Από το Levy Institute στο υπουργείο Εργασίας

Νεφέλη Λυγερού120


+100%-

«Όσα φέρνει η ώρα, δεν τα φέρνει ο χρόνος όλος», συνηθίζουν να λένε εκείνοι που έχουν βιώσει τη δύναμη του αναπάντεχου, τον άγνωστο παράγοντα που φέρνει τα πάνω κάτω. Στην περίπτωση της 54χρονης καθηγήτριας Ράνιας Αντωνοπούλου η ώρα έφερε ένα τηλεφώνημα που της άλλαξε από τη μια στιγμή στην άλλη τον τρόπο ζωής της στο αμερικανικό ακαδημαϊκό περιβάλλον του Bard College και του Levy Institute. Στην άλλη γραμμή ήταν ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας. Της πρότεινε τη δεύτερη θέση στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας. Εκείνη περίμενε ότι θα της πρότειναν, αλλά υπέθετε ότι θα επρόκειτο για συμβολική συμμετοχή.

Μπορεί να υπήρχε μία αλληλοεκτίμηση και μία άριστη συνεργασία με τον Γιάννη Δραγασάκη και το οικονομικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η ίδια δεν είχε φανταστεί τον εαυτό της στην ελληνική πολιτική σκηνή και πολύ περισσότερο σε υπουργική θέση. Ζούσε και εργαζόταν, άλλωστε, μόνιμα στη Νέα Υόρκη και ο νέος ρόλος της, όσο τιμητικός και αν ήταν, ανέτρεψε τις σταθερές του βίου της. Όπως η ίδια έχει εξομολογηθεί «ήταν μια ιδιαίτερη στιγμή. Βρέθηκα αντιμέτωπη με μια μεγάλη πρόκληση. Με καλούσαν να βάλω πλάτη, να φύγω από το προστατευμένο ακαδημαϊκό περιβάλλον και να βουτήξω στα βαθιά. Δεν μπορούσα να πω όχι».

Επικοινώνησε έκπληκτη με την Κουμουνδούρου για τις λεπτομέρειες και της απάντησαν πως έπρεπε να ήταν ήδη στην Αθήνα. Αν και δεν της το ανακοίνωσαν, της έδωσαν να καταλάβει πως ο Αλέξης Τσίπρας την προόριζε να αναλάβει χαρτοφυλάκιο. Η ειδικότητά της είναι τα οικονομικά της εργασίας και οι πολιτικές καταπολέμησης της ανεργίας κι αυτό το μέτωπο στη μνημονιακή Ελλάδα είναι από τα πιο κρίσιμα, από αυτά στα οποία θα κριθεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Η σχέση της Ράνιας Αντωνοπούλου με τον ΣΥΡΙΖΑ δεν πάει πολύ πίσω. Η αρχή είχε γίνει το 2011. Τότε, παρακολουθώντας από μακριά τη δραματική τροπή που έπαιρνε η κρίση στη μνημονιακή Ελλάδα, είχε στείλει ένα ηλεκτρονικό μήνυμα στην ιστοσελίδα της εφημερίδας Αυγή. Είχε αναφέρει το επιστημονικό έργο της και την επαγγελματική εμπειρία της από άλλες χώρες όταν βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Σε εκείνο το γεμάτο αγωνία ηλεκτρονικό μήνυμα προειδοποιούσε για το τι θα ακολουθήσει αν συνεχιζόταν εκείνη η πολιτική. Δήλωνε επίσης ότι συμμεριζόταν τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και ότι είναι στη διάθεση του κόμματος αν την χρειαστεί.

Την επόμενη ημέρα επικοινώνησε μαζί της ο Ευκλείδης Τσακαλώτος και κάπως έτσι άρχισε μια συνεργασία με το οικονομικό επιτελείο της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης. Την ίδια εποχή η Ράνια Αντωνοπούλου έγινε μέλος του ΣΥΡΙΖΑ, ενεργοποιώντας μαζί με άλλους την οργάνωση στη Νέα Υόρκη. Ως πανεπιστημιακός με διασυνδέσεις έπαιξε από κοινού με τον διακεκριμένο καθηγητή οικονομικών και σύζυγό της Δημήτρη Παπαδημητρίου καθοριστικό ρόλο στην προετοιμασία των επαφών του Αλέξη Τσίπρα, όταν αυτός είχε επισκεφθεί μαζί με το Νίκο Παππά και τη Ρένα Δούρου τη Νέα Υόρκη. Μεταξύ των άλλων διοργάνωσε και την ομιλία του σε ειδική εκδήλωση στο πανεπιστήμιο Columbia.

