Για τον τρόπο εκλογής του Προέδρου Δημοκρατίας

Γιώργος Σωτηρέλης
2

Οι σκέψεις για την συνταγματική αναοριοθέτηση του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας, που διατύπωσε ο πρωθυπουργός, στην πρόσφατη πρότασή του για την συνταγματική αναθεώρηση, κατά την άποψή μου κινούνται σε σωστή κατ’αρχήν κατεύθυνση. Αρκεί να προσεχθούν ορισμένα σημεία τα οποία θεωρώ κρίσιμα για την νέα αρχιτεκτονική του θεσμού:

Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ αφορά τις αρμοδιότητες, και θα είναι κατ’ ανάγκην γενική, δεδομένου ότι  στο συγκεκριμένο σημείο ο πρωθυπουργός περιορίσθηκε σε μια άκρως ενδεικτική απαρίθμηση («Το δικαίωμα του Προέδρου να απευθύνεται στη Βουλή για σπουδαίο λόγο, να συγκαλεί το Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών, αλλά και να παραπέμπει ψηφισμένο νόμο σε ειδικό γνωμοδοτικό όργανο, αποτελούμενο αποκλειστικά από δικαστές για να κρίνει επί της συνταγματικότητας του»), αφού βέβαια αναφέρθηκε -ορθά- σε μια «λελογισμένη αύξηση των αρμοδιοτήτων», που μπορεί «να ενισχύσει τον ρυθμιστικό σταθεροποιητικό και εγγυητικό ρόλο του Προέδρου χωρίς να αγγίζεται ο πυρήνας του Πολιτεύματος».

Κατά την άποψή μου, εκτός από τα παραπάνω, με τα οποία συμφωνώ (με την επιφύλαξη ότι η παραπομπή ψηφισμένων νομοσχεδίων θα έπρεπε να γίνεται σε καθιερωτέο Συνταγματικό Δικαστήριο ή έστω στο σημερινό Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο), οι αρμοδιότητες που πρέπει να συνδεθούν με τον νέο ρόλο του Προέδρου είναι ιδίως οι ακόλουθες:

α) ο έλεγχος συνταγματικότητας των λεγόμενων «κυβερνητικών πράξεων» (ώστε να μην επαναληφθούν θεσμικές παρεκτροπές ούτε ως προς τις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου ούτε ως προς το δημοψήφισμα),

β) η δυνατότητα να προκαλεί και αυτός (εκτός από την κυβέρνηση και τους πολίτες) δημοψήφισμα,

γ) η τελική επιλογή (μετά από προτάσεις περισσότερων υποψηφίων από άλλα νομοθετικά ή δικαστικά σχήματα) της ηγεσίας της Δικαστικής Εξουσίας και των Ανεξάρτητων Αρχών και

δ) η μεγαλύτερη διακριτική ευχέρεια που πρέπει να διαθέτει ως προς τον διορισμό της κυβέρνησης, χωρίς όμως να παρακάμπτεται η αρχή της δεδηλωμένης (όπως στην πρόσφατη πρόταση των 6).

Παράλληλα δε πρέπει οπωσδήποτε να αποφευχθούν ορισμένες από τις παλιές -και θεσμικά επικίνδυνες- «υπερεξουσίες», όπως ιδίως η διάλυση της Βουλής «για λόγους προφανούς δυσαρμονίας με το λαϊκό αίσθημα» (την οποία επίσης προτείνουν οι 6), η παύση της κυβέρνησης και ο έλεγχος σκοπιμότητας των νόμων.

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ αφορά τον τρόπο εκλογής, για το οποίο πρέπει να υπογραμμισθούν, προς άρση ορισμένων παρανοήσεων, τα ακόλουθα:

