Αδειάζει ο εθνικός κουμπαράς

Κώστας Μελάς
6

του Κώστα Μελά  –

Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να βρίσκεται αντιμέτωπη με δύσκολα προβλήματα μετά από σχεδόν έξι χρόνια εφαρμογής του μνημονιακού προγράμματος. Πρέπει πλέον να έχει γίνει κατανοητό από όλους ότι το εφαρμοζόμενο πρόγραμμα είναι προσανατολισμένο αποκλειστικά στη δημοσιονομική προσαρμογή της οικονομίας.

Επιμέρους στόχοι του είναι η εξισορρόπηση του γενικού δημοσιονομικού ελλείμματος και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, σε συνδυασμό με την παράλληλη δημιουργία ικανών πρωτογενών πλεονασμάτων, προκειμένου να καταστεί βιώσιμο το ελληνικό δημόσιο χρέος.

Αν και δεν το παραδέχεται ρητά, στρατηγικός στόχος του Μνημονίου είναι αποκλειστικά να προσαρμοστεί η πλευρά της προσφοράς, ανεξάρτητα από την πλευρά της ζήτησης. Το πρόβλημα της μεγέθυνσης της οικονομίας δεν αποτελεί μέρος του προγράμματος. Για είμαστε περισσότερο αντικειμενικοί, θεωρείται ότι θα ακολουθήσει άμεσα και βήμα-βήμα την προσαρμογή της προσφοράς.

Πρόκειται για προσέγγιση που ακολουθεί το μονοπάτι του λεγόμενου Νόμου του Say (η προσφορά δημιουργεί τη ζήτηση), ο οποίος στη σύγχρονη οικονομική θεώρηση μεταφράζεται στην άποψη ότι η δημοσιονομική προσαρμογή εμπεριέχει εγγενείς αναπτυξιακές δυναμικές.

Βασικός πυλώνας

Η δημοσιονομική προσαρμογή, λόγω του συγκεκριμένου τρόπου που επιβλήθηκε και λόγω των μεγάλων εσωτερικών και εξωτερικών ελλειμμάτων της ελληνικής οικονομίας, όπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο προκάλεσε κατάρρευση των βασικών πυλώνων προσδιορισμού του ΑΕΠ, δηλαδή της κατανάλωσης και των επενδύσεων. Πίσω από τη συγκεκριμένη κατάρρευση υπάρχει η κατάρρευση του μεγέθους της εθνικής αποταμίευσης.

Η συζήτηση γύρω από την εθνική αποταμίευση είναι εξόχως σημαντική, διότι το συγκεκριμένο μέγεθος αποτελεί βασικό προσδιοριστικό παράγοντα στη μεγέθυνση των οικονομιών. Παράλληλα, ως μακροοικονομικό μέγεθος είναι υποκείμενο της εκάστοτε ασκούμενης οικονομικής πολιτικής.

Εκείνο που χρειάζεται πρωτίστως να γίνει κατανοητό από τους αναγνώστες αυτού του άρθρου, είναι ότι το ουσιαστικό πρόβλημα για κάθε εθνική οικονομία παραμένει η συνολική εθνική αποταμίευση, δηλαδή το πόσο αποταμιεύει μια χώρα ως σύνολο. Δευτερευόντως έχει σημασία η αποταμίευση της μίας ή της άλλης κοινωνικής ομάδας.

Πως υπολογίζεται

Για να γνωρίζουμε με σαφήνεια περί τίνος πράγματος ομιλούμε, ας ορίσουμε την έννοια της εθνικής αποταμίευσης. Είναι εκείνο το κομμάτι του παραχθέντος εθνικού εισοδήματος κατά τη διάρκεια ενός διαχειριστικού έτους, που δεν δαπανήθηκε τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Παρέμεινε αδιάθετο με σκοπό να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη μελλοντικών αναγκών, ή δαπανήθηκε στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, αλλά για μη καταναλωτικούς σκοπούς.