Η ακαδημαϊκή καριέρα και το Ινστιτούτο Λεβί

Η απόφασή της να πακετάρει σε λίγα εικοσιτετράωρα μία ζωή 35 ετών δεν ήταν εύκολη. Δεν ήταν η πρώτη φορά, όμως, που άφηνε τα πάντα, χαράζοντας πορεία προς το άγνωστο. Σε ηλικία 17 ετών εγκατέλειψε την Ελλάδα για να πάει να σπουδάσει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με καταγωγή από την Πάτρα και τη Μικρά Ασία, η Ράνια Αντωνοπούλου είχε αποφασίσει από πολύ νωρίς τί ήθελε να κάνει στη ζωή της. Η αποφασιστικότητά της είχε σφυρηλατηθεί στα δύσκολα παιδικά της χρόνια.

Ως μαθήτρια ήταν ένα αγοροκόριτσο που ξεχώριζε τόσο για τις άριστες επιδόσεις στο σχολείο όσο και για την έντονη κοινωνικότητά της. Η ίδια έχει πει πως ο τρόπος που έβλεπε τον κόσμο άλλαξε απότομα όταν δανείστηκε από έναν καθηγητή της και διάβασε το βιβλίο «Άκου Ανθρωπάκο» του Βίλχελμ Ράιχ. Οι συμμαθητές της κάνουν λόγο για μία μεταμόρφωση. «Σηματοδότησε μια μετάβαση. Μεγάλωσε απότομα, πολιτικοποιήθηκε, βγήκε από τον μικρόκοσμο της έφηβης και είδε διαφορετικά τη ζωή. Εκτέθηκε και επηρεάστηκε βαθιά από την αριστερή σκέψη».

Ήταν η εποχή που και η ελληνική κοινωνία βίωνε τη μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία. Η μόλις 14χρονη Ράνια πρωτοστατούσε στις μαθητικές εκδηλώσεις της μεταπολίτευσης και γρήγορα έγινε μέλος της αριστερής νεολαιίστικης οργάνωσης «Ρήγας Φεραίος». Τελειώνοντας το Λύκειο έφυγε για σπουδές στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι αριστερές αναζητήσεις της την οδήγησαν στο New School, στο γνωστό προοδευτικό πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Ήταν παθιασμένη με τα οικονομικά, γεγονός που την έκανε να ξεχωρίσει και στο νέο απαιτητικό ακαδημαϊκό περιβάλλον. Δίπλα στον γνωστό μαρξιστή οικονομολόγο Anwar Shaikh ολοκλήρωσε το διδακτορικό της, το οποίο είχε ως θέμα μία εναλλακτική προσέγγιση για το πώς καθορίζεται η συναλλαγματική αξία μεταξύ δύο νομισμάτων.

Για να τα βγάλει πέρα οικονομικά κατά τη διάρκεια των σπουδών της έκανε διάφορες δουλειές του ποδαριού. Εργάστηκε ως σερβιτόρα αλλά και ως βοηθός ερευνητή στην Ουάσινγκτον. Οι συμφοιτητές της την θυμούνται για την εργατικότητα, αλλά και για την ισχυρογνωμοσύνη της. Για τη φιλική διάθεσή της, αλλά και για το μόνιμο συνοδό της, τον αγαπημένο σκύλο της που άκουγε στο όνομα Κύων.

Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της δίδαξε, στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, το γνωστό NYU. Λόγω του νεαρού της ηλικίας της, αλλά και του πολύ ζωντανού τρόπου διδασκαλίας, άφησε ίχνος στις πανεπιστημιακές αίθουσες. Ακόμα δέχεται μηνύματα από φοιτητές της εκείνης της περιόδου. Αρκετοί εξ αυτών, μάλιστα, της εξέφρασαν διαδικτυακά τη χαρά και τα συγχαρητήριά τους για τα νέα της καθήκοντα.