Α. Η εκλογή του Προέδρου από τον λαό, υπό οποιαδήποτε εκδοχή της, δεν είναι αντίθετη με την -μη αναθεωρήσιμη- μορφή του πολιτεύματος ως προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Το κομβικό σημείο για την αλλαγή της μορφής του πολιτεύματος δεν είναι ο τρόπος εκλογής καθεαυτόν αλλά το να καταστεί ο ΠτΔ βασικός πόλος της εκτελεστικής εξουσίας. Άρα, όταν η εκλογή του Προέδρου από τον λαό συνδυάζεται με κυβέρνηση που απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής και έχει αρμοδιότητες σαν αυτές που προτείνει ο πρωθυπουργός (και που πάντως δεν θα υπερβαίνουν, σε εύρος, εκείνες του Συντάγματος του 1975), είναι ευχερώς συμβατή με την προεδρευόμενη δημοκρατία, όπως αποδεικνύει, άλλωστε περίτρανα το παράδειγμα 5 ευρωπαϊκών κρατών (Αυστρία, Πορτογαλία, Φινλανδία, Ιρλανδία, Ισλανδία). Από εκεί και πέρα, βέβαια, η άμεση εκλογή είναι ανοιχτή σε πολιτική κριτική για την σκοπιμότητά της, ιδίως ως προς τις συγκρούσεις που μπορεί να επιφέρει ανάμεσα στους δύο πόλους της εκτελεστικής εξουσίας.

Β. Η ενδιάμεση πρόταση για την εκλογή του ΠτΔ, την οποία υιοθετεί ο πρωθυπουργός (ανάδειξή του από τον λαό αν δεν ψηφισθεί με αυξημένη πλειοψηφία), δεν είναι καινοφανής. Πρωτοδιατυπώθηκε το 1998, από τον Σάκη Πεπονή, αντιμετωπίσθηκε θετικά από κορυφαίους Έλληνες συνταγματολόγους (Αριστόβουλο Μάνεση, Δημήτρη Τσάτσο) και προβλήθηκε συστηματικότερα από τον γράφοντα (βλ. αναλυτικότερα, Γ. Σωτηρέλη, «Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης», εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα 2000, σ. 242 επ.). Αργότερα δε περιελήφθη σε πρόταση της ΝΔ και επ’εσχάτων την υιοθέτησε και ο κ. Μεϊμαράκης.

Το βασικό επιχείρημα υπέρ της, όπως είχα υποστηρίξει και τότε, είναι ότι εκκινεί μεν από την ίδια  λογική, δηλαδή να παρεμβάλλεται η βούληση του εκλογικού σώματος αν τα κόμματα δεν καταλήξουν σε συναινετική λύση, πλην όμως αυτό δεν γίνεται πλέον μέσω γενικών εκλογών -που επικεντρώνονται, συχνά καταχρηστικά, σε άλλα ζητήματα-  αλλά επί τούτω, για την ανάδειξη Προέδρου. Το επιχείρημα δε ότι έτσι ο Πρόεδρος εντάσσεται άμεσα στην πολιτική διαμάχη, που ακούγεται από πολλές πλευρές, έχει μεν κάποια βάση αλλά παραγνωρίζει το ότι και σήμερα  ισχύει το ίδιο αν μεσολαβήσουν εκλογές (αφού προβλέπεται, στην τελική φάση, ακόμη και εκλογή με σχετική πλειοψηφία…).

Γ. Ωστόσο η πρόταση του πρωθυπουργού πάσχει κατά την άποψή μου σε δύο σημεία:

Πρώτον, το ότι καταργείται η τρίτη ψηφοφορία, στην οποία απαιτούνται 3/5, τα οποία θεωρώ ότι είναι επαρκής κοινοβουλευτική πλειοψηφία για μια ευρέως συναινετική εκλογή.

Δεύτερον, και σπουδαιότερον, το ότι η εκλογή από τον λαό θα περιορισθεί ανάμεσα στους δύο πλειοψηφήσαντες, οι οποίοι προέρχονται από έναν στενό και εκ των προτέρων γνωστό κύκλο προσώπων που προτείνονται αποκλειστικά από τα κόμματα. Η θέση μου είναι ότι αν δεν εκλεγεί συναινετικά από την Βουλή Πρόεδρος, το θέμα των υποψηφιοτήτων πρέπει να είναι ανοιχτό και σε άλλες υποψηφιότητες, όχι μόνον από κόμματα αλλά και από πολίτες (υπό την προϋπόθεση να συγκεντρώνουν έναν μεγάλο αριθμό υπογραφών – πχ το 3%). Μόνον έτσι η εκλογή του Προέδρου θα συμβάλει ουσιαστικά στην ενδυνάμωση της λαϊκής κυριαρχίας, παρέχοντας στους εκλογείς, αν τα κόμματα αποδεικνύονται κατώτερα των περιστάσεων, τη δυνατότητα μιας ευρύτερης και  ακηδεμόνευτης συμμετοχής στα κοινά.