Το μέγεθος της εθνικής ακαθάριστης αποταμίευσης μετράται ως το άθροισμα της ακαθάριστης εγχώριας επένδυσης (ακαθάριστη αύξηση του παραγωγικού κεφαλαίου) συν την ακαθάριστη επένδυση στο εξωτερικό (αύξηση των ακαθάριστων απαιτήσεων επί της αλλοδαπής). Με άλλα λόγια, το μέγεθος της ακαθάριστης αποταμίευσης ισούται με το ποσόν του παραγόμενου εισοδήματος που δαπανάται για το χτίσιμο περισσότερων εργοστασίων, δρόμων, λιμανιών, υποδομών για τηλεπικοινωνίες κ.τ.λ, ή για την αγορά στοιχείων του εξωτερικού από τους ξένους, είτε επενδύοντας στο εξωτερικό, είτε αποπληρώνοντας παλαιοτέρα δάνεια που η χώρα είχε λάβει από το εξωτερικό.

Οι οικονομολόγοι θεωρούν ότι η εθνική ακαθάριστη αποταμίευση είναι το άθροισμα της ιδιωτικής αποταμίευσης (δηλαδή το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων) και της δημόσιας αποταμίευσης (δηλαδή το διαθέσιμο εισόδημα του κράτους). Το διαθέσιμο εισόδημα του κράτους μπορεί να είναι θετικό ή αρνητικό, γεγονός που εξαρτάται από την ύπαρξη δημοσιονομικού πλεονάσματος ή ελλείμματος.

Αντίβαρο ο δανεισμός

Από τον τρόπο που μετράται η ακαθάριστη εθνική αποταμίευση συνάγεται και η σπουδαιότητά της για τη μεγέθυνση του ΑΕΠ: ουσιαστικά πρόκειται για το μέρος του παραγόμενου εισοδήματος που μετατρέπεται σε επενδύσεις πάσης φύσεως. Αυτή είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να αυξάνεται με ρυθμούς υψηλότερους από το μελλοντικό εισόδημα της χώρας. Άμα πέφτει η αποταμίευση και η επένδυση θα καμφθεί. Όσο μικραίνει η εθνική αποταμίευση τόσο η χώρα μπορεί να βρεθεί σε στενότητα πόρων, γεγονός που θα μειώσει τις αναπτυξιακές της προοπτικές.

Η στενότητα των πόρων οδηγεί αναπόφευκτα στον δανεισμό από το εξωτερικό και στην εξάρτηση από το δανειστικό ξένο κεφάλαιο. Όσο υπάρχουν πρόθυμοι δανειστές να σε δανείζουν ας πούμε ότι υπάρχει μία λύση. Όχι η επιθυμητή, αλλά τέλος πάντων είναι μία λύση. Τα έντονα προβλήματα αρχίζουν όταν λιγοστεύουν οι διαθέσιμοι δανειστές.

Τότε δημιουργείται στενότητα πόρων. Δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν οι απαραίτητες επενδύσεις στη χώρα, μειώνεται ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ, μειώνεται εκ νέου η δυνατότητα αποταμίευσης και η οικονομία μπαίνει σε διαδικασία καθόδου της οικονομικής δραστηριότητας. Αν δεν παρθούν εγκαίρως τα κατάλληλα μέτρα, η κατάσταση αυτή οδηγεί σε ύφεση και σε αποτελμάτωση.

Σε φθίνουσα πορεία

Μετά τα παραπάνω ας ρίξουμε μια ματιά στο πως διαμορφώνεται η αποταμίευση στην ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια.

 Ακαθάριστη Εθνική Αποταμίευση ως % του ΑΕΠ

 Έτος Ελλάδα Ευρωζώνη
1970-1990 27,5 23,7
1992-1996 18,5 20,8
1997-2001 18,1 22,9
2002-2006 14,9 22,8
2007-2011 7,3 22,3
2012 8,6 22
2013 9,2 22,1
2014 9,3 22,5
2015 9,2 23,2

Η μείωση της ακαθάριστης εθνικής αποταμίευσης και η διαρκής υποχώρησή της ως ποσοστό του ΑΕΠ την τελευταία 20ετία προκύπτει ανάγλυφα από τα εθνικολογιστικά στοιχεία (Πίνακας). Από 18,5% την πενταετία 1992-1996 υποχώρησε σε 9,3% το 2015. Τα ποσοστά αυτά αποκλίνουν σημαντικά από το μέσο όρο των χωρών της Ευρωζώνης, όπως φαίνεται από τα στοιχεία του ίδιου πίνακα.