Εκείνη την περίοδο, από κοινού με μία φίλη της οικονομολόγο από την Τουρκία, οργάνωσε κύκλους εντατικών καλοκαιρινών σεμιναρίων για φοιτητές οικονομικών, ερευνητές και οικονομολόγους από όλο τον κόσμο. Στόχος εκείνων των σεμιναρίων ήταν να συζητήσουν για τα οικονομικά πέρα από τη νεοκλασική θεωρία, η οποία είχε επικρατήσει σαν μοναδική επιστημονική αλήθεια σχεδόν ολοκληρωτικά στα περισσότερα δυτικά πανεπιστήμια. Κατάφερε, μάλιστα, να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από το Ford Foundation και από το ερευνητικό κέντρο IDRC του Καναδά, ώστε να μην επιβαρύνονται οι συμμετέχοντες.

Εκείνο τον καιρό η γνωριμία της με τον διακεκριμένο καθηγητή Δημήτρη Παπαδημητρίου μετεξελίσσεται σε σχέση ζωής. Είχαν συναντηθεί όταν η Ράνια Αντωνοπούλου είχε παρουσιάσει μία μελέτη της στο Levy Institute, ένα από τα πιο γνωστά προοδευτικά οικονομικά ινστιτούτα των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Δημήτρης Παπαδημητρίου ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα πρόεδρος του ινστιτούτου, ασκώντας παραλλήλως και καθήκοντα αντιπρύτανη του Bard College. Το γεγονός ότι εκείνη μένει στη Νέα Υόρκη, ενώ εκείνος αρκετές δεκάδες χιλιόμετρα πιο μακριά, στην έδρα του Bard College και του Levy Institute, ήταν ένα πρακτικό εμπόδιο, αλλά δεν εμπόδισε τη σχέση τους όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά και να μετεξελιχθεί σε γάμο.

Η επιτυχία που είχε η πρωτοβουλία της για τα καλοκαιρινά σεμινάρια την ενθάρρυνε να ασχοληθεί με την έρευνα για τον τρόπο που η ισότητα των δύο φύλων συνδέεται με τα μακροοικονομικά και ιδιαιτέρως με τη δημοσιονομική πολιτική. Με τις μελέτες της, η Ράνια Αντωνοπούλου απέδειξε ότι σε περιόδους κρίσης οι πολιτικές λιτότητας επηρεάζουν περισσότερο τις γυναίκες. Όχι μόνο επειδή προσαρμόζονται στις δύσκολες συνθήκες εργασίας με μεγαλύτερη άνεση από τους άνδρες, αλλά και επειδή επωμίζονται έναν πιο δυσχερή κοινωνικό ρόλο. Καλύπτουν, δηλαδή, το κενό που αφήνει το κράτος στη φροντίδα ηλικιωμένων, παιδιών, και ασθενών ως κόρες, σύζυγοι και μητέρες.

Η παρουσίαση των συμπερασμάτων της έρευνάς της ήταν το ερέθισμα που οδήγησε το διοικητικό συμβούλιο του Levy Institute (εκείνη την εποχή μέλος του ήταν και ο νομπελίστας Τζόζεφ Στίνγκλιτς) να οργανώσει στους κόλπους του ένα σχετικό ερευνητικό πρόγραμμα. Επικεφαλής του προγράμματος ορίσθηκε αρχικά η διάσημη Βρετανίδα οικονομολόγος Plane Elson. Δύο χρόνια αργότερα την διαδέχθηκε η Ράνια Αντωνοπούλου, γεγονός που την υποχρέωσε να εγκαταλείψει τα διδακτικά καθήκοντά της στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Οι γνωρίζοντες υποστηρίζουν ότι καθοριστικό ρόλο στην απόφασή της έπαιξε και η επιθυμία της επιτέλους να ζήσει κοντά στον σύντροφό της Δημήτρη Παπαδημητρίου.

Ο επόμενος σταθμός στην καριέρα της είναι ο ΟΗΕ. Εδώ και χρόνια είχε χτίσει μία σταθερή συνεργασία με τις υπηρεσίες του που ασχολούνται με την αντιμετώπιση της ανεργίας σε συνθήκες ανθρωπιστικής κρίσης σε χώρες όχι μόνο της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, αλλά και της Ευρώπης. Έχει κατά καιρούς αναλάβει ρόλο συμβούλου και εμπειρογνώμονα. Το 2013, όμως, ορίσθηκε από τον ΟΗΕ Έθνη policy advisor σε μακροοικονομικά ζητήματα. Με την ιδιότητά της αυτή ταξίδεψε σε πολλές χώρες, συμβουλεύοντας τα τοπικά γραφεία του ΟΗΕ, αλλά και τους επικεφαλής των αρμόδιων υπηρεσιών του οργανισμού. Η τελευταία της συμμετοχή ήταν στο World Investment Forum στη Γενεύη.

