, αλλά λίγα χρόνια νωρίτερα, η Αμάντα ήταν γνωστή λιγότερο για τις επιχειρηματικές δραστηριότητές της και περισσότερο για την προσωπική της ζωή. Το 2001 γνώρισε τον Άντριου, γιό της βασίλισσας Ελισάβετ και αδελφό του πρίγκιπα Καρόλου.

Για δύο χρόνια οι δυό τους ήταν αχώριστοι. Η σχέση τους ήταν τόσο σοβαρή που η Αμάντα διέμενε συχνά στο παλάτι του Μπάκιγχαμ. Όχι μόνο είχε γνωρίσει τις δύο κόρες του, αλλά απολάμβανε μαζί τους και τις καλοκαιρινές της διακοπές. Το ζευγάρι είχε γίνει αγαπημένο θέμα των σκανδαλοθηρικών εφημερίδων, μιας και επισκεπτόταν συχνά τα πιο τρέντι μαγαζιά του Λονδίνου.

Όταν έγινε γνωστό ότι η Αμάντα δέχτηκε πρόταση γάμου, όλοι μιλούσαν για το επόμενο μέλος της βασιλικής οικογένειας που θα κερδίσει τα Μίντια. Κανείς, εξάλλου, δεν πίστεψε ότι θα την απορρίψει, φοβούμενη τους περιορισμούς της βασιλικής ζωής. «Ο Άντριου είναι ένας υπέροχος άνθρωπος, για τον οποίο ακόμα νοιάζομαι πολύ. Αν, όμως, τον παντρευόμουν να έπρεπε να θυσιάσω την ανεξαρτησία μου», είχε δηλώσει λίγα χρόνια νωρίτερα σε συνέντευξή της. Την απόφασή της αυτή δεν κατανόησε ποτέ η μητέρα της, η οποία σύμφωνα με την ίδια «χρειάστηκε τρία χρόνια για να το ξεπεράσει».

Οι κακές γλώσσες υποστήριξαν ότι παραήταν φιλόδοξη για να δεχτεί δευτεραγωνιστικό ρόλο και ότι είχε ήδη εξασφαλίσει τις γνωριμίες που χρειαζόταν για να περάσει στο επόμενο κεφάλαιο της ζωής της. Η νεαρή Αμάντα, άλλωστε, είχε ήδη αποδείξει ότι διαθέτει σπάνιο επιχειρηματικό μυαλό, «αρκετά μεθοδικό και πονηρό, ώστε να βλέπει ανεκμετάλλευτες ευκαιρίες σε κάθε επαφή και γνωριμία που έκανε».

Από τα πρώτα χρόνια της ζωής της, άλλωστε, η Αμάντα βρισκόταν σε περιβάλλον όπου υπήρχαν διαπρεπείς επιχειρηματίες και προσωπικότητες. Η οικογένειά της ανήκει σε μία ιδιαίτερα προνομιούχα τάξη που αποτελεί διαχρονικά το περιβάλλον που πλαισιώνει τους γαλαζοαίματους. Ο πατέρας της Ρόμπερτ είναι κάτοχος ακινήτων και γης σ’ όλη τη Βρετανία και η μητέρα της Λυν ήταν πρωταθλήτρια στην ιππασία. Οι ρίζες της οικογενειακής περιουσίας φτάνει στον 16ο αιώνα, όταν ο τότε βασιλιάς της Αγγλίας τους είχε παραχωρήσει μία τεράστια έκταση γης. Παρά το κοινωνικό τους στάτους, όμως, η εμπλοκή της μοναχοκόρης τους με τις επιχειρήσεις έμοιαζε με σενάριο επιστημονικής φαντασίας.

Η Αμάντα φοίτησε σ’ ένα από τα πιο ακριβά ιδιωτικά σχολεία και συνέχισε τις σπουδές της στο Κέιμπριτζ. Στο παρελθόν, όμως, έχει δηλώσει ότι όταν ενηλικιώθηκε οι γονείς της την ενημέρωσαν πως την οικογενειακή περιουσία θα κληρονομήσει ο αδελφός της. Αυτή όφειλε να προσανατολιστεί στην ανεύρεση ενός κατάλληλου συζύγου. Στη μοίρα που της επιφύλασσε η οικογένειάς της, η ίδια απάντησε, παρατώντας το πανεπιστήμιο και ανοίγοντας στα 23 της χρόνια την πρώτη της επιχείρηση. Πήρε από την τράπεζα ένα δάνειο 180.000 στερλινών και άνοιξε ένα σικάτο εστιατόριο, λίγο έξω από το Λονδίνο.

Εκεί εργάστηκε ως σεφ, ως λογίστρια, ως σερβιτόρα, μέχρι και ως καθαρίστρια. Παρ’ ότι εργαζόταν 17 ώρες την ημέρα κατάφερε να πάρει και άδεια οικονομικού συμβούλου. Η εμπλοκή της με το χρηματιστήριο και τις μετοχές της εξασφάλισε το πρώτο της εκατομμύριο στην ηλικία των 25 ετών. Χρησιμοποίησε τις διασυνδέσεις της και άρχισε να συνεργάζεται με πρίγκιπες των αραβικών εμιράτων, επιχειρηματίες του Ντουμπάι και άλλους.

