Βιομηχανικός καπιταλισμός και σοσιαλδημοκρατία

Κώστας Μελάς
14
Βιομηχανικός καπιταλισμός και σοσιαλδημοκρατία, Κώστας Μελάς

Γράφει ο Κώστας Μελάς  – 

Παρατηρώντας στην ιστορική διαδρομή την πορεία και την εξέλιξη των αριστερών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων μπορούμε αβίαστα να συνάγουμε ότι συνδέεται αποφασιστικά με την ιστορική φάση ανάδειξης του βιομηχανικού καπιταλισμού στην Ευρώπη και κατ’ επέκταση με τη συγκεντρωμένη εργατική τάξη στους χώρους παραγωγής. Η σοσιαλδημοκρατία ευδοκίμησε σε ορισμένους κοινωνικούς σχηματισμούς που παρουσίαζαν όλοι κοινά χαρακτηριστικά:

  • Διέθεταν μία πλατιά εργατική τάξη, με ιστορικές ρίζες και αυτόνομες παραδόσεις.
  • Εδώ και εκατό περίπου χρόνια η σοσιαλδημοκρατία εκφράζει πολιτικά την ευρωπαϊκή εργατική τάξη.
  • Διέθεταν ένα ισχυρό εργατικό κίνημα, που κάποια στιγμή διεκδίκησε τον σοσιαλισμό, ως εναλλακτικό και αντιπαραθετικό προς τον καπιταλισμό πρότυπο κοινωνικής οργάνωσης. Ως εκφραστής της εργατικής τάξης η σοσιαλδημοκρατία συνδέθηκε με τα επαναστατικά κηρύγματα και το σοσιαλιστικό πρόταγμα. Αναγκάσθηκε, όμως, να παρακολουθήσει τις κοινωνικές αλλαγές που εξαφάνιζαν -ενάντια σε κάθε πρόβλεψη- το προλεταριάτο, μαζί με τις πολιτικές του παρακαταθήκες.
  • Διέθεταν αμιγή και ισχυρά εργατικά κόμματα που διατηρούσαν οργανωτικούς δεσμούς με τα συνδικάτα και πλατειά εκλογική απήχηση.
  • Έφεραν, τέλος, από νωρίς τον προηγούμενο αιώνα, τα εργατικά αυτά κόμματα στην εξουσία. Τα καθήκοντα της διακυβέρνησης και ό,τι αυτό συνεπάγεται την ωθεί να παρακολουθεί τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις ώστε να παραμένει κόμμα εξουσίας. Η σοσιαλδημοκρατία προκύπτει από το σοκ της σύγκρουσης των επαναστατικών οραμάτων με την πραγματικότητα της κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης.

Ο γενετικός κώδικας

Ο γενετικός  κώδικας της σοσιαλδημοκρατίας περιγράφεται από τη σύνδεση με το επαναστατικό πρόταγμα, τις ραγδαίες αλλαγές στην κοινωνική της βάση και τον κυβερνητικό προσανατολισμό της. Είναι παράλληλα η χρονική περίοδος που χαρακτηρίζεται από μια βασική αντίφαση. Ενώ τα αριστερά κόμματα  προέβλεψαν με τον ένα ή άλλο τρόπο  την υπέρβαση  του καπιταλιστικού συστήματος, η συνδικαλιστική τους πολιτική βοήθησε σημαντικότατα στη διαιώνιση και την ανάπτυξή του.

Συγχρόνως, φαίνεται να δικαιώνεται η θέση του Λένιν ότι αν αφεθεί στον εαυτό της η εργατική τάξη, χωρίς την ιδεολογική καθοδήγηση ενός πρωτοποριακού κόμματος, θα ανέπτυσσε «συνείδηση συνδικάτου» και όχι επαναστατική, με τελική κατάληξη την παραμονή της και την περαιτέρω ενσωμάτωσή της στο κυρίαρχο ιδεολογικό πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος.