Το στοίχημα των 300.000 θέσεων εργασίας

Το τηλεφώνημα του Αλέξη Τσίπρα τερμάτισε απότομα τη νέα της καριέρα, στερώντας την όχι μόνο από ταξίδια, αλλά και από τον πολύ παχυλό μισθό που συνόδευε τον ρόλο της. Αλλά, όπως και η ίδια αναγνωρίζει, η πρόκληση ήταν μεγάλη για να της αντισταθεί. Όσοι την γνώριζαν, άλλωστε από παλιά διέκριναν κάτω από την ηρεμία της ακαδημαϊκής καριέρας το ασίγαστο πάθος ενός ανθρώπου της πράξης. Στην πραγματικότητα, η ρουτίνα της πανεπιστημιακής διδασκαλίας και το κοστούμι της επιστημονικής έρευνας δεν στάθηκαν ικανά να την γεμίσουν απολύτως. Ήταν φανερό ότι η πολιτική που τη σφράγισε από την εφηβεία, ουσιαστικά δεν την εγκατέλειψε ποτέ. Γι’ αυτό και στράφηκε στον ρόλο του συμβούλου και εμπειρογνώμονα.

Όσοι παρακολουθούν τα βήματά της στην Ελλάδα έχουν εντυπωσιασθεί από το πάθος και τη στράτευσή της, που παραπέμπει σε εικοσάρηδες. Το νηφάλιο ακαδημαϊκό προφίλ της διαρρηγνύεται από τις εκρήξεις του πάθους της για την πολιτική πράξη. Όσοι συνεργάσθηκαν μαζί της στην εκπόνηση του σχεδίου για την καταπολέμηση της ανεργίας στις συνθήκες της κρίσης έχουν να λένε.

Το σχέδιο που καλείται να εφαρμόσει τώρα από τη θέση της υπουργού αναπληρώτριας Εργασίας το έχει επεξεργασθεί στο πλαίσιο της συνεργασίας του Levy Institute με το Παρατηρητήριο του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ. Το πρόγραμμα αυτό έχει επινοηθεί από τον διάσημο οικονομολόγο Χάιμαν Μίνσκι και φέρει τον τίτλο «εργοδότης εσχάτης προσφυγής». Το πρόγραμμα εντοπίζει αυτά που χρειάζεται μια χώρα, η οποία βρίσκεται σε συνθήκες κρίσης για να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας. Όταν ο ιδιωτικός τομέας αδυνατεί να τις δημιουργήσει γίνεται το κράτος εργοδότης, αλλά όχι βεβαίως προσλαμβάνοντας δημοσίους υπαλλήλους, ή πολλαπλασιάζοντας τα γνωστά επιδόματα κατάρτισης.

Ο Γιάννης Δραγασάκης όχι μόνο γνωρίζει την εργασία της Ράνιας Αντωνοπούλου, αλλά και συνεργάσθηκε μαζί της για να μετατραπεί το πρόγραμμα σε άμεσα εφαρμόσιμο πολιτικό σχέδιο. Τόσο αυτός όσο και ο Αλέξης Τσίπρας του δίνουν μεγάλη βαρύτητα, επειδή ακριβώς είναι ένα εργαλείο για να περιορισθεί η κοινωνική μάστιγα της πρωτοφανούς ανεργίας που βιώνει η ελληνική κοινωνία. Το εν λόγω πρόγραμμα βασίζεται κυρίως στη δημιουργία θέσεων για κοινωφελή εργασία και για την κατασκευή έργων υποδομής. Στόχος είναι να δοθεί μια ώθηση για να πάρει μπροστά η οικονομία.