Στο Διάγραμμα 1 παρουσιάζεται η εξέλιξη του ποσοστού αποταμίευσης των νοικοκυριών (και των Μη Κερδοσκοπικών Εταιρειών – ΜΚΙΕΝ), που ορίζεται ως η ακαθάριστη αποταμίευση προς το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα, κατά την περίοδο 2006-2014. Ειδικότερα, το 2014 το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών ήταν -6,0% έναντι -4,2% του 2013.

Η μείωση σε αρνητικό επίπεδο της αποταμίευσης των νοικοκυριών στην ελληνική οικονομία μόνο αρνητικές συνέπειες μπορεί να έχει για τις μελλοντικές εξελίξεις στην οικονομία. Η αρνητική αποταμίευση των ελληνικών νοικοκυριών είναι μεγάλη και προοιωνίζεται μείωση του βιοτικού επιπέδου στο μέλλον. Κι αυτό, επειδή είναι προφανές πως δεν μπορεί να συνεχισθεί η στήριξη της κατανάλωσης και των όποιων επενδύσεων κάνουν τα νοικοκυριά από τα «έτοιμα» και με το τραπεζικό σύστημα να βρίσκεται σε φάση απομόχλευσης.

Στο Διάγραμμα 2 παρατηρούμε ότι η ακαθάριστη αποταμίευση των νοικοκυριών συνεχίζει την αρνητική της πορεία και το 2015, αλλά και στο Α’ τρίμηνο του 2016. Η αύξηση των φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών, από το Γ’ τρίμηνο του 2014, που επιταχύνεται το Α’ τρίμηνο του 2016, επιδρά αρνητικά στην ακαθάριστη αποταμίευση των νοικοκυριών.

Το καυτό ερώτημα που αφορά στο μέλλον της ελληνικής οικονομίας είναι προφανώς οι τρόποι αύξησης της εθνικής αποταμίευσης. Βεβαίως, η διέξοδος είναι η ανάπτυξη, αν και θα πάρει αρκετά χρόνια για να επιστρέψει η κανονικότητα στην οικονομία. Κι αυτό, επειδή τα νοικοκυριά θα προσπαθούν να αναπληρώσουν τις χαμένες αποταμιεύσεις τους, να αποπληρώσουν δάνεια, ληξιπρόθεσμες οφειλές κ.ο.κ.

Με βάση τις μέχρι τώρα εξελίξεις, οι προοπτικές είναι δυσοίωνες. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούν και οι υπάρχουσες αρνητικές προβλέψεις για το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, όπως και η ασήμαντη εισροή επενδύσεων από το εξωτερικό. Στην καλύτερη εκδοχή, οι εξελίξεις σε αυτόν τον τόσο κρίσιμο τομέα, προοιωνίζονται αργές και δύσκολες σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας και υψηλής γεωπολιτικής ρευστότητας.

Υστερόγραφο

Κατανοεί άραγε το οικονομικό επιτελείο ότι η επιλογή του για υπέρμετρη αύξηση του φορολογικού και ασφαλιστικού βάρους της οικονομίας (στο όνομα της ανακατανομής του εισοδήματος υπέρ των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων) οδηγεί (μαζί με τις μειώσεις των πάσης φύσεως αμοιβών εργασίας) σε συρρίκνωση του συνολικού προς ανακατανομή εισοδήματος και συνεπώς στην επιλογή χαμηλών εισοδηματικών μεριδίων;

Αυτή η εξέλιξη προφανώς οδηγεί την Ελλάδα σε πολύ χαμηλές θέσεις μεταξύ των οικονομιών της ΕΕ. Πρόκειται για επιλογή όχι μόνο λανθασμένη, αλλά ατελέσφορη και επικίνδυνη. Επί της ουσίας, αποτελεί έκφανση ενός ιδεολογήματος, δεδομένου ότι επιχειρείται να εφαρμοσθεί σε ένα οικονομικό περιβάλλον εντελώς αντίθετο από αυτό που θα είχε ορισμένες ελπίδες να επιτύχει.

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η διακίνηση του άρθρου με την προσθήκη ενεργού link.