Την επόμενη χρονιά άνοιξε ένα υπερπολυτελές γυμναστήριο. Το 2000, σε ηλικία 27 ετών, κέρδισε τον τίτλο “γυναίκα επιχειρηματίας της χρονιάς”. Τότε ήταν που εδραιώθηκε η σχέση της με το Άμπου Ντάμπι, το οποίο επισκέφτηκε εγκαινιάζοντας μία ιδιαίτερα επικερδή συνεργασία.

Σήμερα, θεωρείται η πιο πετυχημένη επιχειρηματίας της Μέσης Ανατολής, έχοντας κερδίσει πολύ πάνω από ένα δις δολάρια. Έχει ιδιαίτερα στενές σχέσεις με τον Sheik Mansour Bin Zayed Al Nahyan, τον αδελφό του ηγέτη του Άμπου Ντάμπι. Το 2005 ίδρυσε στο Ντουμπάι την εταιρεία της PCP Capital Partners που πολύ γρήγορα συμμετείχε σε διεθνείς συμφωνίες στο Κατάρ, την Αίγυπτο και όλη τη Μέση Ανατολή.

Ο ρόλος της εταιρείας δεν είναι απόλυτα οριοθετημένος και δεν είναι λίγοι εκείνοι που την έχουν χαρακτηρίσει «αμφιλεγόμενη, όπως και είναι και η επικεφαλής της». Κάποιες φορές κάνουν λόμπιν για πολιτικά ζητήματα. Άλλες φορές απλά φέρνουν κοντά πλούσιους ανθρώπους, εξασφαλίζοντας ιδιαίτερα γενναιόδωρες προμήθειες. Στις συμφωνίες που έχει κλείσει συμπεριλαμβάνεται και η αγοροπωλησία της ποδοσφαιρικής ομάδας Manchester City Football Club για 210 εκατομμύρια λίρες.

Η ζωή της σήμερα θυμίζει χολιγουντιανή ταινία. Στο σπίτι της στο Λονδίνο φιλοξενεί συχνά τους στενούς της φίλους, στους οποίους συγκαταλέγεται ο ιδιοκτήτης της γνωστής αλυσίδας Topshop σερ Φίλιπ Γκριν και ο μουσικός,  τηλεοπτικός παραγωγός και εκκεντρικός κριτής του βρετανικού X-Factor Σιμόν Κάουελ.

Κυκλοφορεί πάντα με τον προσωπικό της οδηγό στη Ρολς Ρόις μοντέλο Ghost που απέκτησε κατόπιν ειδικής παραγγελίας με το μονόγραμμά της στα δερμάτινα καθίσματα. Πρόκειται για ένα αυτοκίνητο που κοστίζει κάτι παραπάνω από μισό εκατομμύριο ευρώ και είναι συχνά παρκαρισμένο έξω από τα καλύτερα εστιατόρια του Λονδίνου.

Κάθε έξοδός της κοστίζει χιλιάδες ευρώ. Η ίδια, άλλωστε, πίνει μόνο σαμπάνια. Διαθέτει προσωπικό τζετ, αλλά και ένα εντυπωσιακό σκάφος 50 μέτρων. Ντύνεται σχεδόν αποκλειστικά με ρούχα Canel, τα οποία της προμηθεύει ο Καρλ Λάγκερφελτν, που είναι και στενός προσωπικός της φίλος. Πριν παντρευτεί είχε μία έντονη ερωτική σχέση με τον εκατομμυριούχο επενδυτή Mark Horrocks, ο οποίος λέγεται ότι επίσης της άνοιξε πολλές πόρτες.

Η σημερινή της επιτυχία, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν έχει βιώσει και δυσκολίες. Πριν καθιερωθεί, είχε κηρύξει τρείς φορές πτώχευση. Η τελευταία ήταν το 2003 για ένα δάνειο που αδυνατούσε να αποπληρώσει 900.000 στερλινών που είχε πάρει το 2003 για το γυμναστήριό της. Είναι ειρωνεία της τύχης ότι το δάνειο αυτό το είχε πάρει από την Barkleys, από την οποία σήμερα διεκδικεί σχεδόν ένα δισ.

Πίσω από την επιθετική αυτή κίνηση δεν είναι λίγοι εκείνοι που βλέπουν το ενδιαφέρον του Άμπου Ντάμπι να διεισδύσει στην τράπεζα κολοσσό, χρησιμοποιώντας την εταιρεία της Αμάντα. Οι γνωρίζοντας, αλλωστε, ισχυρίζονται ότι η τράπεζα θα οδηγηθεί σε εξωδικαστικό συμβιβασμό, στον οποίο θα τεθεί και αυτό το ζήτημα.

Συχνά την ρωτάνε πώς έχει επιβιώσει όχι μόνο σ’ έναν ανδροκρατούμενο χώρο, όπως είναι το Σίτι του Λονδίνου, αλλά και στη Μέση Ανατολή, η οποία δεν φημίζεται για τον σεβασμό με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι γυναίκες. Εκείνη απαντάει: «είχα έναν αδελφό και δύο γονείς που δεν πίστευαν ότι μπορώ να κάνω κάτι άλλο, εκτός από το να παντρευτώ. Σκληραγωγήθηκα…»

 

bookmark icon