Έτσι η Ράνια Αντωνοπούλου βρέθηκε στο υπουργείο Εργασίας. Αν και ο πρωθυπουργός ήταν διατεθειμένος να της αναθέσει ευρύτερο τομέα ευθύνης, αυτή αρνήθηκε να πάρει αρμοδιότητες για θέματα που δεν γνωρίζει καλά. Η αλήθεια είναι πως η υπουργοποίησή της εξέπληξε πολλούς. Πολλά κομματικά στελέχη αγνοούσαν την ύπαρξή της μέχρι την ανακοίνωση της σύνθεσης του ψηφοδελτίου Επικρατείας.

Ακόμα και συνάδελφοί της στην κυβέρνηση αρχικά την αντιμετώπιζαν με έναν τρόπο που υποδήλωνε πως την θεωρούσαν ξένο σώμα. Οι πρώτες κινήσεις της και η προσαρμοστικότητά της στο νέο περιβάλλον, όμως, άλλαξαν γρήγορα την εικόνα της «αλεξιπτωτίστριας» καθηγήτριας από την Αμερική. Σ’ αυτό αναμφίβολα έχει συμβάλει και η εκτίμηση που ανοικτά της δείχνουν και ο Γιάννης Δραγασάκης και ο Αλέξης Τσίπρας.

Το κομματικό τοπίο του ΣΥΡΙΖΑ, όμως, όπως κάθε κομματικό τοπίο είναι δύσβατο και ενίοτε εχθρικό για όσους δεν διαθέτουν αρκετά κομματικά ένσημα. Η Ράνια Αντωνοπούλου, πάντως, δεν δείχνει να πτοείται. Αντιθέτως, δείχνει να απολαμβάνει όχι μόνο την υπουργική εξουσία της, αλλά και το κομματικό παιχνίδι. Όσοι στον ΣΥΡΙΖΑ την αντιμετώπισαν σαν τεχνοκράτη, διαπίστωσαν γρήγορα ότι είναι σκληρό καρύδι. Μπήκε δυναμικά στην πολιτική κονίστρα και απ’ ότι φαίνεται είναι αποφασισμένη να παραμείνει.

Ως εργασιομανής πάει πρώτη στο γραφείο της και φεύγει τελευταία, αναγκάζοντας και τους συνεργάτες της να αλλάξουν ωράρια. Εμπιστεύεται λίγους και είναι ευγενικά απρόσιτη. Δεν έχει μάθει ακόμα, όμως, ότι το μυστικό της επιτυχίας ενός υπουργού είναι να διευθύνει σωστά την ορχήστρα κι όχι να παίζει όλα τα όργανα!

Μια επιτυχής καριέρα στο εξωτερικό δεν είναι καθόλου διαβατήριο για να επιβιώσει κάποιος στον δύσκολο βιότοπο του κρατικού μηχανισμού και της εγχώριας πολιτικής. Δεν αρκεί ούτε η βούληση ούτε η ορμή. Τα έχει καταφέρει μόνο όποιος είχε τη σοφία να προσεγγίσει τον ρόλο του με ταπεινότητα και διάθεση να ψηλαφίσει τις ιδιαιτερότητες, όποιος είχε ανοικτά αυτιά για να ακούει και καθαρή κρίση για να κρίνει.

Μέχρι τώρα, η Ράνια Αντωνοπούλου είχε την προνοητικότητα να αποφύγει τις εξαγγελίες. Οι συνεντεύξεις της είναι μετρημένες, γεγονός που δείχνει ότι σέβεται τη θεμελιώδη αρχή πως ένας υπουργός μιλάει μόνο όταν έχει να δείξει έργο. Προς το παρόν αφιερώνει τον χρόνο της για να οργανώσει το επιτελείο της, για να γνωρίσει τις υπηρεσίες του υπουργείου και να κάνει τις προκαταρκτικές κινήσεις της.

Ο χρόνος θα δείξει αν η Ράνια Αντωνοπούλου θα καταφέρει να δαμάσει το τέρας της ανεργίας και η κυβέρνηση Τσίπρα θα κερδίσει ένα από τα πιο κρίσιμα στοιχήματα της. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η ζωή της έχει ήδη αλλάξει και μαζί με τη δική της αλλάζει και η ζωή του συζύγου της Δημήτρη Παπαδημητρίου, ο οποίος υποχρεώνεται από τα πράγματα να κάνει το ταξίδι Νέα Υόρκη-Αθήνα σαν τη διαδρομή Κυψέλη-Παγκράτι!

bookmark icon