Έχει παρατηρηθεί γενικά ότι η ακμή της σοσιαλδημοκρατίας στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες της Δυτικής Ευρώπης συνέπεσε ευρέως με τη μακρόχρονη ραγδαία ανάπτυξη από τη δεκαετία του 1940 μέχρι τη δεκαετία του 1970. Στο νέο σύστημα ήταν ισχυρότατος ο ρόλος της οργανωμένης εργατικής τάξης. Μέσω των συνδικάτων μπορούσαν να επηρεάσουν την κατεύθυνση της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής με αποτέλεσμα σε κάποια κράτη να εφαρμοστεί το σύστημα που έγινε γνωστό ως «εταιρισμός».

Η τριμερής διαπραγμάτευση

Στο πλαίσιο του «εταιρισμού» η κυβέρνηση, το κεφάλαιο και η εργασία αναγνωρίζονταν ως τριμερή συμφέροντα σε μια συνεχιζόμενη σχέση διαπραγμάτευσης. Με τον τρόπο αυτό η εργασιακή διαμάχη μεταφέρθηκε από το πεδίο της ιδεολογίας στο πεδίο του συμφέροντος και έγινε διαπραγματεύσιμη. Το εργατικό ζήτημα δίχαζε την κοινωνία πάνω από πενήντα χρόνια. Ωστόσο, με τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων δημιουργήθηκε ένα οικοδόμημα κοινωνικής ειρήνης.

Θεμελιώδης αιτία γι’ αυτή την αλλαγή ήταν η οικονομική ανάπτυξη των αναπτυγμένων χωρών της Δυτικής Ευρώπης. Ο υψηλός ρυθμός μεγέθυνσης των δυτικοευρωπαϊκών οικονομιών εξαρτιόταν από την επέκτασή τους στη διεθνή οικονομία. Οι ΗΠΑ διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στη διατήρηση ενός διεθνούς οικονομικού συστήματος βασισμένου στη μετατρεψιμότητα δολαρίου με τον χρυσό.

Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1950 και 1960, ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες του ΟΟΣΑ ήταν σχεδόν 5% ανά έτος. Αυτή ήταν η βάση για την ραγδαία ανάπτυξη των κοινωνικών δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Παράλληλα, οι υψηλοί ρυθμοί μεγέθυνσης επέτρεπαν τη διατήρηση της πλήρους απασχόλησης και τις δαπάνες για την κοινωνική πρόνοια, χωρίς να υπονομεύεται η δυνατότητα κέρδους ή τα συμφέροντα του ιδιωτικού κεφαλαίου.

Οι κοινωνικές δαπάνες και η κρίση

Οι κοινωνικές δαπάνες αποτελούσαν το 1949 κατά μέσο όρο  το 9% του ΑΕΠ σε 13 χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Το 1960 μόλις το 11% ενώ μέχρι το 1970 είχαν αγγίξει το 15,8%. Έφθασαν το 22,4% μέχρι το 1977. Εκείνη την περίοδο σημείωσαν τη μεγαλύτερη ετήσια κατά μέσο όρο αύξηση (5,4%).

Τη δεκαετία του 1970, όμως, το παγκόσμιο οικονομικό αρχιτεκτόνημα εισέρχεται σε βαθιά ύφεση. Είναι η περίοδος που οι κοινωνικές δαπάνες έχουν αγγίξει το υψηλότερο σημείο τους. Το 1974 ο μέσος όρος του ρυθμού μεγέθυνσης στις χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ ήταν 2%. Τον επόμενο χρόνο εννέα χώρες του ΟΟΣΑ παρουσίασαν αρνητικούς ρυθμούς μεγέθυνσης.

Το 1975 η ανεργία στις οικονομίες του ΟΟΣΑ βρισκόταν στο υψηλότερο επίπεδο μεταπολεμικά  και ήταν της τάξεως των 15 εκατομμυρίων. Στην επόμενη δεκαετία ο αριθμός αυτός διπλασιάστηκε και συνοδεύθηκε από φθίνουσες επενδύσεις και κέρδη. Οι κυβερνήσεις αποτύγχαναν να προσεγγίσουν τους βασικούς στόχους, στους οποίους είχε βασιστεί η μεταπολεμική τάξη πραγμάτων: οικονομική μεγέθυνση, πλήρης απασχόληση και χαμηλό πληθωρισμός.